Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2014

Μπροστά στη σταυρωμένη αγάπη...


PDFΕκτύπωσηE-mail
Ο Σταυρός, το σημαντικότατο και χαρακτηριστικότατο όλων των Χριστιανικών συμβόλων, έχει δύο στενά αλληλένδετες σημασίες. Αφενός είναι ο σταυρός του Χριστού, αυτό το αποφασιστικό όργανο με το οποίο ολοκληρώθηκε η επίγεια ζωή και διακονία του Χριστού. Είναι η ιστορία ενός φοβερού και τρομακτικού μίσους ενάντια σ’ Αυτόν που ολόκληρη η διδασκαλία Του επικεντρώθηκε στην εντολή της αγάπης, και που ολόκληρο το κήρυγμά Του ήταν μια κλήση σε αυτοθυσία στο όνομα της αγάπης. Ο Πιλάτος, ο Ρωμαίος κυβερνήτης στον οποίο μεταφέρθηκε ο Χριστός, αφού Τον συνέλαβαν, Τον εκτύπησαν και Τον έφτυσαν, λέει, «εν αυτώ ουδεμίαν αιτίαν ευρίσκω» (Ιωάν. 19, 4). Αυτό όμως προκάλεσε ένα ισχυρότερο ξέσπασμα: «Σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν!» φωνάζει το πλήθος. Έτσι ο σταυρός του Χριστού θέτει ένα αιώνιο πρόβλημα που σκοπεύει στο βάθος της συνείδησης: γιατί η καλωσύνη ξεσήκωσε όχι μόνο αντίθεση, αλλά και μίσος; Γιατί η καλωσύνη σταυρώνεται πάντοτε σ’ αυτόν τον κόσμο; Συνήθως αποφεύγουμε να δώσουμε απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα επιρρίπτοντας την ευθύνη σε κάποιον άλλο: αν ήμασταν εκεί, αν ήμουν εκεί εκείνη την τρομερή νύχτα, δε θα είχα συμπεριφερθεί όπως οι άλλοι. Αλλοίμονο όμως, κάπου βαθιά στη συνείδησή μας γνωρίζουμε πως αυτό δεν είναι αλήθεια. Ξέρουμε πως οι άνθρωποι που βασάνισαν, σταύρωσαν και μίσησαν τον Χριστό δεν ήταν κάποιου είδους τέρατα, κατεχόμενα από κάποιο ιδιαίτερο και μοναδικό κακό. Όχι, ήταν «όπως όλοι μας». Ο Πιλάτος προσπάθησε ακόμη και να υπερασπιστεί τον Ιησού, να μεταπείσει το πλήθος, προσφέρθηκε ακόμη και να απελευθερώσει το Χριστό ως κίνηση καλής θέλησης χάριν της εορτής, όταν κι αυτό απέτυχε, στάθηκε μπροστά στο πλήθος και ένιψε τα χέρια του, δείχνοντας τη διαφωνία του σ’ αυτό το φόνο.
Με λίγες πινελιές το ευαγγέλιο σχεδιάζει την εικόνα αυτού του παθητικού Πιλάτου, του τρόμου του, της γραφειοκρατικής του συνείδησης, της δειλής του άρνησης να ακολουθήσει τη συνείδησή του. Δε συμβαίνει όμως ακριβώς το ίδιο στη δική μας ζωή και στη ζωή γύρω μας; Δεν είναι αυτή η πιο κοινότυπη, η πιο τυπική ιστορία; Δεν είναι παρών συνεχώς μέσα μας κάποιος Πιλάτος; Δεν είναι αλήθεια πως όταν έρθει η στιγμή να πούμε ένα αποφασιστικό, αμετάκλητο όχι στο ψεύδος, στην αδικία, στο κακό και στο μίσος, ενδίδουμε στον πειρασμό να «νίψουμε τας χείρας μας»; Πίσω από τον Πιλάτο ήταν οι Ρωμαίοι στρατιώτες, οι οποίοι όμως υπερασπιζόμενοι τον εαυτό τους θα μπορούσαν να πουν: εκτελέσαμε απλώς διαταγές, μάς είπαν να «ουδετεροποιήσουμε» κάποιον ταραχοποιό που προκαλούσε αναστάτωση και αταξία, για ποιο πράγμα μιλάτε λοιπόν; Πίσω από τον Πιλάτο, πίσω από τους στρατιώτες ήταν το πλήθος, οι ίδιοι άνθρωποι που έξι μέρες πριν φώναζαν «Ωσαννά», καθώς υποδέχονταν θριαμβευτικά το Χριστό κατά την είσοδό του στην Ιερουσαλήμ, μόνο τώρα η κραυγή τους ήταν «Σταύρωσον αυτόν!» Έχουν όμως και γι’ αυτό μια εξήγηση. Δεν είναι οι ηγέτες τους, οι διδάσκαλοί τους και οι κυβερνήτες τους αυτοί που τους έλεγαν πως ο άνθρωπος αυτός ήταν ένας εγκληματίας που κατέλυσε τους νόμους και τις συνήθειες, και γι’ αυτό βάσει του νόμου, «πάντοτε βάσει του νόμου, πάντοτε σύμφωνα με το υπάρχον καταστατικό», πρέπει να πεθάνει...; Έτσι κάθε συμπαίκτης σ’ αυτό το τρομακτικό γεγονός είχε δίκαιο «από την πλευρά του», όλοι δικαιώθηκαν. Όλοι μαζί όμως δολοφόνησαν έναν άνθρωπο στον οποίον «ουδέν ευρέθη αίτιον». Η πρώτη σημασία του σταυρού συνεπώς είναι η κρίση του κακού, ή μάλλον της ψευδοκαλωσύνης αυτού του κόσμου, μέσα στον οποίο πανηγυρίζει αιώνια το κακό, και ο οποίος προωθεί τον τρομακτικό θρίαμβο του κακού πάνω στη γη. 
Αυτό μας μεταφέρει στη δεύτερη σημασία του σταυρού. Μετά το σταυρό του Χριστού ακολουθεί ο δικός μας σταυρός, για τον οποίο ο Χριστός είπε, «ει τις θέλει οπίσω μου έρχεσθαι,... αράτω τον σταυρόν αυτού καθ’ ημέραν και ακολουθείτω μοι» (Λουκ. 9, 23). Αυτό σημαίνει πως η επιλογή που είχε να κάνει ο καθένας εκείνη τη νύχτα –ο Πιλάτος, οι στρατιώτες, οι αρχηγοί, το πλήθος κι ο καθένας μέσα στο πλήθος – είναι μια επιλογή που τίθεται συνεχώς και σε καθημερινή βάση μπροστά μας. Εξωτερικά, η επιλογή έχει να κάνει με κάτι φαινομενικά ασήμαντο για μας, ή δευτερεύον. Για τη συνείδηση όμως τίποτε δεν είναι πρώτο ή δεύτερο, αλλά το καθετί μετράται αν είναι αληθινό ή ψεύτικο, καλό ή κακό. Το να σηκώνεις λοιπόν το σταυρό σου καθημερινά δεν είναι απλώς το να αντέχεις τα φορτία και τις μέριμνες της ζωής, αλλά πάνω απ’ όλα το να ζεις αρμονικά με τη συνείδησή σου, το να ζεις μέσα στο φως της κρίσεως της συνειδήσεως.
Ακόμη και σήμερα, με όλο τον κόσμο να κοιτάζει, ένας άνθρωπος στον οποίο «ουδέν ευρέθη αίτιον» μπορεί να συλλαμβάνεται, να βασανίζεται, να κτυπιέται, να φυλακίζεται ή να εξορίζεται. Όλα αυτά δε «επί τη βάσει του νόμου», χάριν της υπακοής και πειθαρχίας, όλα στο όνομα της τάξης, για το καλό όλων. Πόσοι Πιλάτοι δε νίπτουν τα χέρια τους, πόσοι στρατιώτες σε σπεύδουν να εκτελέσουν τις διαταγές της στρατιωτικής ιεραρχίας, πόσοι άνθρωποι υπάκουα, δουλόπρεπα δεν τους χειροκροτούν, ή τουλάχιστον δεν κοιτάζουν σιωπηλά το κακό που θριαμβεύει;
Καθώς μεταφέρουμε το σταυρό, καθώς τον προσκυνούμε, καθώς τον ασπαζόμαστε, ας σκεφτούμε τη σημασία του. Τι μάς λέει, σε τι μάς καλεί; Ας θυμηθούμε το σταυρό ως επιλογή από τη οποία κρέμονται τα πάντα στον κόσμο, και που χωρίς αυτόν όλα στον κόσμο γίνονται θρίαμβος του κακού και του σκότους. Ο Χριστός είπε, «εις κρίμα εγώ εις τον κόσμον τούτον ήλθον» (Ιωαν. 9, 39). Σ’ αυτή την κρίση, μπροστά στο δικαστήριο της σταυρωμένης αγάπης, της αλήθειας και της καλωσύνης δικάζεται ο καθένας μας. 
Από το βιβλίο «Εορτολόγιο- Ετήσιος Εκκλησιαστικός Κύκλος» του π. Αλεξάνδρου Σμέμαν 

Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2014

Η υποκρισία, του μοναχού Μωυσή Αγιορείτη,


Η υποκρισία
του μοναχού Μωυσή Αγιορείτη

από την εφημερίδα «Μακεδονία», 03/06/2012
Ο Χριστός δέχθηκε μετανοημένους αμαρτωλούς. Επετίμησε όμως τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους, που αυτοδικαιώνονταν και υποκρίνονταν ασύστολα.
Ο Χριστός δεν ανέχεται το ψεύδος, την απάτη και τον εγωισμό. Οι παραλείψεις, οι αδυναμίες συγχωρούνται εύκολα από τους νέους, αλλά δεν τους συγχωρείται η υποκρισία. Η υποκρισία σήμερα δυστυχώς καταλαμβάνει τα πάντα. Σπάνια ακούς όλη την αλήθεια. Άλλα λέει κάποιος και άλλα μυστικώς πραγματοποιεί. Αυτό ενοχλεί ιδιαίτερα τους νέους, που πάντα αναζητούν το ατόφιο, το γνήσιο και το αληθινό.
Το εκκλησιαστικό ύφος και ήθος έχει μερικές φορές προσμείξεις ανεπίτρεπτες, που σκανδαλίζουν τους πιστούς. Η προτίμηση του τυπικού και όχι της ουσίας, της ρηχότητος και όχι του βάθους, της επιφάνειας και όχι του πνεύματος δημιουργεί μία κατάσταση νοσηρή. Το εκκλησιαστικό ήθος το χαρακτηρίζει η άσκηση, η ταπείνωση και η πραγματική αγάπη. Η Ορθόδοξη Εκκλησία φυλάει ακέραια την ορθή πίστη, που οδηγεί στη μετάνοια, την προσευχή και την αγάπη στον Θεό και τον άνθρωπο.
Δυστυχώς, πολλοί άνθρωποι απομακρύνονται ηθελημένα από τις ευαγγελικές αρετές, αγνοούν ή αρνούνται τη θεϊκή τους καταγωγή. Σήμερα δεν χρειάζονται δικαστές υποκριτές αλλά ενάρετοι μυσταγωγοί για την εν Χριστώ ζωή, για την ανοδική πορεία προς νήψη, φωτισμό και θεογνωσία.
Πολλοί άνθρωποι σήμερα υποκρίνονται θεοσέβεια. Άλλοι λένε πως ο Θεός πέθανε ή κοιμάται. Εκδηλώνουν την προς τον Θεό αποστροφή τους. Θεωρούν ότι η Εκκλησία υποδουλώνει τον άνθρωπο και τον Θεό έχουν ως εκδικητή, σαδιστή, τιμωρό και εκμεταλλευτή. Μερικές φορές ορισμένοι ζηλωτές εκφοβίζουν, τρομοκρατούν και ενοχοποιούν τους ανθρώπους. Ο Θεός δεν τιμωρεί, γιατί δεν είναι κακός. Ο άνθρωπος αβίαστα ακολουθεί τον Χριστό και συνδέεται με τον Θεό της αγάπης. Η προαίρεση του ανθρώπου είναι αυτή που οδηγεί στον Θεό ή στον δαίμονα.
Ο Φαρισαίος προσευχόμενος επαίρεται. Ο Τελώνης στο ναό ταπεινώνεται ειλικρινά. Το Ευαγγέλιο συχνά μιλά για ανυποκρισία βίου, θυσιαστική αγάπη, ειρηνοποιό συμφιλίωση και καταλλαγή. Αν ο άνθρωπος παρασυρθεί από την πλεονεξία, είναι αξιολύπητος. Πληροφορούμεθα δολοφονίες από αλλοδαπούς, αυτοκτονίες από απελπισία, πείνα και φτώχεια. Όλα, δίχως την ενδυνάμωση του Θεού, μπορούν να συμβούν, αφού διώκεται ο Θεός και θεωρείται μη αρεστή η παρουσία του στη ζωή.
Η ελπίδα και η εμπιστοσύνη στο θείο θέλημα, που φαίνεται με την πιστή τήρηση στις ευαγγελικές επιταγές, η συνεχής προσευχή θωρακίζουν τον άνθρωπο από κάθε κακό. Η θρησκευτικότητα των Γραμματέων και των Φαρισαίων ήταν σαφώς υποκριτική. Διέβαλλαν τον Χριστό, γιατί τους χάλαγε τα σχέδια και προγράμματα. Απόγονοί τους κάποιοι εγχώριοι άρχοντες, που δυσκολεύονται να πουν όλη την αλήθεια, παρασύρουν τα πλήθη με φρούδες ελπίδες. Ο Χριστός δεν ήλθε στον κόσμο με δόξες, τιμές και μεγαλεία. Δεν υποστηρίχθηκε από οικονομικές ή πολιτικές δυνάμεις. Ήλθε πράος, πένης, ξένος, σεμνός και ταπεινός, γι’ αυτό οι Φαρισαίοι τον μισούσαν.
Η Εκκλησία δεν είναι για λίγους, μόνο για τους εκλεκτούς, αλλά για όλους. Ο Χριστός ήλθε στη Γη για να διδάξει με το λόγο και τη ζωή του, να διακονήσει τους πονεμένους, να θεραπεύσει τους ασθενείς, να οδηγήσει σε μετάνοια τους αμαρτωλούς, να σώσει όλους όσους θέλουν. Η Εκκλησία δεν είναι ένα φιλανθρωπικό κατάστημα κι ένας κοσμικός, συντηρητικός θεσμός που παπαγαλίζει κάποιες συντηρητικές αξίες. Η Εκκλησία είναι ο χώρος της παρουσίας της θείας χάριτος, της αγιότητος και της σωτηρίας.
Η υποκρισία μολύνει κάθε καλή πράξη. Η υποκρισία ευχαριστεί όσους είναι φίλαυτοι, φιλόδοξοι και φιλάρεσκοι. Η ανυποκρισία ξεγυμνώνει, καθαρίζει, ωραιοποιεί και τελειοποιεί κάθε φιλόθεο, φιλάγιο και φιλάρετο.
Το Άγιον Πνεύμα που εορτάζουμε ας φωτίσει όλους.

Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2014

Εκκλησία και Ενορία Τα μοναχικά κοινόβια πρότυπα των ενοριών Αρχιμ. Γεωργίου Γρηγοριάτη



Πηγή: "Ενορία προς μία νέα ανακάλυψή της" Εκδόσεις Ακρίτα. Σειρά: "Ορθόδοξη Μαρτυρία" Αρ. 37. Συλλογικός τόμος.

Τον κοινοβιακό τρόπο ζωής που εγκαινίασε ο Κύριος με τους μαθητάς Του και εφήρμοσε η Αποστολική Εκκλησία, συνεχίζουν σήμερα τα Ορθόδοξα κοινόβια.
Κοινόβιο και Ενορία έχουν πολλά κοινά σημεία. Κέντρο αμφοτέρων είναι το θυσιαστήριο του Ναού. Πηγή της ενότητος των μελών ο θυσιαζόμενος και προσφερόμενος Χριστός. "Το συναγαγόν τους μοναχούς όνομα (είναι) το όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού" κατά τον Μ. Βασίλειον (όροι κατά πλ. λστ'. Ρ.G. 31,100).
Χειραγωγός στην εν Χριστώ ενότητα των προσώπων ο Ποιμήν (ο Ηγούμενος στη Μονή, ο Εφημέριος στην Ενορία).
Κύριος σκοπός των μοναχών ενός κοινοβίου είναι να προάγονται καθημερινά στην εν Χριστώ ενότητα καθοριζόμενοι από τα πάθη, που τραυματίζουν αυτήν την ενότητα, και ασκούμενοι στην εκκοπή του νοσηρού και εγωκεντρικού θελήματος, που επίσης χωρίζει τους ανθρώπους.
Σκοπός τών μοναχών είναι να μη ζουν για τον εαυτό τους, αλλά για τον Θεό και τους συνανθρώπους τους. Να είναι ανοικτοί προς τον Θεό και τους αδελφούς των. Να αναπαύουν τον συνάνθρωπο βλέποντες στον κάθε άνθρωπο τον Ίδιο τον Χριστό.
Ένα σωστό Ορθόδοξο κοινόβιο είναι επέκτασις του χορού των Αποστόλων με κέντρο τον Χριστό.
Οι μοναχοί παρά την διαφορετική ηλικία, προέλευσι, ψυχοσύνθεσι, παιδεία τού κάθε ενός αγωνίζονται να ζουν ως μία πνευματική οικογένεια, όπου όλοι ζουν για τον ένα και ο ένας για όλους. Σ' αυτό βέβαια βοηθεί η ύπαρξις κοινού πνευματικού πατρός, η ακτημοσύνη και η μη επιδίωξις ατομικών συμφερόντων και δικαιωμάτων. Βοηθεί ακόμη η κοινή ζωή και κοινή συμμετοχή στα υλικά και πνευματικά αγαθά (όπως η κοινή τράπεζα), η κοινή λατρεία του Θεού, η επί το αυτό συγκατοίκησις και συνοίκησις.
Στα Ορθόδοξα κοινόβια, που καλλιεργείται η αγάπη του Χριστού, ο μοναχός προγεύεται τον Παράδεισο και χαίρεται την εν Χριστώ αγάπη και κοινωνία.
Δεν είναι εύκολο οι ενορίες να γίνουν κοινόβια, όπως δεν είναι εύκολο και οι μοναχοί να γίνουν άγγελοι. Όσο όμως οι ενορίες θα παραδειγματίζωνται από την κοινή εν Χριστώ ζωή των κοινοβίων και θα προσπαθούν να πολιτεύωνται κατά το πνεύμα τους, τόσο θα πλησιάζουν προς υψηλότερες μορφές εκκλησιαστικής ζωής.
Για τους ενορίτας η ακτημοσύνη και κοινοκτημοσύνη των μοναχών γίνεται συμπάσχουσα αγάπη και συμμετοχή στις υλικές και πνευματικές ανάγκες των πασχόντων αδελφών. Η φιλαδελφία των μοναχών γίνεται συγχώρησις, ανοχή και επιείκεια προς τον πταίοντα συνάνθρωπο. Η συχνή συμμετοχή στην θεία Λατρεία συντελεί στην εν Χριστώ ένωσι των ενοριτών.
Έχει παρατηρηθεί ότι σε ενορίες που ζηλωταί Ιερείς τελούν με ευλάβεια καθημερινά και σε τακτές ώρες τον όρθρο, τον εσπερινό και τη θεία Λειτουργία, πολλοί ενορίται συμμετέχουν καθημερινά σ' αυτές. Γνωρίζω ενορία της Ι. Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, ο ευλαβής ιερεύς της οποίας τελεί καθημερινώς την θεία Λειτουργία λίαν πρωί. Ώστε όσοι ενορίται επιθυμούν να λειτουργούνται πριν μεταβούν στις εργασίες των, να τους είναι δυνατόν. Καθώς πληροφορούμαι περί τους πενήντα Χριστιανούς είναι παρόντες στη θεία Λειτουργία και όσοι έχουν την ευλογία του πνευματικού των μεταλαμβάνουν και των Αχράντων Μυστηρίων. Η ενορία αυτή πλησιάζει αρκετά στο μοναστηριακό τυπικό, κατά το οποίο η θεία Λειτουργία τελείται καθημερινά. Δεν εκκλησιάζεται βέβαια όλη η ενορία. Αυτοί όμως που με πόθο Χριστού καθημερινά εκκλησιάζονται, αποτελούν τον εσώτερο κύκλο της ενότητος της ενορίας. Έτσι η ανάπτυξις της λειτουργικής ζωής συντελεί οπωσδήποτε στην ανάπτυξη της ενοριακής ζωής.
Υπάρχουν περιπτώσεις που και κοινή τράπεζα παρετίθετο σε ενορίες (ορισμένες φορές τον χρόνο), όπως στις πανηγύρεις των Ναών. Και αυτό βοηθεί στην εν Χριστώ κοινωνία. Η αναβίωσις και εξάπλωσις του θεσμού των συνεστιάσεων τών ενοριτών, ως συνεχείας των Αγαπών (πρωτοχριστιανικών κοινών δείπνων) και κατά μίμησι των μοναστηριακών τραπεζών, θα συντέλεση στην καλλιέργεια της εν Χριστώ ενότητος των ενοριτών.
***
Έργο του Χριστού είναι να συνάγη και να ενώνη τους χωρισμένους και διηρημένους από την αμαρτία ανθρώπους στην μοναδική στον κόσμο θεανθρώπινη ενότητα του Σώματός Του, την Εκκλησία. Γι' αυτό έγινε άνθρωπος, γι' αυτό σταυρώθηκε "ίνα τους δύο κτίση εν εαυτώ εις ένα καινόν άνθρωπον ποιών ειρήνην" (Εφεσίους γ' 15).
Ο διάβολος αντιστρατεύεται το έργο του Χριστού και προσπαθεί, όπου βρίσκει το κατάλληλο έδαφος, να διαιρή τους ανθρώπους, να τους χωρίζη από τον Θεό και μεταξύ τους. Να τούς οδηγή σε έριδες, πολέμους, μίση.
Το ενωτικό και ειρηνοποιό έργο του Χριστού συνεχίζει η Εκκλησία Του. Ιδιαίτερα στις ενοριακές ευχαριστιακές συνάξεις.
Οι ποιμένες της ενορίας και οι ενορίται καλούνται να συνεργούν στο έργο του Χριστού αγωνιζόμενοι για την εν Χριστώ ενότητα "ίνα πάντες έν ώσιν" (Ιωάν. Ιζ' 21) καθώς και ο Υιός με τον Πατέρα είναι έν.
Κέντρο της ενότητός μας στην Εκκλησία είναι η ενότης των τριών Προσώπων της Αγίας Τριάδος.
Γι' αυτήν την ενότητα προσευχόμεθα και σε κάθε Θεία Λειτουργία: "Την ενότητα τής πίστεως και την κοινωνία του Αγίου Πνεύματος αιτησάμενοι εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα".
Το να ανήκουμε σε μία ενορία της οποίας ο Ναός τιμάται επ' ονόματι τού Χριστού ή τής Παναγίας ή κάποιου Αγίου είναι ευλογία. Ευλογία γιατί σ' αυτήν την συγκεκριμένη ενορία ζούμε το Μυστήριο της Εκκλησίας συν πάσι τοις Αγίοις.
Αλλά είναι και ευθύνη, γιατί στην ενορία καλούμεθα να είμεθα ενεργά και άγια μέλη συνεχώς μετανοούντες, προσευχόμενοι. Λατρεύοντες τον Θεό "εν Πνεύματι και αληθεία", προσφέροντες τα χαρίσματα που ελάβαμε από τον Θεό προς οικοδομήν του όλου σώματος, εκφράζοντες την εν Χριστώ αγάπη μας προς τους αδελφούς μας.
Όσοι ενορίται μυστικά αγωνίζονται και αγιάζονται, συνεργούν αποφασιστικά στην πνευματική ευεξία και άνθησι της ενορίας.
Η ενορία ως τοπική ευχαριστιακή σύναξις είναι δώρο του Θεού σε μάς.
Από μάς εξαρτάται αν θα εκτιμήσουμε και αξιοποιήσουμε το δώρο για την σωτηρία μας, την σωτηρία τών αδελφών μας και τη δόξα του Θεού.

Ιστορία του Μοναχισμού Η ασκητική Θεολογία τής «Ουρανίου Κλίμακος» του Γεωργίου Φλωρόφσκυ Επίτιμου καθηγητού της Ιστορίας της Ανατολικής Εκκλησίας του Πανεπιστημίου του Harvard



Πηγή: Απόσπασμα από το βιβλίο: "Οι Βυζαντινοί Ασκητικοί και Πνευματικοί Πατέρες". (Μετάφραση Παναγιώτη Κ. Πάλλη. Εκδόσεις Πουρναρά. Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 400 - 409).
(Τίτλος πρωτοτύπου: The Byzantine Ascetic and Spiritual Fathers. © BUCHERVERTRIEBSANSTALT. © 1992 Για την ελληνική γλώσσα Πουρναράς Παναγιώτης Καστριτσίου 12 Θεσσαλονίκη ISBN: 960-242-031-6).

Η πρώτη απαίτηση του μοναχισμού είναι η απόρριψη του κάθε τι που είναι κοσμικό. Η απόρριψη είναι δυνατή μόνο με την ελευθερία, με την «απόλυτη δύναμη» αυτή είναι η βασική άξια του ανθρώπου. Η αμαρτία είναι η ελεύθερη Αποστασία η αποξένωση από τον Θεό, και Αποστασία από τη ζωή ένας εκούσιος θάνατος, ένα είδος αυτοκτονίας διαμέσου της ισχυρογνωμοσύνης.
Η «δοκιμασία» είναι μια ελεύθερη και εκούσια επιστροφή στον Θεό, μια απόφαση να ακολουθήσει κανείς και να μιμηθεί το Χριστό με άλλους λόγους, η συνηθισμένη ένταση της βουλήσεως και μια επιστροφή στον Θεό. Η αποκορύφωση της «δοκιμασίας» είναι ο μοναχισμός. «Η κλήση και η 'δοκιμασία' του μοναχού είναι ο εξαναγκασμός της φύσεως και η αδιάλειπτη διαφύλαξη των αισθημάτων».
Η απόρριψη του κόσμου πρέπει να είναι ολοκληρωτική και αποφασιστική -μια απάρνηση της φύσεως για να λάβεις εκείνες τις ευλογίες που είναι ανώτερες από τη φύση. Αυτή είναι μια πολύ σπουδαία αντίθεση· το «φυσικό» καταργείται για χάρη του υπερφυσικού, και δεν αντικαθίσταται από το αντί-φυσικό. Το έργο της «δοκιμασίας» έγκειται στο να εξυψώσεις τη φυσική ελευθερία, όχι σ' έναν αγώνα με τους αρχικούς της νόμους. Γι’ αυτό μόνο σωστά κίνητρα κι ένας σωστός τελικός στόχος δικαιολογούν την απάρνηση και τη «δοκιμασία».
Η «δοκιμασία» είναι το μέσον, όχι ο σκοπός. Και η «δοκιμασία» ολοκληρώνεται μόνο όταν ο ίδιος ο Ιησούς έρχεται και αποκυλά το λίθο της πικρίας μακριά από τις θύρες της καρδίας. Αλλιώς η «δοκιμασία» είναι άκαρπη και άχρηστη. Το έργο δεν είναι η ίδια η απάρνηση, αλλά η ένωση εκείνη με τον Θεό που πραγματοποιείται με τη γνήσια απάρνηση -δηλαδή, η απελευθέρωση από τον κόσμο, η απελευθέρωση από τα πάθη και τις αδυναμίες, από τις προσηλώσεις και τις γήινες τάσεις για να μπορέσεις να ποθήσεις και να αποκτήσεις την απάθεια.
Στην ίδια τη «δοκιμασία» το πιο σπουδαίο πράγμα είναι το κίνητρο που σε ωθεί η αγάπη για τον Θεό και η συνειδητή εκλογή. Εντούτοις, ακόμα και στην ακούσια δοκιμασία, η απάρνηση που οφείλεται στις περιστάσεις και ακόμα και στην αναγκαιότητα, μπορεί να αποδειχθεί ευεργετική, γιατί η ψυχή μπορεί ξαφνικά να αφυπνιστεί. «Και ποιος μοναχός είναι πιστός και σοφός; Ποιος διατήρησε το ζήλο του άσβεστο, και ποιος ακόμα και στο τέλος της ζωής του δεν παύει μια μέρα να επιθέτει φωτιά στη φωτιά, ζήλο στο ζήλο, φιλοπονία στη φιλοπονία, επιθυμία στην επιθυμία»; Με άλλους λόγους, η αδιαφορία για τον κόσμο δεν είναι τόσο σπουδαία όσο μια φλογερή λαχτάρα για τον Θεό.
Η απάρνηση ολοκληρώνεται διαμέσου της πνευματικής περιπλανήσεως («ξενιτείας»). Ο κόσμος πρέπει να φαίνεται και να γίνει ξένος. «Η ξενιτεία είναι μια αμετάκλητη εγκατάλειψη του κάθε πράγματος στην πατρίδα μας που μας εμποδίζει να αγωνιστούμε για την ευσέβεια». Αυτή είναι η οδός που οδηγεί στη λαχτάρα του Θεού. Και ο μόνος τρόπος για να δικαιωθεί αυτή η αποξένωση είναι να «καταστήσει κανείς τη σκέψη του αχώριστη από τον Θεό». Αλλιώς, η «ξενιτεία» θα αποδειχθεί ανωφελής.
Η «ξενιτεία» δεν πρέπει να στηρίζεται στο μίσος για τον κόσμο και όσους ζουν σ' αυτόν, αλλά μόνο στην άμεση αγάπη για τον Θεό. Είναι αλήθεια, ότι αυτή η αγάπη είναι αποκλειστική, και σβήνει ακόμα και την αγάπη για τους ίδιους τους γονείς. Η απάρνηση πρέπει να είναι επίσης άνευ όρων. «Έξελθε από τη γη σου, και από τους συγγενείς σου, και από τον οίκον του πατρός σου» (Γένεσις 12:1). Εντούτοις, αυτό το «μίσος» για ό,τι αφήνεται στον κόσμο είναι «απαθές μίσος». Ο μοναχισμός είναι μια οδός έξω από την «πατρίδα» -δηλαδή, από εκείνες τις κοινωνικές συνθήκες και τα συστήματα μέσα στα οποία κάθε πρόσωπο βρίσκεται κατ’ ανάγκη με τη γέννησή του. Αυτό είναι επίσης μια απομάκρυνση από τον πειρασμό και την παραλυσία. Πρέπει κανείς να δημιουργήσει ένα νέο περιβάλλον και νέες συνθήκες για τη «δοκιμασία» του. «Άφησέ Τον να γίνει Πατέρας σου Αυτός που μπορεί και θέλει να εργαστεί μαζί σου για να απαλλαγείς από το φορτίο των αμαρτιών σου».
Αυτή η νέα τάξη ζωής δημιουργείται ελεύθερα. Εντούτοις, πρέπει κανείς να απαρνηθεί μια ακόμα φορά -αυτή τη φορά τη θέλησή του- όχι την ελευθερία του. Αυτό είναι το στάδιο της υπακοής. Η υπακοή δεν είναι διαγραφή της ελευθερίας, αλλά μεταμόρφωση της θελήσεως, υπερνίκηση του πάθους μέσα στην ίδια τη θέληση. «Η υπακοή είναι ο ενταφιασμός της θελήσεως κάποιου και η ανάσταση της ταπείνωσής του». Είναι «ζωή χωρίς περιέργεια», ή «δραστηριότητα χωρίς έλεγχο».
Η μοναστική «δοκιμασία» αρχίζει με την επιλογή ενός σοφού συμβούλου ή πνευματικού πατρός -είναι ανάγκη να εμπιστευθεί κανείς τη σωτηρία του σε κάποιον άλλον. Εντούτοις, ο σύμβουλος πρέπει να επιλεγεί με περίσκεψη και προσοχή «μήπως καταλήξουμε σ' έναν απλό κωπηλάτη αντί σ’ έναν πηδαλιούχο, σ' έναν ασθενή αντί σ' έναν γιατρό, σ’ έναν γεμάτο με πάθη αντί σ' έναν απαθή άνθρωπο, μήπως καταλήξουμε σε μια άβυσσο αντί σ' ένα λιμάνι, κι έτσι βρούμε βέβαιη καταστροφή για τον εαυτό μας». Η εκλογή, πάντως, άπαξ και γίνει είναι δεσμευτική, και δεν επιτρέπεται σε κάποιον να κρίνει ή να εξετάζει τους λόγους ή τις πράξεις του συμβούλου που έχει διαλέξει.
Η συμβουλή του συμβούλου πρέπει να ακούγεται με ταπείνωση και χωρίς καμιά αμφιβολία — «σαν να έρχεται από τα χείλη του Θεού, έστω κι αν είναι αντίθετη προς τη γνώμη μας». «Γιατί ο Θεός δεν είναι άδικος, και δεν θα ανεχθεί να σκανδαλιστούν εκείνες οι ψυχές που έχουν υποταγεί στην κρίση και τη συμβουλή των πλησίον τους με πίστη και συγχώρηση. Ακόμα κι αν εκείνοι που ερωτούνται δεν έχουν πνευματικό λόγο μέσα τους, ο Άϋλος και ο Αόρατος μιλά διαμέσου αυτών». Με άλλους λόγους, η υπακοή δικαιώνεται από την πίστη και την ελπίδα στη βοήθεια του Θεού. «Η ακλόνητη ελπίδα είναι η θύρα της απάθειας», ή ακόμα και της «έλλειψης φροντίδων».
Είναι πολύ σημαντικό, το να είναι η ίδια η υπακοή μια πράξη ελευθερίας, ελεύθερης απόφασης και εκλογής. Επιπλέον, η απάρνηση της ίδιας της θελήσεως κάποιου γίνεται για χάρη της απελευθερώσεως. Δια της υπακοής η θέληση απαλάσσεται από τη διακινδύνευση της προσωπικής γνώμης, και ξεφεύγει από τη δύναμη των παθών. Μ' αυτήν την έννοια η υπακοή είναι ο πρόδρομος της γνήσιας απάθειας. «Ο υπάκουος, σαν τον νεκρό, δεν αντιλέγει και δεν κρίνει, είτε για το καλό είτε για το ψευτο-κακό».
Αυτή είναι η οδός της αληθινής ελευθερίας, δια της εκούσιας δουλείας όπως πάντα, ανάσταση δια του θανάτου, αναγέννηση διαμέσου του θανάτου. Ο εσωτερικός αγώνας αρχίζει με μετάνοια. Μάλλον, η μετάνοια ή η στενοχώρια κάποιου για τις αμαρτίες του είναι το κύριο στοιχείο του αγώνα. Με τη μετάνοια συνδέεται η θνητή μνήμη, η θνητή ανάμνηση. Αυτή είναι η πνευματική προαίσθηση του θανάτου, και ακόμα ένα είδος «καθημερινού θανάτου». Η γνήσια «ανάμνηση του θανάτου» είναι δυνατή μόνο μέσα από ολική απάθεια και πλήρη αποκοπή της θελήσεως. Δεν υπάρχει φόβος σ’ αυτήν. Είναι δώρο Θεού.
Το επόμενο βήμα είναι το να κλαις, ένα κλάμα που προξενεί χαρά. «Η μετάνοια είναι ανανέωση του βαπτίσματος αλλά το κλάμα είναι ανώτερο από το βάπτισμα». «Η πηγή των δακρύων μετά το βάπτισμα είναι ανώτερη από το βάπτισμα», όσο κι αν αυτό φαίνεται παράδοξο. Γιατί το κλάμα είναι μια συνεχής κάθαρση από τις αμαρτίες που κάποιος έχει διαπράξει. Υπάρχει κλάμα από φόβο, κλάμα από ευσπλαχνία, και κλάμα από αγάπη. Αυτό πιστοποιεί ότι η προσευχή κάποιου έχει γίνει δεκτή. «Δεν θα κατηγορηθούμε, αδελφοί, γιατί δεν κάναμε θαύματα, γιατί δεν θεολογήσαμε, γιατί δεν είδαμε οράματα, αλλά χωρίς αμφιβολία θα πρέπει να δώσουμε λόγο στον Θεό γιατί δεν κλαίμε συνεχώς για τις αμαρτίες μας».
Ο τελικός σκοπός του εσωτερικού αγώνα, της εσωτερικής «δοκιμασίας», είναι η προσπάθεια να αποκτήσουμε την απάθεια. Το έργο της οργάνωσης του εσωτερικού μας περιορίζεται στη συνεχή προσπάθεια να εξαφανίσουμε τα πάθη. Πρέπει κανείς να προσπαθεί να σταματήσει, και να σταματήσει πράγματι πλήρως, την κίνηση και τη διέγερση των παθών μέσα του.
Πρώτ’ απ’ όλα πρέπει κανείς να υπερνικήσει το θυμό — την «αναταραχή της καρδιάς». Πρέπει κανείς να προσπαθεί να αποκτήσει αοργησία και πραότητα, ειρήνη και ηρεμία. Όπως το εννοεί ο Άγ. Ιωάννης της Κλίμακος, ο θυμός συνδέεται με την υπερηφάνεια. Γι’ αυτό ορίζει την αοργησία ως την «ακόρεστη επιθυμία για ατιμία», και την πραότητα ως την «ακίνητη κατάσταση της ψυχής που μένει η ίδια τόσο στις τιμές όσο και στις ατιμίες».
Ακόμα πιο ανώτερη είναι η ολική απουσία εκδικητικότητας, που μιμείται τη συγχωρητική φύση του Ιησού. Πρέπει κανείς να απέχει από κάθε είδος επικρίσεως. Να προσεύχεται για τους αμαρτωλούς κρυφά — «αυτή η εικόνα της αγάπης ευχαριστεί τον Θεό». Το να κρίνει κανείς και να καταδικάζει δεν είναι κάτι που ταιριάζει στον μετανοούντα. «Το να κρίνει κανείς σημαίνει το να προσπαθεί με αυθάδεια να σφετεριστεί την αρμοδιότητα του Θεού για τον εαυτό του». Άλλωστε, η παγγνωσία χωρίς την οποία η κρίση αποδεικνύεται πάντοτε βιαστική είναι αδύνατο να αποκτηθεί από τον άνθρωπο. «Ακόμα κι αν δεις κάποιον με τα ίδια τα μάτια σου να αμαρτάνει, μην τον καταδικάσεις. Γιατί συχνά τα μάτια σου απατώνται».
Ο Άγ. Ιωάννης της Κλίμακος έχει πολλά να πει για τους σαρκικούς πειρασμούς και για την απόκτηση καθαρότητας. Η πηγή της καθαρότητας είναι μέσα στην καρδιά. Αυτή είναι πέραν των δυνάμεων του ανθρώπου, αλλά είναι δώρο Θεού, υπό τον όρο όμως της «δοκιμασίας».
Η φιλαργυρία εξαφανίζεται με «το να παραμερίσει κανείς το ενδιαφέρον του για τα γήινα». Τότε ελευθερώνεται κανείς από τις φροντίδες, με την πίστη και την ελπίδα.
Ακόμα πιο επικίνδυνος είναι ο πειρασμός της υπερηφάνειας. Αυτός που είναι υπερήφανος πειράζεται χωρίς δαιμονικό δελεασμό. Έχει ο ίδιος γίνει ένας δαίμονας και ένας αντίπαλος του εαυτού του. Η υπερηφάνεια υπερνικάται με την ταπείνωση. Η ταπείνωση δεν επιδέχεται λεκτικό ορισμό -είναι η περιοχή της «ανέκφραστης χάριτος της ψυχής», την οποία εννοεί κανείς μόνο εμπειρικά.
Μπορεί κανείς να μάθει την ταπείνωση μόνο από τον ίδιο το Χριστό «μάθετε όχι από Άγγελο, ή άνθρωπο, ή βιβλίο, αλλά από Μένα δηλαδή, από την ενοίκησή Μου μέσα σας, και από τη λάμψη Μου και το έργο Μου μέσα σας, γιατί Εγώ είμαι πράος και ταπεινός στην καρδία» — «ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία» (Ματθαίος 11:29). Κατά μίαν έννοια η ταπείνωση στους ασκητές είναι ένα είδος τύφλωσης για τις δικές τους αρετές ένα «Θεϊκό σκέπασμα που δεν μας επιτρέπει να δούμε την πρόοδό μας».
Ο Άγ. Ιωάννης της Κλίμακος διακρίνει τα εξής θέματα στην ανάπτυξη του πάθους. Πρώτ' απ' όλα έρχεται η προσθήκη, το «χτύπημα» ή η επίθεση «προσβολή» μια ορισμένη εικόνα ή σκέψη, μια «εισβολή σκέψεων». Δεν υπάρχει ακόμα εδώ αμαρτία, γιατί η θέληση δεν συμμετέχει ακόμα σ’ αυτήν. Η θέληση εκδηλώνεται με τη συγκατάθεση —τον «συνδυασμόν». Αυτός είναι ένα είδος «συνομιλίας με την εικόνα που εμφανίστηκε», και σ' αυτό το ενδιαφέρον ή την προσοχή βρίσκεται η αρχή της αμαρτίας. Αυτός δεν είναι «εντελώς χωρίς αμαρτία». Όμως, πιο σπουδαία είναι η έλξη της θελήσεως, η «συγκατάθεσις», η συμφωνία της ψυχής με την παριστάμενη σκέψη ή εικόνα, που συνδυάζεται με ευχαρίστηση.
Στη συνέχεια, η πρόθεση -η πειράζουσα ιδέα ή εικόνα- ριζώνει στην ψυχή. Αυτή είναι η «αιχμαλωσία», ένας σταθμός στη δοκιμασία που είναι χώρος κατοχής της καρδίας. Τέλος, η επιτηδειότητα στο κακό εγκαθίσταται. Αυτή είναι «το πάθος» στην κυριολεξία.
Γίνεται απ’ αυτό φανερό, πρώτον, ότι η ρίζα των παθών είναι η ενδοτικότητα της θελήσεως. Δεύτερον, ο πειρασμός χτυπά δια της σκέψεως. Γι’ αυτό, το ασκητικό χρέος διχάζεται υπό μορφήν σκέψεως ή προθέσεων «λογισμού». Αφενός, πρέπει κανείς να ενισχύσει τη θέληση με την υπακοή και με την αποκοπή της αυθαιρεσίας. Αφ' εταίρου, πρέπει κανείς να καθαρίσει τις σκέψεις του.
Ο πειρασμός έρχεται από έξω. «'Κατά φύσιν' δεν υπάρχουν κακό και πάθη στον άνθρωπο, γιατί ο Θεός δεν δημιούργησε τα πάθη». Αυτό δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος τώρα είναι καθαρός. Αλλά είναι καθαρός δυνάμει του βαπτίσματος, ξαναπέφτει με τη θέλησή του, και καθαρίζεται με τη μετάνοια και τη «δοκιμασία». Μέσα στην ίδια τη φύση υπάρχει ορισμένη δύναμη -δυνατότητα- αρετής, και η αμαρτία είναι αντίθετη προς τη φύση, και είναι διαστροφή των φυσικών ιδιοτήτων.
Εντούτοις, για όλ' αυτά, το χρέος του ανθρώπου είναι όχι μόνο να εκπληρώσει τα φυσικά μέτρα αλλά και να τα υπερβεί, να γίνει ανώτερος της φύσεως. Τέτοια είναι η καθαρότητα, η ταπείνωση, η επαγρύπνηση, και η σταθερή ευαισθησία της καρδιάς. Γι’ αυτό, χρειάζεται κανείς τη συνεργία της ελεύθερης «δοκιμασίας» και των Θείων δωρεών που ανυψώνουν τον άνθρωπο πάνω από τα όρια της φύσεως. Ο αγώνας με το κακό και τον πειρασμό πρέπει να αρχίσει το δυνατόν ενωρίτερα, πριν ο πειρασμός σκληρυνθεί σε πάθος. Αλλά είναι σπάνιοι οι άνθρωποι που δεν καθυστερούν. Γι’ αυτό η «δοκιμασία» είναι τόσο μακρά και δύσκολη, και δεν υπάρχουν συντομεύσεις σ’ αυτήν. Επιπλέον, η οδός είναι χωρίς τέλος. Δεν υπάρχουν όρια στην αγάπη του Θεού. Μάλλον, αυτό το όριο είναι το ίδιο χωρίς τέλος. «Η αγάπη δεν σταματά. Και δεν θα παύσουμε ποτέ να προοδεύουμε σ’ αυτήν -ούτε στο παρόν, ούτε στο μέλλον- πάντα θα συνεχίζουμε, ευρισκόμενοι μέσα ήδη στο φως, να παίρνουμε νέο νοητό φως. Ισχυρίζομαι ότι ακόμα και οι άγγελοι, αυτά τα ασώματα όντα, δεν είναι χωρίς πρόοδο, αλλά πάντα λαμβάνουν δόξα για τη δόξα και λόγο για το λόγο».
Ο τελικός σκοπός της «δοκιμασίας» είναι η αγία σιωπή η «ησυχία» η σιωπή του σώματος και της ψυχής. «Σιωπή του σώματος είναι η κοσμιότητα και το να είναι καλά εφοδιασμένο με ηθικές αρχές και σωματικά αισθήματα. Σιωπή της ψυχής είναι η κοσμιότητα των προθέσεων και της σκέψεως που δεν μπορεί να κλαπεί». Με άλλους λόγους, είναι η ειρήνη και αρμονία, η αταραξία και αναλογία της ζωής -εσωτερικής ζωής, και γι’ αυτό επίσης και εξωτερικής ζωής.
Σιωπή είναι η επαγρύπνηση της ψυχής. «Ύπνωσα αλλά η καρδιά αγρυπνούσε» (Άσμα Ασμάτων 5:2). Αυτή η εσωτερική σιωπή είναι πιο σπουδαία από την εξωτερική μόνο ησυχία. Αυτή η αυστηρή προσοχή της καρδίας είναι σημαντική. Αληθινή σιωπή είναι ο «ατάραχος νους». Με άλλους λόγους, η «φυλακή της καρδίας» και η «τήρησις του νοός».
Η δύναμη της σιωπής έγκειται στη συνεχή και αδιάσπαστη προσευχή. «Η σιωπή είναι αδιάκοπη υπηρεσία στον Θεό και παρουσίαση ενώπιον του». Αλλιώς, η σιωπή είναι πέραν από τη δύναμη ενός ανθρώπου, γιατί προσευχή είναι η εμφάνιση ενώπιον του Θεού και ύστερα η ένωση μαζί του. Ή, αντίστροφα, η γνήσια εμφάνιση ενώπιον του Θεού είναι προσευχή.
Στα διάφορα είδη της προσευχής πρώτη πρέπει να έρχεται η ευχαριστία, ύστερα η εξομολόγηση με μετάνοια, και τέλος η ικεσία. Μια προσευχή πρέπει να είναι πάντα απλή και σύντομη. Η ανώτερη απ’ όλες είναι η «μονοσύλλαβη» επίκληση του Ιησού. Η προσευχή πρέπει να μοιάζει περισσότερο με την αδέξια φλυαρία ενός παιδιού παρά με σοφή και πολύπλοκη ομιλία. Η πολυλογία στην προσευχή αποτρέπει την προσοχή. Εισάγει στο νου την ονειροπόληση, και το πιο επικίνδυνο στην προσευχή είναι η «αισθησιακή ονειροπόληση». Η σκέψη πρέπει πάντα να κρατιέται και να περιορίζεται στα λόγια της προσευχής. Πρέπει κανείς να αποκόβει άγρυπνα όλες τις προθέσεις» και τις «εικόνες» -όλες τις «φαντασίες». Πρέπει κανείς να ελέγχει το νου του. «Αν αυτός περιπλανιέται παντού ελεύθερα, τότε ποτέ δεν θα ενοικεί μέσα σου».
Η προσευχή είναι ένας άμεσος αγώνας για τον Θεό «αποξένωση από τον ορατό και αόρατο κόσμο». Στην τέλεια μορφή της η προσευχή γίνεται πνευματικό δώρο, ένα είδος εμφυσήσεως του Πνεύματος που εργάζεται μέσα στην καρδιά -τότε το Πνεύμα προσεύχεται μέσα σ' έναν που ζήτησε την προσευχή
Κατά μίαν έννοια η σιωπή και η προσευχή συμπίπτουν. Η ίδια πνευματική κατάσταση θα μπορούσε επίσης να οριστεί ως απάθεια, γιατί απάθεια είναι ακριβώς ένας αγώνας, μια αφοσίωση κάποιου στον Θεό. «Μερικοί ακόμα λένε ότι η απάθεια είναι η ανάσταση της ψυχής πριν από την ανάσταση του σώματος». Και όμως, επιδιώκοντας την απάθεια το ίδιο το σώμα γίνεται άφθαρτο, ή μάλλον αδιάφθορο.
Αυτό είναι η αναζήτηση του νου του Κυρίου (βλέπε Α' Κορινθίους 2:16). Η ανέκφραστη φωνή του ίδιου του Θεού ηχεί μέσα στην ψυχή, προκηρύσσοντας το θέλημά Του, και αυτό είναι ήδη «ανώτερο από κάθε ανθρώπινη διδασκαλία». Γι’ αυτό ανάβει η δίψα για την αθάνατη ωραιότητα. «Αυτός που κατανοεί τη σιωπή έχει αναγνωρίσει το βάθος των μυστηρίων».
Ο Άγ. Ιωάννης της Κλίμακος θεωρεί και αισθάνεται τον έντονο δυναμισμό του πνευματικού κόσμου. Και στον αγγελικό κόσμο, επίσης, υπάρχει αγώνας για τα ύψη των Σεραφίμ. Στην ανθρώπινη «δοκιμασία» υπάρχει μια έλξη για τα αγγελικά ύψη, για την «εικόνα της ζωής των νοερών δυνάμεων».
Η απάθεια είναι και ο τελικός σκοπός και το χρέος. Όλοι δεν φθάνουν σ' αυτό το όριο, αλλά ακόμα και για εκείνους που δεν μπορούν να σωθούν, το να αγωνίζονται είναι το πιο σπουδαίο πράγμα. Η κινητήρια δύναμη της «δοκιμασίας» είναι η αγάπη. Αλλά η πληρότητα της «δοκιμασίας» είναι η προσπάθεια ν' αποκτήσει αγάπη. Η αγάπη έχει στάδια, και η αγάπη δεν μπορεί να γνωρισθεί. Εν τούτοις, αυτή είναι το ίδιο το όνομα του Θεού. Γι’ αυτό, στην πληρότητά της αυτή είναι ανέκφραστη. «Η λέξη της αγάπης είναι γνωστή στους αγγέλους άλλα μόνο κατά το βαθμό του φωτισμού τους». Η απάθεια και η αγάπη είναι διαφορετικά ονόματα για μια μοναδική τελειότητα. Η αγάπη είναι η οδός και το τέρμα. «Πλήγωσες την ψυχή μου, και η καρδιά μου δεν θα αντέξει τη φλόγα σου. Προχωρώ, ψάλλοντας για σένα».
Στους αποσπασματικούς και συγκρατημένους αφορισμούς του Αγ. Ιωάννου της Κλίμακος για την αγάπη, αισθάνεται κανείς μια εγγύτητα προς το μυστικισμό του Αρεοπαγίτη, ιδιαίτερα στα τελευταία αγγελικά και τα ανθρώπινα επίπεδα. Χαρακτηριστικά, ο Άγ. Ιωάννης λέγει λιγότερα για τα ανώτερα στάδια ή τους ανώτερους βαθμούς, και εδώ γίνεται φειδωλός με τις λέξεις. Γράφει για τους αρχαρίους και για ανθρώπους με μια μέσου επιπέδου εμπειρία. Εκείνοι που έχουν επιτύχει δεν χρειάζονται πια ανθρώπινη οικοδομή και καθοδήγηση. Έχουν ήδη την εσωτερική επιβεβαίωση και μαρτυρία. Εκτός αυτού, στα ανώτερα στάδια οι ίδιες οι λέξεις γίνονται ανίσχυρες και ανεπαρκείς. Αυτά δύσκολα μπορούν να περιγραφούν.
Αυτός είναι ένας γήινος ουρανός που ανοίγεται διάπλατα μέσα στην ψυχή. Είναι η ενοίκηση του Θεού μέσα στην ψυχή. «Η προσευχή ενός ανθρώπου που προσεύχεται ειλικρινά είναι το δικαστήριο, το δικαστήριο του νόμου, και η έδρα του δικαστή πριν από την τελική κρίση». Με άλλους λόγους, μια προειδοποίηση του μέλλοντος. «Και αυτή η μακάρια ψυχή φέρει τον Αιώνιο Λόγο μέσα της, και αυτός είναι ο μυστικός της οδηγός, ο σοφός σύμβουλος της, και ο φωτισμός της». Αυτός είναι η κορυφή της κλίμακας η οποία εξαφανίζεται μέσα στα ουράνια ύψη.

Ιστορία του Μοναχισμού Ευάγριος ο Ποντικός του Γεωργίου Φλωρόφσκυ


Επίτιμου καθηγητού της Ιστορίας της Ανατολικής Εκκλησίας του Πανεπιστημίου του Harvard


Πηγή: Απόσπασμα από το βιβλίο: "Οι Βυζαντινοί Ασκητικοί και Πνευματικοί Πατέρες". (Μετάφραση Παναγιώτη Κ. Πάλλη. Εκδόσεις Πουρναρά. Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 275-291).
(Τίτλος πρωτοτύπου: The Byzantine Ascetic and Spiritual Fathers. © BUCHERVERTRIEBSANSTALT. © 1992 Για την ελληνική γλώσσα Πουρναράς Παναγιώτης Καστριτσίου 12 Θεσσαλονίκη ISBN: 960-242-031-6).
Αν και εκείνες οι απόψεις του που ωριγένιζαν, αναθεματίσθηκαν από Οικουμενικές Συνόδους, ο Ευάγριος επηρέασε έντονα την ιστορία τού Μοναχισμού σε Ανατολή και Δύση.
Η Ζωή Του
Ανάμεσα στους ασκητές της Αιγύπτου τον τέταρτο αιώνα υπήρχαν λίγοι που ήταν συγγραφείς. Ο Ευάγριος ξεχωρίζει πολύ σε σχέση με το γενικό φόντο. Στην Αίγυπτο ο Ευάγριος ήταν νεοφερμένος. Γεννήθηκε περί το 345 ή το 346 στην πόλη Ίβηρα του Πόντου, ο πατέρας του Ευαγρίου ήταν «Χωρεπίσκοπος», ένας Επίσκοπος με περιορισμένη εξουσία. Το οικογενειακό υποστατικό του Αγ. Βασιλείου στα Άννισα ήταν πολύ κοντά στην Ίβηρα. Ο Άγ. Βασίλειος πήγε στα Άννισα να ζήσει την ασκητική ζωή. Στην επιστολή του 14 ο Άγ. Βασίλειος περιγράφει την περιοχή. Ο Ευάγριος ήταν γνωστός με τους μεγάλους Καππαδόκες στα νεανικά του χρόνια. Ο Άγ. Βασίλειος τον έκανε Αναγνώστη. Μερικοί νομίζουν ότι ο Άγ. Βασίλειος ήταν ο πρώτος που δέχτηκε τον Ευάγριο ως μοναχό - π. χ., ο Bousset, που κι αυτός νομίζει ότι ο Ευάγριος έφυγε από τη μοναστική κοινότητα του Αγ. Βασιλείου εξαιτίας μιας αισθήσεως απογοητεύσεως που δοκίμασε με την έμφαση του Βασιλείου σε κοινωνικές υποχρεώσεις. Φαίνεται ότι ο Ευάγριος ελκύστηκε περισσότερο από τη ζωή στην Κωνσταντινούπολη παρά από τη ζωή στο μοναστήρι του Αγ. Βασιλείου -πολύ πιθανόν λόγω της πνευματικής κινήσεως στην πρωτεύουσα.
Ο Άγ. Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός τον χειροτόνησε Διάκονο λίγο μετά το θάνατο του Αγ. Βασιλείου το 379 και τον πήρε στην Κωνσταντινούπολη μαζί του ως Αρχιδιάκονο. Εκεί ο Ευάγριος διακρίθηκε ως ιεροκήρυκας —έκανε κηρύγματα στην Κωνσταντινούπολη που του έδωσαν κάποια φήμη.
Ο Ευάγριος πάντα αισθανόταν φιλία προς τον Άγ. Γρηγόριο το Ναζιανζηνό, και αργότερα στη ζωή του μιλούσε ακόμα καλά γι’ αυτόν. Στο έργο του Πρακτικός (100), στην τελευταία συζήτηση για την ασκητική ζωή, ο Ευάγριος γράφει: «Αν το λαμπρό φως της δικαιοσύνης λάμπει επάνω μας… τότε θα ρουφήξουμε το κρασί του που ευφραίνει την καρδιά του ανθρώπου διαμέσου των προσευχών και της μεσιτείας του δικαίου Γρηγορίου, που με στερέωσε». Ο Άγ. Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός αισθάνονταν κοντά προς τον Ευάγριο, όπως μαρτυρείται από τη Διαθήκη του.
Ως πρόεδρος της Δεύτερης Οικουμενικής Συνόδου το 381, ο Άγ. Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός στηρίχθηκε πολύ στα χαρίσματα του Ευαγρίου. Όταν ο Άγ. Γρηγόριος παραιτήθηκε από τη σύνοδο και από το θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, ζήτησε από τον Ευάγριο να παραμείνει για να βοηθήσει το νέο επίσκοπο, το Νεκτάριο. Το Βιβλίο του Παραδείσου -«που ήταν οι Ιστορίες και οι Λόγοι των Μοναχών και ασκητών της Αιγυπτιακής Ερήμου» — ισχυρίζεται ότι ο Νεκτάριος εκτιμούσε το χαρακτήρα του Ευαγρίου και αισθάνονταν βαθειά αγάπη γι’ αυτόν -πράγματι, φαίνεται ότι όλοι αισθάνονταν το ίδιο για τον Ευάγριο. Έγινε γνωστός στην πρωτεύουσα ως ο «εκμηδενιστής της φλυαρίας των αιρετικών». Είναι προφανές ότι ο Ευάγριος έφθασε να γνωρίσει τους επιφανείς συνέδρους της Δεύτερης Οικουμενικής Συνόδου. Οποιαδήποτε επίδραση είχε πριν ασκήσει ο Άγ. Γρηγόριος Νύσσης επάνω στον Ευάγριο πιθανότατα ενισχύθηκε κατά τη συναναστροφή τους στη Δεύτερη Οικουμενική Σύνοδο.
Η Ιστορία των Μοναχών της Αιγύπτου διηγείται ότι ο Ευάγριος επέτρεψε στη νέα του θέση στην Κωνσταντινούπολη να τον αποσπάσει κάπως από τη θεωρητική ζωή, και χαιρόταν την «πολυτέλεια» και χρησιμοποιούσε δούλους για να τον περιποιούνται. Ύστερα ήρθε το σκάνδαλο. Ο Ευάγριος ερωτεύτηκε τη σύζυγο ενός αξιωματούχου στην Κωνσταντινούπολη. Το Βιβλίο του Παραδείσου διηγείται ότι την ώρα ενός θυελλώδους ονείρου ο Ευάγριος ορκίστηκε να εγκαταλείψει την πρωτεύουσα για να προστατεύσει την ψυχή του. Την επόμενη μέρα βρισκόταν πάνω σ' ένα πλοίο που πήγαινε στους Αγίους Τόπους. Χωρίς να χάσει χρόνο εγκαταστάθηκε στα Ιεροσόλυμα όπου έγινε φίλος με την Μελανία «την Πρεσβυτέρα».
Η ζωή της Μελανίας είναι ένα κεφάλαιο στην ιστορία του ασκητισμού. Γεννήθηκε στη Ρώμη το 342 από οικογένεια Πατρικίου, την οικογένεια Antonia, και είχε συγγενείς με επιρροή. Ήταν συγγενής με τον Paulinus της Nola —nostris sanguis propinquat. Στην ηλικία των δεκαέξι ετών παντρεύθηκε το Νομάρχη (Prefect) της Ρώμης, τον Valerius Maximus. Χήρεψε στην ηλικία των είκοσι δύο ετών, και αποφάσισε να αφιερώσει τη ζωή της στον αυστηρό ασκητισμό. Φαίνεται ότι έχασε δύο από τα παιδιά της περίπου τον ίδιο καιρό με το θάνατο του συζύγου της. Είχε ακόμα να φροντίσει το γιό της Publicola. Εμπιστεύθηκε τον Publicola σ' έναν παιδαγωγό, ξεπούλησε πολλά από τα πλούτη της, και έφυγε το 372 για την Αίγυπτο. Εκεί υποστήριξε τους μοναχούς που καταδιώκονταν από τους Αρειανούς. Το 378 η Μελανία επισκέφθηκε την Παλαιστίνη με τον Ρουφίνο και ίδρυσε δυο μοναστήρια στο Όρος των Ελεών. Το ίδιο έτος ο γιος της Publicola παντρεύθηκε την ευγενή Albina του γένους Ceionia. Από το γάμο αυτόν γεννήθηκε μια κόρη που είναι γνωστή ως Μελανία η «Νεωτέρα», η εγγονή της Μελανίας. Στα Ιεροσόλυμα η Μελανία και ο Ρουφίνος εμπλάκησαν στη λογομαχία με τον Ιερώνυμο για τον Ωριγενισμό, μια συμπλοκή που έκανε τον Ιερώνυμο να μιλήσει αρνητικά για τη Μελανία. Τα σχόλια του Ιερωνύμου για τη Μελανία έβλαψαν ιστορικά τη φήμη της. Ένα τέτοιο σχόλιο ήταν ότι το «όνομά της σημαίνει μαυρίλα και μαρτυρεί τη σκοτεινότητα της απιστίας της» cuius nomen nigredinis (melania) testatur perfidiae tenzbras. Περί το 400 η Μελανία γύρισε στην Ιταλία για να φροντίσει για την ασκητική εκπαίδευση της εγγονής της. Το 404 επισκέφθηκε τη Σικελία και την Ιππώνα. Στην Ιππώνα γνώρισε τον Άγ. Αυγουστίνο. Γύρισε στα Ιεροσόλυμα και προφανώς πέθανε εκεί περί το 409. Ήταν μια διανοούμενη κυρία, πολύ διαβασμένη, και ενδιαφέρθηκε πολύ για τα έργα του Ωριγένη. Έγινε επίσης ηγουμένη μιας ομάδος παρθένων.
Ο Ευάγριος έγινε αμέσως φίλος της Μελανίας και του Ρουφίνου, κι αυτή η φιλία κράτησε σ' όλη του τη ζωή. Αλλά και πάλι ο Ευάγριος είχε πάρει τη ζωή στα Ιεροσόλυμα λιγότερο σοβαρά, από ασκητική άποψη, από ό,τι είχε ορκιστεί. Ο Παλλάδιος αφηγείται ότι η καρδιά του Ευαγρίου σκλήρυνε σαν του Φαραώ. Όταν αρρώστησε με πυρετό, νόμισε πως ήρθε το τέλος του. Διατυπώθηκε ο ισχυρισμός ότι ήταν η Μελανία που ανακάλυψε την πνευματική αιτία της αρρώστιας του -την παράβαση του όρκου του. Αυτή μπόρεσε να τον κάνει να επαναβεβαιώσει τον όρκο του και να τον τηρήσει μπαίνοντας μέσα σ' ένα μοναστικό περιβάλλον. Το Βιβλίο του Παραδείσου αφηγείται ότι λίγες μέρες αργότερα ο πυρετός έπεσε και αυτός θεραπεύθηκε και δυνάμωσε.
Οι πηγές μας βρίσκουν ύστερα τον Ευάγριο στη Νιτρία με μια ομάδα μοναχών. Πήγε στην έρημο της Νιτρίας να καλλιεργήσει την ψυχή του ανάμεσα στους μοναχούς. Παρουσιάστηκε ως μετανοών αμαρτωλός που ζητούσε λύτρωση από τους πειρασμούς και τις αποπλανήσεις του. Έζησε στην Αίγυπτο δεκαεπτά χρόνια, πρώτα στο όρος της Νιτρίας και ύστερα στα κελιά. Η Μελανία είχε ζήσει προηγουμένως στη Νιτρία το 372 και είχε αγαπηθεί από τον Παμβώ. Το 383 έφθασε ο Ευάγριος. Συχνά διατυπώνεται η γνώμη ότι ήταν ο Ευάγριος που έφερε την Ωριγενιστική σκέψη στην Αίγυπτο. Τα ιστορικά γεγονότα δεν επιτρέπουν μια τέτοια άποψη, γιατί ο Άγ. Επιφάνιος βρήκε Ωριγενιστάς ανάμεσα στους μοναχούς της Αιγύπτου το 370. Είναι επίσης επέκταση της ιστορικής φαντασίας το να νομίζει κανείς ότι η Αλεξάνδρεια, ο τόπος των πρώτων δραστηριοτήτων του Ωριγένη, που ήταν τόσο κοντά στη Νιτρία — κάπου σαράντα μίλια χώριζαν τη Νιτρία από την Αλεξάνδρεια- και άλλα μοναστικά καθίσματα, μπορούσαν να μην ήταν η πηγή της Ωριγενιστικής σκέψεως ανάμεσα στους μοναχούς. Ο Ευάγριος είχε προφανώς διδαχθεί ή μάθει για τον Ωριγένη από τον Άγ. Βασίλειο, τον Άγ. Γρηγόριο το Ναζιανζηνό, και τον Άγ. Γρηγόριο Νύσσης. Στην Παλαιστίνη η γνώση του για τον Ωριγένη πιθανώς ενισχύθηκε λόγω της σχέσεώς του με τη Μελανία και το Ρουφίνο, το μεταφραστή αρκετών βιβλίων του Ωριγένη στα Λατινικά. Τώρα αυτός διαμορφώνει μια ισόβια φιλία και μοναστική σχέση με μια μοναστική κοινότητα που είχε ως ασχολία τη μελέτη του Ωριγένη. Ο Ευάγριος ήταν ίσως ο πρώτος που γράφει επί μακρόν συνδυάζοντας τη σοφία της ερήμου με τη σκέψη του Ωριγένη, αλλά δεν μπορούσε να είναι ο πρωτουργός της Ωριγενιστικής σκέψεως ανάμεσα στους μοναχούς της Αιγύπτου. Ανάμεσα στους μαθητές του Παμβώ, στους μοναχούς με τους όποιους ο Ευάγριος σχετίστηκε, περιλαμβάνονταν και οι «Μακροί αδελφοί», που ήταν μεταξύ εκείνων των Ωριγενιστών τους όποιους αργότερα εκδίωξε από την Αίγυπτο ο Πατριάρχης Θεόφιλος. Οι πηγές αναφέρουν ότι ο Αμμώνιος ο Παρώτης ήταν ο ηγέτης της ομάδος των μοναχών ύστερα από το θάνατο του Παμβώ· εκείνη η ομάδα αναφερόταν τότε ως ομάδα «του Αμμωνίου και του Ευαγρίου», και αργότερα ως «η ομάδα του Ευαγρίου». Και πάλι ήταν φανερή η ηγετική του ικανότητα.
Ο Ευάγριος δεν απομονώθηκε. Παρέμεινε σε στενή επαφή με τους «χωρικούς» κόπτες. Στην πραγματικότητα, ήταν πλησιέστερα προς τον Άγ. Μακάριο τον Μέγα τον Αιγύπτιο και τον Άγ. Μακάριο τον Αλεξανδρέα, έναν ιερέα της αυστηρής ομάδος ερημιτών στα Κελιά, μια κοινότητα μοναχών που βρίσκονταν περίπου δεκατρία μίλια νότια της Νιτρίας. Φαίνεται πως έγινε «μαθητής» του Αγ. Μακαρίου του Μεγάλου, τον οποίο θα επισκεπτόταν στη Σκήτη, και «μαθητής» επίσης του Αγ. Μακαρίου του Αλεξανδρέα. Ο Παλλάδιος γράφει ότι ο Ευάγριος μετοίκησε στα Κελιά όπου παρέμεινε δεκατέσσερα χρόνια ζώντας μια ζωή προσευχής και αυστηρής ασκήσεως. Πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του στην Αίγυπτο και πέθανε εκεί το 399 σε ηλικία πενήντα πέντε ετών.
Η Λαυσαϊκή Ιστορία περιέχει ένα κεφάλαιο για τον Ευάγριο. Η Συριακή μετάφραση της Λαυσαϊκής Ιστορίας περιέχει πρόσθετο υλικό. Από αυτές τις δυο πηγές δίνεται κάποια ένδειξη για το πώς ζούσε ο Ευάγριος. Στη Λαυσαϊκή Ιστορία ο Παλλάδιος γράφει ότι ο Ευάγριος ζούσε μια πολύ αυστηρή ζωή, ότι ζούσε με πενιχρές ποσότητες ψωμιού και λαδιού, ότι χρησιμοποιούσε αυστηρές μορφές ασκήσεως για να προφυλάξει την αγνότητά του, και ότι ο μεγαλύτερος πειρασμός του ήταν εκείνος της βλασφημίας. Ισχυριζόταν ότι πειραζόταν από δαίμονες που παρουσιάζονταν ως αντιπρόσωποι των αιρέσεων εκείνης της εποχής του Αρειανισμού, του Ευνομιανισμού, και του Απολλιναρισμού. Ο Παλλάδιος, φυσικά, παρουσιάζει πάντοτε τον Ευάγριο να θριαμβεύει πάνω στους πειρασμούς του. Ενώ ασχολείτο συνεχώς με την αυστηρή άσκηση, ο Ευάγριος δεν αμελούσε τη διανοητική ζωή, έγραφε βιβλία και εμπλεκόταν σε θεολογικές φιλονικίες. Κατά καιρούς ταξίδευε στην Αλεξάνδρεια και αντέκρουε τους αιρετικούς.
Αλλά η ζωή του Ευαγρίου στην Αίγυπτο δεν πέρασε χωρίς δυσκολίες. Η Συριακή μετάφραση διασώζει αυτές τις εκθέσεις των δυσκολιών του. Ένα επεισόδιο αποκαλύπτει ότι ο Ευάγριος σε μια από τις επισκέψεις του σ’ έναν «ασκητή δάσκαλο», πήρε την απάντηση - όταν ρώτησε την κοινή ερώτηση: Τι να κάνει για να σώσει την ψυχή του - να μην μιλά παρά μόνο αν ερωτηθεί. Ένα επεισόδιο τέτοιας φύσεως είναι διαφωτιστικό. Οι Κόπτες μοναχοί ήταν προφανώς φιλύποπτοι για τη μόρφωσή του και τους Ελληνικούς του τρόπους σκέψεως, για τη διανοητική του τάση. Μια συζήτηση γινόταν από μια ομάδα γερόντων των Κελιών. Ο Ευάγριος πρόσφερε τη γνώμη του και αποδοκιμάστηκε δριμύτατα: αν είχε μείνει στη χώρα του, θα ήταν σωστό να προσφέρει τη γνώμη του· «αλλά εδώ είσαι ένας ξένος». Η τάση είναι προφανής. Ό,τι έχει σημασία σ' αυτές τις αφηγήσεις είναι ότι ο Ευάγριος δέχεται τη συμβουλή και τις επιτιμήσεις των Κοπτών. Ο Σωκράτης στο βιβλίο του εκκλησιαστική Ιστορία (4,23) μας λέγει ότι η φήμη του Ευαγρίου για την αγιότητα και τις εν γένει ικανότητές του έφθασε στα αυτιά του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Θεοφίλου, ο οποίος θέλησε να χειροτονήσει τον Ευάγριο επίσκοπο Θμούεως. Ο Ευάγριος αρνήθηκε. Πολλοί επίσκοποι προέρχονταν από τις τάξεις των μοναχών. Αντίστροφα, οι μοναχοί είχαν ένα ρητό που έλεγε ότι αυτοί πρέπει να φυλάγονται από τις γυναίκες και τους Επισκόπους. Το ρητό «να προσέχουν τους Επισκόπους» σήμαινε ότι οι μοναχοί θα ‘πρεπε να αποφεύγουν κάθε αφορμή που θα τους αποσπούσε από τη μοναστική τους ζωή. Το να γίνει κανείς Επίσκοπος συνεπήγετο το ενδεχόμενο της «φιλοδοξίας» και της εμπλοκής στις κοσμικές υποθέσεις. Το Βιβλίο του Παραδείσου ισχυρίζεται ότι ο Ευάγριος στα τελευταία του χρόνια είχε βρει βαθειά ειρήνη και ότι οι πνευματικές του δυνάμεις αυξήθηκαν. Ήταν γνωστός ως «ο άνθρωπος της κατανοήσεως» και είχε φήμη ότι έκανε θαύματα και ότι είχε τη δωρεά της προφητείας. Η υγεία του άρχισε να χειροτερεύει στα τελευταία του χρόνια αλλά αυτός δεν μετρίασε την αυστηρή του άσκηση -παρά μόνο επέτρεψε στον εαυτό του να αντικαθιστά εκείνο τον καιρό τα ωμά λαχανικά με μαγειρεμένο φαγητό. Αισθάνθηκε ότι το τέλος του πλησίαζε. Το τελευταίο καταγραμμένο γεγονός της ζωής του είναι ότι ζήτησε να μεταφερθεί στην Εκκλησία κατά τα Επιφάνεια ώστε να μπορέσει να λάβει τη Θεία Ευχαριστία. Λέγεται ότι πέθανε μετά τη λήψη της Ευχαριστίας. Ήταν το 399. Ο θάνατός του πράγματι τον γλύτωσε από μια μεγάλη ταραχή. Προ του τέλους εκείνου του έτους (399) οι οπαδοί και σύντροφοι του Ευαγρίου, εκείνοι που αναφέρονται ως οι «Ωριγενιστές», εξορίστηκαν από την Αίγυπτο με διαταγή του Πατριάρχη Θεοφίλου. Μεταξύ αυτών ήταν και οι Μακροί αδελφοί, ο Παλλάδιος, ο Άγ. Ιωάννης ο Κασσιανός, και ο σύντροφος του Κασσιανού, ο Γερμανός. (Για μια εκτενή συζήτηση για την εξορία των Ωριγενιστών από την Αίγυπτο και τη συνάντηση αυτών με τους Ανθρωπομορφίτες, βλέπε τα άρθρα του π. Φλορόφσκυ «Οι Ανθρωπομορφίτες της Αιγυπτιακής Ερήμου» και «Θεόφιλος Αλεξανδρείας και ο Αβάς Απφύ της Pemdje» στον Τόμο IV της σειράς των εκλεκτών έργων του Γεωργίου Φλορόφσκυ). Πολλοί από εκείνους που εξορίστηκαν από την Αίγυπτο βρήκαν καταφύγιο στην Κωνσταντινούπολη κοντά στον Αγ. Ιωάννη το Χρυσόστομο. Αυτό ενίσχυε το μένος του Θεοφίλου κατά του Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, το τελικό αποτέλεσμα του οποίου ήταν ο θρίαμβος του Θεοφίλου και η εξορία, που οδήγησε στο θάνατο, του Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Εν τούτοις, αυτή ακριβώς η εξορία συνέβαλε πολύ στην εξάπλωση των ιδεών του Ευαγρίου. Ο Άγ. Ιωάννης ο Κασσιανός χειροτονήθηκε διάκονος από τον Άγ. Ιωάννη το Χρυσόστομο και του ανατέθηκε να φέρει επιστολή στον επίσκοπο Ρώμης υπέρ του Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Ο Κασσιανός βρήκε μια καινούρια ζωή στη Λατινική Δύση. Έγινε φίλος του Λέοντος, που επρόκειτο να γίνει ο Πάπας Λέων ο Μέγας. Του ζητήθηκε να πάει στη Νότια Γαλατία για να βάλλει μια τάξη στην εκεί χαοτική μοναστική κίνηση.
Στα βιβλία του Θεσμοί του Κοινοβίου και Διαλέξεις, ο Άγ. Ιωάννης ο Κασσιανός θέλησε να εξηγήσει στη Λατινική Δύση το μοναστικό ασκητισμό του Ευαγρίου, αν και σε μια ηπιώτερή του μορφή. Στον πρόλογό του στο έργο του Θεσμοί του κοινοβίου ο Άγ. Ιωάννης ο Κασσιανός γράφει: «Θα προσπαθήσω, όσο μπορώ, με τη βοήθεια του Θεού, να εξηγήσω πιστά μόνο τους θεσμούς και τους κανόνες των μοναστηριών τους, και ιδιαίτερα την πηγή και τις αιτίες των κυριότερων σφαλμάτων, που τα υπολογίζουν σε οκτώ, και τις θεραπείες γι’ αυτά σύμφωνα με τις παραδόσεις τους, αφού σκοπός μου είναι να πω λίγα λόγια όχι για τα θαύματα του Θεού, αλλά για τον τρόπο με τον οποίο θα μπορέσουμε να βελτιώσουμε το χαρακτήρα μας, και για την επίτευξη της τέλειας ζωής, σύμφωνα με αυτό που παραλάβαμε από τους παλαιότερους. Σ' αυτό, επίσης, θα προσπαθήσω να ικανοποιήσω τις οδηγίες σας, ώστε, αν υπάρχει, να βρω κάτι που έχει είτε αφαιρεθεί είτε προστεθεί σε κείνες τις χώρες που δεν είναι σύμφωνο με τον κανόνα που έχω δει να εφαρμόζεται στα μοναστήρια που ιδρύθηκαν από παλιά σ’ όλη την Αίγυπτο και την Παλαιστίνη, γιατί δεν πιστεύω πως ένα καινούριο μοναστήρι στη Δύση, στα μέρη της Γαλατίας θα μπορούσε να βρει κάτι πιο λογικό και τέλειο από όσο είναι εκείνα τα ήθη, στην τήρηση των οποίων τα μοναστήρια που έχουν ιδρυθεί από αγίους και με πνευματικό νου προικισμένους πατέρες από την αρχή του Αποστολικού κηρύγματος επιμένουν ακόμα ως τις μέρες μας. Θα επιχειρήσω, εν τούτοις, να κάνω αυτή τη διάκριση στο έργο μου — όπου βρίσκω κάτι στον κανόνα των Αιγυπτίων που, είτε λόγω της δριμύτητας του κλίματος, ή λόγω κάποιας δυσκολίας ή ποικιλίας των ηθών, είναι αδύνατο σ' αυτές τις χώρες, ή σκληρό και δύσκολο, θα το εξισορροπήσω σε κάποιο βαθμό με ήθη των μοναστηριών που ιδρύθηκαν σ' ολόκληρο τον Πόντο και τη Μεσοποταμία, γιατί, αν πρέπει να δίνεται η δέουσα προσοχή σε πράγματα που είναι δυνατά, υπάρχει η ίδια τελειότητα στην υπακοή αν και η δύναμη μπορεί να είναι άνιση».
Ο Κασσιανός έχει μεγάλη προκατάληψη στην περιγραφή που κάνει για τη μοναστική Αίγυπτο· έγραψε για να παρουσιάσει μια ορισμένη διδασκαλία πνευματικότητας, τη διδασκαλία του Ευαγρίου μέσα στην οποία εξακολουθούν να παραμένουν στοιχεία του Ωριγένη. Ο Chadwick έχει σωστά παρατηρήσει ότι «ο τίτλος του 'πατρός στην πνευματική γραμματεία μας', τον οποίον ο Henri Bremond επεφύλλαξε για τον Κασσιανό, θα έπρεπε να δοθεί στον Ευάγριο». Αλλά αυτός μεταφέρθηκε στη Λατινική Δύση διαμέσου του Αγ. Ιωάννου του Κασσιανού. Η φήμη του Κασσιανού στη Λατινική Δύση δοκιμάστηκε πολύ εξαιτίας της επιθέσεώς του κατά της διδασκαλίας του Αγ. Αυγουστίνου περί προορισμού και χάριτος. Εντούτοις, τα έργα του για την πνευματικότητα ήταν πολύ σπουδαία για να απορριφθούν. Το αποτέλεσμα ήταν αυτά να κυκλοφορήσουν σε λογοκριμένη κατάσταση. Στην Αφρική τα έργα του κυκλοφόρησαν σε μια αποκαθαρμένη μετάφραση. Στην Ιταλία ο Κασσιόδωρος (γεννήθηκε περί το 485 πέθανε περί το 580) προέτρεπε τους μοναχούς του στο Vivarium να διαβάζουν τα βιβλία του Κασσιανού «Θεσμοί» και «Διαλέξεις», αλλά ταυτόχρονα στο έργο του Institutiones Divinarum et Saecularium Litterarum (1,29), ένα έργο που στηρίζεται πολύ στο έργο του Αγ. Αυγουστίνου De Doctrina Christiana, προειδοποιεί τους μοναχούς του για την περί χάριτος θεολογία του Κασσιανού. Δύο φορές τον έκτο αιώνα ο Κασσιανός κινδύνεψε να καταδικαστεί. Στην πιο κρίσιμη περίπτωση το όνομά του μνημονεύθηκε μέσα σ' έναν κατάλογο ονομάτων που γράφτηκε από ένα άγνωστό πρόσωπο. Ακριβώς την ίδια εποχή ο Άγ. Βενέδικτος συνιστούσε στους μοναχούς του την ανάγνωση του Κασσιανού. Αυτός ο κατάλογος τελικά έγινε δεκτός στην Λατινική Εκκλησία τον ογδόου αιώνα ως κατάλογος που γράφτηκε από ένα Πάπα της Ρώμης — εισήχθη ακόμα και στη συλλογή του Γρατιανού. Η καταδίκη συνδέθηκε με την αντίθεση του Αγ. Ιωάννου του Κασσιανού προς τον Άγ. Αυγουστίνο. Όμως, τα έργα του επιζούν έστω και χωρίς το όνομά του. Πριν ο Κανόνας του Αγ. Βενεδίκτου γίνει κατ' ουσίαν ο Κανόνας της Λατινικής Δύσεως, τα τέσσερα πρώτα βιβλία των θεσμών του Κοινοβίου του Αγ. Ιωάννη του Κασσιανού χρησιμοποιούνταν ως κανόνας. Ακόμα και το ανώνυμο έργο Regula Magistri περιλάμβανε τους Θεσμούς. Κατ' αυτόν τον τρόπο η περί μοναστικής πνευματικότητας διδασκαλία του Κασσιανού βρήκε το δρόμο της στη Λατινική μοναστική σκέψη.
Ο Άγ. Ιερώνυμος στην επιστολή του 133 προς Κτησιφώντα (3) μιλά για δημοτικότητα των έργων του Ευαγρίου σε Λατινική μετάφραση. Σ’ αυτήν την επιστολή, που είναι μια επίθεση κατά των Πελαγιανικών ιδεών, ο Άγ. Ιερώνυμος αναγνωρίζει την ιδέα του Πελαγίου, ότι ένας άνθρωπος μπορεί να ζήσει χωρίς αμαρτία, στην περί απάθειας διδασκαλία του Ευαγρίου, μια διδασκαλία που ο Άγ. Ιερώνυμος χαρακτηρίζει ως ειδωλολατρική στην προέλευσή της. Ο Άγ. Ιερώνυμος βρίσκει τις διδασκαλίες του Ευαγρίου διεστραμμένες, πολύ περισσότερο λόγω της σχέσεως του Ευαγρίου με τη Μελανία και το Ρουφίνο -αναφέρεται σ' αυτούς τους τρεις ως ένα «ανόσιο τρίο». Οι Λατινικές μεταφράσεις του έργου του Ευαγρίου κυκλοφόρησαν ήδη λίγα χρόνια μετά το θάνατο του Ευαγρίου το 399. Στα τέλη του πέμπτου αιώνα τα έργα του Ευαγρίου μεταφράστηκαν και πάλι στα Λατινικά, αυτή τη φορά από τον Γεννάδιο τον Μασσαλιέα.
Οι διδασκαλίες του Ευαγρίου διαδόθηκαν στη Συρία, στην Αρμενία, και στην Περσία, όπου η επίδραση τους ήταν μεγάλη. Αργότερα ακόμα και ο Αραβικός Χριστιανικός κόσμος ήρθε σε επαφή με τα έργα του Ευαγρίου και στη συνέχεια έδωσε τα έργα του στην Αιθιοπική Εκκλησία. Τα έργα του Ευαγρίου μεταφράστηκαν πολύ νωρίς στη Συριακή γλώσσα. Η επίδραση του Ευαγρίου πάνω στον Περσικό μοναχισμό έχει τονιστεί από τον Guillaumont, ο οποίος ισχυρίζεται ότι τα έργα του Ευαγρίου έγιναν το «κύριο» βιβλίο του ασκητισμοί στη Χριστιανική Περσία -επιπλέον, διατυπώθηκε ακόμα ο ισχυρισμός ότι τα έργα του Ευαγρίου ήταν τόσο δημοφιλή μεταξύ των Χριστιανών μοναχών στην Περσία ώστε η επίδρασή τους συνεχιζόταν και μετά την κατάκτηση του Ισλάμ, και επηρέασαν ακόμα και τους Πέρσες Sufis!

Η καταδίκη του Ευαγρίου
Στην Πέμπτη Οικουμενική Σύνοδο (553) ο Ευάγριος καταδικάστηκε ως Ωριγενιστής, μαζί με τον Δίδυμο. Η καταδίκη επαναλήφθηκε από τις δυο επόμενες Οικουμενικές Συνόδους. Στον όρο της πίστεως που έδωσε η Έκτη Οικουμενική Σύνοδος (680/681) δηλώνεται: «και μαζί μ’ αυτές, στην τελευταία, δηλαδή την Πέμπτη αγία Σύνοδο που συγκλήθηκε σ’ αυτόν τον τόπον, κατά του Θεοδώρου Μοψουεστίας, Ωριγένους, Διδύμου, και Ευαγρίου». Ο πρώτος κανόνας της Εν Τρούλλω Συνόδου, της Πενθέκτης (692), επαναλαμβάνει την καταδίκη του Ευαγρίου: «Αναγνωρίζουμε επίσης ως εμπνευσμένες από το Πνεύμα τις ευσεβείς φωνές των εκατόν ογδόντα πέντε θεοφόρων πατέρων, οι οποίοι συνήλθαν σ’ αυτήν την αυτοκρατορική πόλη κατά τη βασιλεία του μακαριάς μνήμης Αυτοκράτορά μας Ιουστινιανού, και τις διδάσκουμε σ' αυτούς που έρχονται μετά από μας γιατί αυτοί συνοδικώς αναθεμάτισαν και καταράσθηκαν τον Θεόδωρο Μομψουεστίας (τον διδάσκαλο του Νεστορίου), και τον Ωριγένη, και τον Δίδυμο, και τον Ευάγριο, από τους οποίους όλοι επανέφεραν φανταστικούς ελληνικούς μύθους, και επανέφεραν πάλιν τις ανακυκλήσεις ορισμένων σωμάτων και ψυχών, και συνέχεαν τις μετεμψυχώσεις με τις περιπλανήσεις ή τα όνειρα του νου τους, και ασεβώς ύβριζαν την ανάσταση των νεκρών». Ο Ευάγριος έγραψε δια μακρών για τη διδασκαλία του Ωριγένη περί της προϋπάρξεως των ψυχών και για τη διδασκαλία περί της αποκαταστάσεως. Σ' αυτό ο Ευάγριος ήταν ακόμα πιο απρόσεκτος από τον Ωριγένη. Τα «Γνωστικά Κεφάλαια» του Ευαγρίου δόθηκε εντολή από τον Ιουστινιανό να καταστραφούν μετά την Πέμπτη Οικουμενική Σύνοδο. Το έργο επέζησε σε Συριακή μετάφραση. Το 1952 ο Guillaumont ανακάλυψε το αρχικό κείμενο των Γνωστικών Κεφαλαίων που δημοσιεύτηκε το 1958. Ο Chadwick χαρακτηρίζει την ανακάλυψη των έργων του Ευαγρίου ως «ρομαντικό κατόρθωμα της σύγχρονης έρευνας». Το «τελευταίο βήμα» σ’ αυτό το «ρομαντικό κατόρθωμα» υπήρξε «η δημοσίευση από τον Guillaumont ενός πιο αρχικού κειμένου της Συριακής μεταφράσεως αυτού του κύριου δογματικού έργου του, των Γνωστικών Κεφαλαίων πιο αρχικού, και πιο σπουδαίου, γιατί αυτό έδειχνε ότι η προηγουμένως γνωστή Συριακή μετάφραση είχε καθαρθεί από τα πιο πρόδηλα Ωριγενιστικά δόγματά της. Ανακαλύψαμε το πλήθος των έργων του προέχοντος Έλληνος διδασκάλου ανάμεσα στους πατέρες του ερήμου». Παρά ταύτα, όμως, ο Ευάγριος παραμένει ακόμα μια αινιγματική μορφή. Μια σύγκριση της Χριστολογίας του, όπως αυτή εκτίθεται στην επιστολή του Προς την Μελανία και όπως περιλαμβάνεται στα Γνωστικά Κεφάλαιά του, αποκαλύπτει το χάσμα που υπάρχει ανάμεσα στην Καππαδοκική Χριστολογία της επιστολής και στην Ωριγενιστική τάση στο ανακαλυφθέν έργο.
Παρ' όλες αυτές τις καταδίκες η επίδραση του Ευαγρίου έφερε μεγάλο αποτέλεσμα σε μεταγενέστερους ασκητικούς συγγραφείς, ιδιαίτερα στο Μάξιμο τον ομολογητή. Ο Άγ. Μάξιμος, φυσικά, ποτέ δεν είπε φανερά ότι διάβασε τον Ευάγριο -επιπλέον ο Άγ. Μάξιμος χαρακτηρίζει τον Ευάγριο ως «ασεβή». Ήταν ο Viller, που στο άρθρο του το 1930 με τον τίτλο «Aux sources de la spiritualite de saint Maxime. Les oeuvres d' Evagre le Pontique (Revue d' Ascetique et de Mystique, 11)μεγαλοποίησε την υπόθεση της εξαρτήσεως του Αγ. Μαξίμου από τον Ευάγριο -στην πραγματικότητα, ο Viller προσπάθησε να αποδείξει ότι ο Άγ. Μάξιμος στηρίχθηκε εξολοκλήρου στον Ευάγριο. Το εντελώς αντίθετο αληθεύει. Ο Άγ. Μάξιμος μπορεί να χρησιμοποιεί τον Ευάγριο αλλά μεταβάλλει ριζικά τη σκέψη του Ευαγρίου. Είναι επίσης σημαντικό να συγκρίνουμε τα Έργα του Ευαγρίου με το Ρωσσικό έργο Αγάπη της Καλωσύνης.

Τα  έργα του Ευαγρίου
Ο Ευάγριος έγραψε αφειδώς, συνήθως με τη μορφή «κεφαλαίων» ή «ρητών», συχνά πράγματι αφορισμούς. Τα έργα του Ευαγρίου διαδόθηκαν αμέσως ευρύτατα σε Ανατολή και Δύση. Ιδιαίτερα σπουδαίο είναι το έργο του με τον τίτλο «Μοναχικός» (ο Μοναχός), που αποτελείται από δυο μέρη. Το πρώτο μέρος είναι γνωστό ως ο Πρακτικός, που αποτελείται από εκατό «ρητά». Το δεύτερο μέρος είναι γνωστό ως ο Γνωστικός, που αποτελείται από πενήντα «ρητά». Ο Πρακτικός έχει φθάσει σε μας σε δυο Ελληνικές εκδόσεις, μία με 70, και η άλλη με εκατό «ρητά». Ο Γνωστικός επέζησε μόνο σε μια Συριακή μετάφραση. Εκτός από τον Μοναχικό, πρέπει να μνημονευθεί ο αντιρρητικός του πάνω σε οκτώ κύρια αμαρτήματα και Γνωστικά Προβλήματα. Το Ελληνικό πρωτότυπο του αντιρρητικού χάθηκε αλλά ολόκληρο το κείμενο επέζησε σε μια Συριακή και μια Αρμενική μετάφραση. Τα «Γνωστικά Προβλήματα», που κοινώς αναφέρονται ως οι Αιώνες, αποτελείται από εξακόσια «ρητά» που διαιρούνται σε έξι βιβλία από εκατό «ρητά» το καθένα. Το Ελληνικό πρωτότυπο χάθηκε αλλά το έργο επέζησε σε μια Συριακή και μια Αρμενική μετάφραση. Η περίφημη όγδοη επιστολή στη συλλογή των επιστολών του Αγ. Βασιλείου ανήκει στον Ευάγριο. Μερικά από τα έργα του Ευαγρίου διασώθηκαν κάτω από το όνομα του Νείλου Αγκύρας.

Η Θεολογική σκέψη του Ευαγρίου
Ακολουθώντας την οδό του Ωριγένους, ο Ευάγριος διακρίνει τρία στάδια στην πνευματική ζωή: Ενεργητική ζωή, φυσική ή θεωρητική ζωή, και θεολογική ζωή -δηλαδή, «γνώση» της Αγίας Τριάδος. Η τελευταία είναι το όριο της πνευματικής ανόδου. «Η βασιλεία του Θεού είναι γνώση της Αγίας Τριάδος ακόμα και στα Γνωστικά του Κεφάλαια η οποία εκτείνεται ανάλογα με την κατάσταση του νου και η οποία τον γεμίζει με μια ατέλειωτα μακάρια ζωή». Αυτή είναι η ύψιστη «κατάσταση» της ψυχής ή, μάλλον, η ύψιστη ηρεμία και σιωπή, ανώτερη από την ομιλία και τη διαίσθηση, η ακίνητη ιδιότητα και η ακινησία του νου «ένα μοναδικό και το ίδιο όραμα, και δεν υπάρχουν σ' αυτό άνοδοι και κάθοδοι».
Αυτό το όραμα, αυτή η γνώση είναι χωρίς εικόνες, ανώτερη από τις εικόνες («υπέρ τα είδη»). Αυτή είναι καθαρή προσευχή ή, μάλλον, η αφοσίωση της ψυχής στην καθαρή προσευχή και είναι απρόσιτη στις ανθρώπινες προσπάθειες. Δίδεται ως δώρο άνωθεν, ως χάρισμα. Η ψυχή είναι ικανή να δεχθεί αυτό το δώρο, γιατί είναι δημιουργημένη κατ' εικόνα Θεού. Είναι ακριβώς αυτή η ικανότητα να αντιλαμβάνεται την αγία Τριάδα που ο Ευάγριος θεωρεί ως ομοιότητα του πνεύματος προς τον Θεό όχι η άυλη φύση του. Αλλά αυτή λαμβάνεται ως δώρο.
Κατά την ευσεβή αφαρπαγή και έκσταση η ψυχή ξαφνικά φωτίζεται από ένα μόνο Τριαδικό φως. Και εδώ δεν υπάρχουν δάσκαλοι και μαθητές όλοι είναι ήδη θεοί («θέωσις»). Σ' αυτό το πνευματικό όριο οδηγεί η μακρά, κρημνώδης οδός της δοκιμασίας. Σ’ αυτήν υπάρχουν δυο στάδια: η «πράξη» και η «θεωρία». Η πράξη αρχίζει με την πίστη και τελειώνει με την «απάθεια» και την αγάπη. Η όλη σημασία της «πράξεως» βρίσκεται στην υπερνίκηση και εξάλειψη των παθών με άλλα λόγια, στην γαλήνευση της ψυχής, στην υπόταξη των άτακτων «κινήσεών» της στους νόμους της φύσεως.
Το πάθος είναι κι αυτό μια «κίνησις» ή περιπλάνηση του νου. Η «απάθεια» είναι «στάσις». Το πάθος είναι διάχυση ή διασκορπισμός, εξάρτηση από εξωτερικές εντυπώσεις, ενώ η «απάθεια» είναι ανεξαρτησία και σταθερότητα. «Δεν έχει απάθεια η ψυχή που δεν αιχμαλωτίζεται από πράγματα, αλλά η ψυχή που παραμένει ατάραχη και όταν ακόμα τα θυμάται. Η απάθεια είναι αταραξία και έλλειψη σύγχυσης και είναι αδύνατο να μιλήσεις για το απαθές πρόσωπο: αυτός υπομένει. Υπομένει αυτός που πάσχει, αυτός που είναι «πάσχων», ή παθητικός.
Οι «κινήσεις» γεννιούνται στα κατώτερα μέρη της ψυχής και από εκεί ανέρχονται «σκέψεις» ή διαθέσεις «λογισμοί». Αυτοί υπενθυμίζονται και υποβάλλονται από τους δαίμονες οι οποίοι περιτριγυρίζουν πάντα τον άνθρωπο. Ο Ευάγριος έχει πολλά να πει για τον αγώνα των σκέψεων και για δαιμονικές επιθέσεις. Ο πιο επικίνδυνος από όλους τους δαίμονες είναι ο δαίμονας της υπερηφάνειας και η σκέψη της ματαιοφροσύνης. Ο βαρύτερος από όλους είναι ο δαίμονας της αθυμίας, ο «μεσημβρινός δαίμων», ο οποίος κατατρώγεται με μονοτονία και προσπαθεί να αποσπάσει την προσοχή της ψυχής. Η ψυχή γιατρεύεται μέσω της τηρήσεως των εντολών — μέσω της ταπεινώσεως, της νηστείας, της ελεημοσύνης, και της προσευχής. «Ο νους δεν θα δει τους θεϊκούς τόπους μέσα του αν δεν ανυψωθεί πάνω από όλες τις σκέψεις τις σχετικές με την ύλη και τη δημιουργία. Αλλά δεν θα ανυψωθεί πιο πάνω αν δεν απεκδυθεί τα πάθη που τον συνδέουν με αισθησιακά αντικείμενα και τον προδιαθέτουν για σκέψεις γύρω από αυτά. Ο νους απεκδύεται τα πάθη με τη βοήθεια καλών έργων και σκέψεων με τη δύναμη της πνευματικής θεωρίας».
Το όριο της αναπτύξεως μιας ενεργούς ζωής είναι η απάθεια, και η απάθεια γεννά την αγάπη. Η αγάπη είναι η αρχή της γνωστικής ανόδου, η αρχή της «φυσικής» ζωής. Η απάθεια δεν είναι αναισθησία, ή έλλειψη αισθήσεως, ή αδιαφορία, όπως φαίνονταν στον φιλύποπτο Άγ. Ιερώνυμο. Απάθεια είναι η ανεξαρτησία της ψυχής -ανεξαρτησία ή ελευθερία από εξωτερικές ή αισθησιακές εντυπώσεις· κατά κανέναν τρόπο δεν είναι παθητικότητα. Είναι ακριβώς το να στρέφεται προς τα μέσα όλη η ενέργεια.
Η απάθεια φανερώνεται στην αγάπη. Και αγάπη είναι πρώτ' απ’ όλα η έλξη να γνωρίσεις τον Θεό. Η αγάπη και η «γνώσις» ενώνονται αδιάσπαστα. Η «γνώσις» έχει τη δική της συνοχή, μια συνοχή από «θεωρίες». Η ψυχή ελευθερώνεται από αισθησιακές αντιλήψεις. Αλλά ένας άλλος, ανώτερος κόσμος αποκαλύπτεται γι’ αυτήν ο κόσμος στα «φυσικά» του θεμέλια και βάθη. Η «φυσική» θεωρία του κόσμου είναι πρωτίστως γνώση της πρόνοιας και κρίσεως του Θεού —«πρόνοια και κρίσις». Με άλλα λόγια, είναι αντίληψη και γνώση του κόσμου όπως τον θέλησε και τον δημιούργησε ο Θεός.
Από τη θεωρία των ορατών πραγμάτων ο νους ανέρχεται στην θεωρία των αοράτων, τόσο ώστε να προσεγγίζει τη «θεολογία» στα ύψη. Μ’ αυτήν την «πνευματική γνώση» η ίδια η ψυχή μεταβάλλεται και μεταμορφώνεται. Ακόμα και το σώμα μεταβάλλεται -γίνεται «πνευματικό» και απαθές. Όλο το πρόσωπο αλλάζει μορφή και ανανεώνεται, πεθαίνει και ανασταίνεται, γίνεται καινούριο. Ο Ευάγριος το ονομάζει αυτό «μικρή ανάσταση». Αυτό είναι μια προειδοποίηση της μεγάλης κοινής αναστάσεως η οποία στους εκλεκτούς και τους δόκιμους αρχίζει ακόμα και τώρα.
Η πλήρης εξάρτηση του Ευαγρίου από τους Αλεξανδρινούς είναι ολοφάνερη. Το θρησκευτικό ιδεώδες του είναι το ίδιο με του Ωριγένη και ακόμα με του Κλήμεντος -το γνωστικό ιδεώδες, ένα θεωρητικό, αναχωρητικό ιδεώδες. Η εξάρτηση από τον Ωριγένη γίνεται αισθητή στην ίδια τη γλώσσα, στην εκλογή των λέξεων και των ορισμών.
Στα βιβλία του ο Ευάγριος περιγράφει όλη την οδό μιας πνευματικής ζωής, από την αρχή ως το τέλος. Λέγει πολλά όχι μόνο για το ιδεώδες του αλλά και για τον ασκητικό αγώνα. Είναι ο πρώτος στον οποίο βρίσκουμε την περιγραφή των οκτώ βασικών κακιών τις οποίες μεταγενέστεροι συγγραφείς αναπαράγουν μιμούμενοι αυτόν. Η θέση του Ευαγρίου στην ιστορία καθορίζεται από την επίδρασή του. Διαφύλαξε και ανανέωσε τις παραδόσεις των Αλεξανδρινών του τρίτου αιώνα για τις μεταγενέστερες γενεές. Η ιστορική επίδρασή του ήταν τεράστια σε Ανατολή και Δύση.