Κυριακή, 31 Αυγούστου 2014

Σύγχρονοι άγιοι ο Γέρο-Ιγνάτιος Διονυσιατής.



Έτσι και στον Γέροντα Ιγνάτιο Διονυσιάτη, τα μετά θάνατον σημεία, που ο πανάγαθος Θεός ευδόκησε να δείξει, μας πληροφορούν για την άγια και ενάρετη ζωή που είχε ο ευλογημένος αυτός Μοναχός, ο οποίος για αντιμισθία της υπακοής και των πολλών πνευματικών του κόπων, έλαβε τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος.
Δηλαδή, προείδε και προείπε την κοίμησή του, και από την συνεχή και αδιάλειπτη προσευχή της μακαρίας και ζωτικής αυτής ευχής, το «Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού ελέησόν με» η οποία είχε κολλήσσει και είχε γίνει ένα με την αναπνοή του, έλαβε την αγιαστική χάρι, όπως τα οστά και η αγία κάρα του, κατά την ανακομιδή, να ευωδιάζουν και να εκπέμπουν πνευματική και άρρητη ευωδία τόσο που όλοι οι Μοναχοί της Κοινοβιακής αυτής Μονής, έδωσαν δόξα στο Θεό, ο οποίος και στον Μοναχό αυτόν επιβεβαίωσε τα ιερά λόγια του Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος που λέγει: «οπού ένδημήση o υπέρ φύσιν Θεός, υπέρ φύσιν λοιπόν καί τα πράγματα γίνονται».
Ο ευλογημένος αυτός Μοναχός δεν είναι από την χορεία των παλαιών εκείνων μεγάλων Αββάδων, αλλά είναι από τους σύγχρονους Πατέρες και Μοναχούς, διότι με την χάρι του Θεού κοιμήθηκε τον Ιούνιο του 1953 σωτήριο έτος και κατέταξε αυτόν ο Θεός στη χορεία των οσίων Αγιορειτών Πατέρων για να δοξάζει με τους αγίους Αγγέλους και όλους τους Αγίους τον πανάγαθο Θεό, τον Πατέρα, τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα, τον οποίον από νεότητος αγάπησε και λάτρευσε.
Οι Διονυσιάτες Αββάδες Ιγνάτιος και Λάζαρος

Τρίτη, 26 Αυγούστου 2014

Μνήμη των Αγίων Πατέρων της Ζ’ Οικουμενικής ΣυνόδουΠρωτ. Γεώργιος Μ. Μεταλληνός



Πρωτ. Γεώργιος Μ. Μεταλληνός
Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ
1. Την μνήμη των Αγίων Πατέρων της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου (787) εορτάζει σήμερα η Εκκλησία μας. Μία αίρεση προκάλεσε και την σύνοδο αυτή, η αίρεση της Εικονομαχίας. Πέρα από το αναμφισβήτητο χριστολογικό περιεχόμενό της είχε η Εικονομαχία και σαφή εκκλησιολογικό χαρακτήρα. Ήταν μια απροκάλυπτη επίθεση της Πολιτείας, που δεν ενεργούσε πια ως «διάκονος Θεού εις το αγαθόν» (Ρωμ. ιγ’ 3), εναντίον της Εκκλησίας. Οι δύο διακονίες του Γένους, η «Ιερωσύνη» και η «Βασιλεία», η ιερατική και η πολιτειακή διακονία, βρίσκονται αντιμέτωπες. Εγείρεται η επιδίωξη της Πολιτείας να υποτάξει την Εκκλησία, σε μια πρωτοφανή έκρηξη πολιτειοκρατίας. Η αίρεση ήταν το πνευματικό υπόβαθρο του προβλήματος.
Αίρεση, λοιπόν, κυρίως η Εικονομαχία, όπως τόσες άλλες, που συγκλόνισαν την Εκκλησία μας στη διαιώνια πορεία της. Πώς όμως συνέβη τούτο; Πώς δηλαδή απείλησε η αίρεση την Εκκλησία και πώς εξουδετερώθηκε ο κίνδυνος αυτός; Αυτό θα επιχειρήσουμε να αναπτύξουμε στη συνέχεια.

2. Ό,τι είναι αναγκαίο για την σωτηρία μας μας το εφανέρωσε ο Θεός «πολυμερώς και πολυτρόπως», καθ’ όλη την εξέλιξη του σχεδίου της Θείας Οικονομίας, από τους χρόνους της Π. Διαθήκης, κυρίως όμως στο πρόσωπο του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Ο Θεάνθρωπος Κύριός μας έγινε «υπογραμμός, ίνα τοις ίχνεσιν αυτού επακολουθήσωμεν» (Α’ Πέτρ. β’ 21). Γιατί μας απεκάλυψε εκείνο που αυτός ήταν (την οδό, την αλήθεια και τη ζωή) και έζησε εκείνο, που εδίδαξε. Δεν μας εξήγησε δηλαδή μόνο τί είναι αλήθεια, αλλά μας εφανέρωσε την ίδια την Αλήθεια, το Πρόσωπό του δηλαδή που είναι η μόνη και γι’ αυτό αιώνια αλήθεια. Απάλλαξε τον άνθρωπο από την αγωνιώδη προσπάθεια να βρει την αλήθεια. Γιατί βλέποντας τον Χριστό και το έργο του, έχει ενώπιόν του την Αλήθεια και δεν του μένει παρά ν’ ακολουθήσει τον Χριστό, για να είναι και αυτός «εν τη αληθεία» (Β’ Ιωάν. 3). Όποιος ζει μέσα στην Εκκλησία του Χριστού δεν φοβάται να πλανηθεί, γιατί η Εκκλησία ως το σώμα του Χριστού είναι «στύλος και εδραίωμα της Αληθείας» (Α’ Τιμ. γ’ 15).
Αλλ’ ο Χριστός δεν είναι μόνο η κηρύττουσα και αποκαλύπτουσα, αλλά και η κηρυττομένη Αλήθεια. Στο πρόσωπό του συγκεκριμενοποιείται το κήρυγμα της Αληθείας. Για αυτό και οι Απόστολοί του τον Χριστό εκήρυξαν (πρβλ. Α’ Κορ. α’ 23 κ.ά.). Δεν ανέπτυξαν κήρυγμα φιλοσοφικό, αόριστο, νεφελώδες. Τί έλεγε ο Παύλος στους Κορινθίους; «Ου γαρ έκρινα του ειδέναι τι εν υμίν, ει μη Ιησούν Χριστόν και τούτον εσταυρωμένον» (Α’ Κορ. β’ 2). Τον Χριστό παρέλαβε η Εκκλησία, από τον Χριστό ιδρύθηκε και αυτόν εκήρυξε. Γιατί το έργο του Χριστού συνέχισαν στον κόσμο και οι απόστολοι και οι πρώτοι χριστιανοί. Για να είναι όμως το έργο τους έργο Χριστού, έπρεπε και αυτοί να κηρύττουν ό,τι και ο Χριστός εκήρυξε, και να ζουν όπως ο Χριστός έζησε. Αν έλειπε αυτή η συνέχεια και συνέπεια, δεν θα ήταν οι χριστιανοί μέλη του σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας, αλλά ξένο σώμα.

3. Το έργο του Χριστού επολέμησε απ’ αρχής ο Σατανάς. Γιατί είδε να καταλύεται, να συντρίβεται η βασιλεία του. Ο Χριστός ήλθε να «λύση τα έργα του διαβόλου». Να συντρίψει το κράτος και την δυναστεία του και να χαρίσει την ελευθερία της ιδικής του βασιλείας. Γι’ αυτό ο Σατανάς, που θεωρεί τον εαυτό του άρχοντα και εξουσιαστή του κόσμου (πρβλ. Ματθ. δ’ 9), εκήρυξε ανοικτό πόλεμο ενάντια στη βασιλεία του Χριστού. Ως όργανά του -στρατιώτες του- χρησιμοποίησε τους άρχοντες του Ισραήλ και τους Ρωμαίους, την πολιτική εξουσία του κόσμου. Στόχος του ήταν στην αρχή το ίδιο το Πρόσωπο του Χριστού μας. Όταν όμως είδε να εξουδετερώνεται η επίθεσή του με την αναστάσιμη νίκη του Κυρίου και να γλυστρά το θύμα μέσα από τα χέρια του, εστράφηκε εναντίον του σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας. Αν δεν συνέτριψε τον ίδιο τον Χριστό, να συντρίψει τη συνέχεια του Χριστού, την Εκκλησία. Όπλα του και πάλι οι διωγμοί. Σηκώνει διωγμούς εκ μέρους των Εβραίων και κατόπιν εκ μέρους των Ρωμαίων. Η Εκκλησία, ως συνέχεια του έργου του Χριστού, έρχεται σ’ αντίθεση και προς την ιουδαϊκή θρησκοληψία και τον εβραϊκό εθνικισμό, και προς την ειδωλολατρία και την ψευδοφιλοσοφία (π.χ. τον γνωστικισμό). Γιατί αυτή εκήρυττε την σώζουσα αλήθεια, την αληθινή μονοθεΐα και την αληθινή σοφία.
Παρ’ όλο τον πόλεμο εναντίον της κατόρθωσε η Εκκλησία με την αποστολική σύνοδο (49 μ.Χ.) να μην υποδουλωθεί στον ιουδαϊκό εθνικισμό, γιατί αποστολή της δεν είναι να εξυπηρετήσει σχέδια εθνικιστικά, δηλαδή εθνοφυλετικά. Με την ενότητα της πίστεώς της μπόρεσε πάλι να κρατήσει την ψευδοφιλοσοφία έξω από τους κόλπους της. Έτσι, παρ’ όλους τους διωγμούς η Εκκλησία αντί να μειώνεται, αυξάνει και συνεχίζει την ενότητα πίστεως και ζωής των Αγίων Αποστόλων. Αναγκάζει μάλιστα η Εκκλησία, ως σώμα Χριστού, τους Ιουδαίους να σταματήσουν τον ανοικτό πόλεμο εναντίον της, τους ειδωλολάτρες να την παραδεχθούν και να ζητήσουν την συμμαχία της, τους φιλοσόφους να γίνουν χριστιανοί και το κράτος να την αναγνωρίσει. Τα αίματα των μαρτύρων της έγραψαν τον θρίαμβό της.

4. Ο Σατανάς όμως ανασυντάσσεται. Ό,τι δεν πέτυχε με τους διωγμούς, από έξω, θα επιδιώξει να το επιτύχει τώρα από μέσα, με το νέο φοβερό του όπλο, την αίρεση. Πρώτα επίστευε πως θα νικήσει, αν εξοντώσει τον Χριστό και τους μαθητές του. Τώρα, μετά την αποτυχία του, επιτίθεται εναντίον της αληθείας του Χριστού. Και να πώς. Ο Χριστός μας έδωσε μια πίστη, μια διδασκαλία και ένα νέο τρόπο ζωής, που σώζουν. Ο Σατανάς προσπαθεί να καταστρέψει την ενότητα αυτή, να διαστρεβλώσει την θεία Αποκάλυψη. Αυτό το σκοπό έχει η αίρεση. Δεν είναι μια άλλη θρησκεία, που γίνεται εύκολα αντιληπτή. Είναι καταστροφή της πίστεως, ύπουλη και παραπλανητική. Γιατί εμφανίζεται ως η αλήθεια και ως διόρθωση της πλάνης. Η αίρεση άρα δεν προσβάλλει τα σώματα, αλλά την ψυχή και γι’ αυτό απειλεί την καρδιά της Εκκλησίας. Αν επικρατούσε, θα επέφερε αλλοίωση της ουσίας του Χριστιανισμού, γιατί μια ποικιλία στην πίστη, όπως δυστυχώς την επιδιώκει και σήμερα ο αθεμελίωτος Οικουμενισμός, θα σήμαινε καταστροφή της πίστεως, η οποία τότε μόνο είναι εκκλησιαστική Πίστις, όταν συνοδεύεται από την ενότητα.
Το σπουδαιότερο όμως. Μια Εκκλησία, στην οποία επιβάλλεται η αίρεση και η πλάνη, είναι ξένη προς εκείνη, που ο Χριστός μας «απέκτησε με το αίμα του» (Πράξ. κ’ 28). Δεν είναι άλλο παρά «κόσμος», μακρά από τον Χριστό και την χάρη του.
Από το θανάσιμο αυτό κίνδυνο της αιρέσεως έσωσαν την Εκκλησία, με την χάρη και το φωτισμό του Χριστού μας οι Άγιοι Πατέρες. Ως γνήσια της Εκκλησίας τέκνα έγιναν πνευματικοί πατέρες και καθοδηγηταί των τέκνων της. Συνελθόντες σε συνόδους, εχώρισαν με τη μάχαιρα του Πνεύματος το νόθο από το γνήσιο, την αλήθεια από την πλάνη, τον θάνατο από τη σωτηρία. Με τους συνοδικούς όρους και τους ιερούς κανόνες των μας παρέδωσαν το συγκεκριμένο της αλήθειας του Χριστού, την Ορθοδοξία. Έτσι έθεσαν τα πνευματικά οροθέσια, που χωρίζουν καθαρά και αποτελεσματικά την θεία αποκάλυψη από την αίρεση. Επειδή δε σε κάθε εποχή δεν παύει ο Θεός να αναδεικνύει Αγίους Πατέρες, γι’ αυτό, ως μέλη της Εκκλησίας, μένουμε πάντα με την βεβαιότητα, ότι ακολουθώντας το δρόμο των Αγίων Πατέρων μας, μένουμε μέσα στην αλήθεια του Χριστού μας και γινόμασθε μέτοχοι της σωτηρίας Του.

Αδελφοί μου!

Τρεις φορές μέσα στο εκκλησιαστικό έτος τιμά η Εκκλησία μας Αγίους Πατέρες (της Α’, της Δ’ και της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου). Τρεις φορές μέσα σ’ ένα χρόνο ζούμε «Κυριακή των Αγίων Πατέρων». Δεν είναι συμπτωματικό φυσικά, γιατί τίποτε δεν είναι τυχαίο και συμπτωματικό στη ζωή της Εκκλησίας. Με τον τριπλό εορτασμό τονίζει η Εκκλησία την μεγάλη προσφορά των Αγίων Πατέρων στην εδραίωση της πίστεώς μας πάνω στο ανυπέρβλητο μυστήριο της Αγίας Τριάδος. Προβάλλοντας δε την πρώτη, την τέταρτη και την έβδομη Οικουμ. Σύνοδο, την αρχή, το μέσο και το τέλος των μέχρι τώρα (αναγνωρισμένων) Οικουμενικών Συνόδων, αγκαλιάζει όλους τους Αγίους εκείνους, που προσέφεραν τη ζωή και την ύπαρξή τους, για να μπορούμε εμείς, να ζούμε μέσα στην ελευθερία των τέκνων του Θεού. Αν τιμάμε, λοιπόν -και δίκαια- όσους μας χαρίζουν την εθνική μας ελευθερία, πόσο ευγνώμονες πρέπει να είμασθε σ’ αυτούς που μας έσωσαν από τη χειρότερη δουλεία που υπάρχει, την αίρεση. Δεν υπάρχει όμως μεγαλύτερη ένδειξη ευγνωμοσύνης από το να μιμηθούμε τον αγώνα τους και να γίνουμε και μείς με τη χάρη του Χριστού, πατέρες της Εκκλησίας, όπως εκείνοι. Αυτό όμως προϋποθέτει, ότι είμασθε πρώτα πιστά τέκνα της.
“ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΑ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ”
(Απάνθισμα κηρυγμάτων από την 
«ΦΩΝΗ ΚΥΡΙΟΥ» των ετών 1980 και 1983)
ΠΡΩΤΟΠΡ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ Μ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

Κυριακή, 24 Αυγούστου 2014

Η Υπαπαντή του Κυρίου


ypapanth
Σήμερα ἡ ἐκκλησία μᾶς ἑορτάζει τήν Ὑπαπαντή τοῦ Κυρίου μᾶς Ἰησοῦ Χριστοῦ, τότε πού τόν δέχθηκε στίς ἀγκαλιά τοῦ ὁ δίκαιος Συμεών. Ἡ ἑορτή τῆς Ὑπαπαντῆς εἶναι δεσποτική ἑορτή, ἑορτή δηλαδή πού εἶναι ἀφιερωμένη στό Δεσπότη Χριστό. Ὅταν πέρασαν σαράντα ἡμέρες ἀπό τήν γέννηση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ Παναγία Μητέρα του καί ὁ δίκαιος Ἰωσήφ, σύμφωνα μέ τήν διάταξη τοῦ παλαιοῦ νόμου, τόν πρόσφεραν στό ναό. Ὁ νόμος ὅριζε γιά τή μητέρα ὅτι σαράντα ἡμέρες μετά τή γέννηση ἔπρεπε νά παρουσιαστεῖ στό ναό γιά νά καθαριστεῖ, καί γιά τό πρωτότοκο ἀρσενικό παιδί ὅτι ἔπρεπε νά ἀφιερωθεῖ στό Θεό. Τό συναξάριο τῆς σημερινῆς ἑορτῆς εἶναι εὐαγγελικό, ὅτι δηλαδή ξέρουμε καί μποροῦμε νά ποῦμε γιά τήν Ὑπαπαντή τοῦ Κυρίου μας τό διηγεῖται τό ἱερό εὐαγγέλιο.
Στό δεύτερο κεφάλαιο τοῦ Εὐαγγελίου του, μέ πληροφορίες πού θά πρέπει νά εἶχε ἀπό τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς μᾶς διηγεῖται καί μᾶς περιγράφει ὅτι συνέβη στό ναό ἐκείνη τήν ἡμέρα. Γι’ αὐτό τό καλύτερο πού ἔχουμε τώρα εἶναι νά ἐπαναλάβουμε τό εὐαγγελικό κείμενο στή δική μας γλώσσα. Ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς πού ἡ παράδοση τόν θέλει νά ἦταν ζωγράφος, εἶναι πραγματικά ζωγράφος στή διήγηση καί περιγραφή τῶν γεγονότων τῆς ἱερῆς ἱστορίας.
Ὅταν συμπληρώθηκαν  οἱ ἡμέρες τοῦ καθαρισμοῦ, λέει τό εὐαγγέλιο, σύμφωνα μέ τό νόμο τοῦ Μωϋσῆ, ὁ Ἰωσήφ καί ἡ Μαρία ἔφεραν τόν Ἰησοῦ στά Ἱεροσόλυμα γιά νά τόν παρουσιάσουν στό Κύριο, καθώς εἶναι γραμμένο στό νόμο, ὅτι κάθε ἀρσενικό πού ἀνοίγει μήτρα θά ἀφιερωθεῖ στόν Κύριο, γιά νά προσφέρουν θυσία, σύμφωνα πάλι μέ τό νόμο Κυρίου, ἕνα ζευγάρι τρυγόνια ἤ δύο μικρά περιστέρια. Οἱ ἡμέρες τοῦ καθαρισμοῦ, γιά τίς ὁποῖες λέει ἐδῶ τό ἱερό κείμενο τοῦ εὐαγγελίου, εἶναι σαράντα ἡμέρες μετά τή γέννηση τοῦ παιδιοῦ. Ὁ σκοπός τῆς παρουσίασης στό ναό ἦταν διπλός, ὁ καθαρισμός τῆς μητέρας καί ἡ ἀφιέρωση τοῦ παιδιοῦ.
Ἦταν τότε στά Ἱεροσόλυμα ἕνας ἄνθρωπος πού λεγότανε Συμεών, καί ὁ ἄνθρωπος αὐτός ἦταν δίκαιος καί εὐλαβής καί περίμενε τήν ἐκπλήρωση τῶν ἐπαγγελιῶν τοῦ Θεοῦ γιά τόν Ἰσραήλ. Ἦταν ἐπάνω του τό Ἅγιο Πνεῦμα καί τοῦ εἶχε προφητευθεῖ πώς δέν θά πεθάνει ἄν δέν δεῖ τό Χριστό, καί μέ φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἦλθε στό ναό. Ὅταν οἱ γονεῖς ἔφεραν τό παιδί Ἰησοῦ γιά νά ἐκτελέσουν γι’ αὐτόν τά ἔθιμα τοῦ νόμου, τότε ὁ Συμεών τόν πῆρε στήν ἀγκαλιά του, εὐλόγησε τό Θεό καί εἶπε
«Τώρα Δέσποτα, πάρε μέ εἰρήνη τόν δοῦλον σου, σύμφωνα μέ τό λόγο σου, γιατί εἶδα μέ τά μάτια μου τή σωτηρία σου, πού ἑτοίμασες γιά ὅλους τους λαούς τό φῶς πού θά φωτίσει τά ἔθνη καί δοξάση τό λαό σου τόν Ἰσραήλ». Κι ἐνῶ ὁ Ἰωσήφ καί ἡ Μαρία θαύμαζαν γιά ὅσα λέγονταν γιά τόν Ἰησοῦ, ὁ Συμεών τούς εὐλόγησε καί εἶπε στή Μαριάμ «Αὐτός εἶναι προωρισμένος γιά νά πέσουν καί γιά νά ἀνυψωθοῦν πολλοί ἀνάμεσα στόν Ἰσραήλ, καί αὐτός θά εἶναι πρόσωπο ἀντιλογίας, γιά νά φανερωθεῖ τί  σκέφτονται πολλοί μέσα τους, ἀλλά καί τή δική σου ψυχή θά περάσει μαχαίρι». Ἦταν ἐκεῖ καί κάποια προφήτισσα Ἄννα, θυγατέρα τοῦ Φανουήλ ἀπό τή φυλή τοῦ Ἀσήρ. Αὐτή ἦταν σέ πολύ προχωρημένη ἡλικία.
Εἶχε ζήση ἑπτά χρόνια καί ὀγδόντα τέσσερα χρόνια ὕστερα, ὡς χῆρα, δέν ἔφευγε ἀπό τό ναό, ἀλλά σέ προσευχές καί νηστεῖες λάτρευε μέρα-νύχτα τό Θεό. Παρουσιάστηκε λοιπόν ἐκείνη τήν ὥρα, δοξολογοῦσε τό Θεό καί μιλοῦσε γιά τό παιδί σ’ ὅλους πού περίμεναν λύτρωση τῆς Ἱερουσαλήμ. Δέν μποροῦμε νά προσθέσουμε τίποτα στή διήγηση τοῦ Εὐαγγελιστῆ Λουκᾶ καί δέν θέλουμε νά σχολιάσουμε οὔτε τήν προσευχή οὔτε τά προφητικά λόγια τοῦ πρεσβύτη Συμεών γιά τόν Ἰησοῦ Χριστό. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἀγαπητοί μου ἀδελφοί συμμορφώθηκε πρός τό νόμο καί ὑποβλήθηκε ἡ Παναγία στίς διατάξεις τοῦ καθαρισμοῦ, γιά νά φανεῖ πώς ὅλοι χωρίς ἐξαίρεση ὀφείλουμε νά ἐκτελοῦμε μέ ταπεινό φρόνημα ὅτι ἐντέλλεται ὁ Θεός καί  ὅτι ὁρίζει ἡ Ἐκκλησία μας. Ἀμήν.

Κυριακή, 17 Αυγούστου 2014

Ορθόδοξος Φιλοσοφία της Αποκαλύψεως Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Θεολόγος, Ειδικός Γραμματέας του ΔΣ της ΠΕΘ 3. ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΓΝΩΣΗ, ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ


( Του π. ΓΕΩΡΓΙΟΥ  FLOROVSKY ) 
Ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο κατά τέτοιο τρόπο ώστε ο άνθρωπος  να μπορεί να ακούσει τα λόγια του, να τα δεχθεί, και να αυξηθεί πνευματικά μέσα σ’ αυτά και με αυτά να γίνει μέτοχος «ζωής αιωνίου». Η πτώση του ανθρώπου δε μετέβαλε τον αρχικό σκοπό του Θεού. Ο άνθρωπος δεν έχασε τελείως την ικανότητα να ακούει το Θεό και να τον δοξολογεί.  Και τελικά η κυριαρχία και η δύναμη της αμαρτίας έπαυσε.    
   «Και ο Λόγος σάρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν, και εθεασάμεθα την δόξαν αυτού, δόξαν ως μονογενούς παρά πατρός, πλήρης χάριτος και αληθείας» (Ιωάν.α’, 14). Ο δρόμος της ζωής και του φωτός είναι ανοιχτός. Και το ανθρώπινο πνεύμα έχει και πάλι γίνει ικανό να ακούει πλήρως το Θεό και να δέχεται τους λόγους του    Αλλ’ ο Θεός μίλησε στον άνθρωπο όχι απλώς για να μπορεί αυτός να θυμάται και να φέρνει στο νού του τους λόγους του. Απλούστατα, δεν μπορεί κανείς να κρατά στη μνήμη του το λόγο του Θεού. Πρέπει κανείς να διαφυλάσσει το λόγο του Θεού, προ πάντων, μέσα σε μια ζωντανή και φλεγόμενη καρδιά.
 Ο λόγος του Θεού διατηρείται μέσα στο ανθρώπινο πνεύμα σαν ένας σπόρος που φυτρώνει και φέρνει καρπούς. Αυτό σημαίνει ότι η αλήθεια της θείας αποκαλύψεως πρέπει να αποκαλυφθεί μέσα στην ανθρώπινη σκέψη,  πρέπει να εξελιχθεί σ’ ένα πλήρες σύστημα πίστεως, σ’ ένα σύστημα θρησκευτικής θεωρήσεως, μπορεί κανείς να πει, σ’ ένα σύστημα θρησκευτικής φιλοσοφίας και σε μια φιλοσοφία της αποκαλύψεως.  Δεν υπάρχει κανένας υποκειμενισμός σ’ αυτό.
 Η θρησκευτική γνώση πάντοτε παραμένει στην ουσία της ετερόνομη, αφού είναι μια θέα και μια περιγραφή της θείας πραγματικότητας, η οποία αποκαλύφθηκε και αποκαλύπτεται στον άνθρωπο με την είσοδο του Θεού μέσα στον κόσμο. Ο Θεός κατέρχεται μέσα στον κόσμο και αποκαλύπτει στον άνθρωπο όχι μόνο την όψη του, αλλά παρουσιάζεται σ’ αυτόν μέσα από τα γεγονότα (actually).
  Πρέπει κανείς να διακρίνει με σαφήνεια τις εποχές της αποκαλύψεως. Και δε θα έπρεπε κανείς να επιβεβαιώνει την ουσία του Χριστιανισμού στηριζόμενος σε ό,τι προηγήθηκε στην Παλαιά Διαθήκη.  Η Παλαιά Διαθήκη ήταν η εποχή της προσδοκίας.Ολόκληρο το πάθος του ανθρώπου της Παλαιάς Διαθήκης στρεφόταν προς το «μέλλον»- το «μέλλον» ήταν η βασική κατηγορία της θρησκευτικής της εμπειρίας και ζωής. Η πίστη του ανθρώπου της Παλαιάς Διαθήκης ήταν προσδοκία- η προσδοκία εκείνου που ακόμα δεν υπήρχε, εκείνου που ακόμα δεν είχε έρθει, εκείνου που ήταν ακόμα «αθέατο». Αλλά η εποχή της προσδοκίας έφθασε στο τέλος της. Οι προφητείες εκπληρώθηκαν.
 Ο Κύριος έχει έρθει. Και έχει έρθει για να παραμείνει με εκείνους που πιστεύουν σ’ αυτόν «πάσας τάς ημέρας έως της συντελείας του αιώνος» (Ματθ.κη’,20). Έδωσε στους ανθρώπους  «εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι» (Ιωάν.α’,12). Απέστειλε το Άγιο Πνεύμα μέσα στον κόσμο να οδηγήσει τους πιστούς «είς πάσαν την αλήθειαν» (Ιωάν. Ιστ’, 13) και να τους υπενθυμίσει όλα όσα ο Κύριος είχε πει (Ιωάν.ιδ’, 26: «εκείνος υμάς διδάξει πάντα και υπομνήσει υμάς πάντα α είπον υμίν εγώ»).  Γι’ αυτό το λόγο οι πιστοί έχουν «χρίσμα από του αγίου (πνεύματος) και (οίδασι) πάντα… και ου χρείαν (έχουσιν) ίνα τις διδάσκη (αυτούς)» (Α’ Ιωάν.β’,20,27). Έχουν το «χρίσμα της αληθείας», το  charisma veritatis, όπως λέγει ο άγιος Ειρηναίος.
  Εν Χριστώ ανοίγεται για τον άνθρωπο η δυνατότητα και η οδός της πνευματικής ζωής. Και το ύψος της πνευματικής ζωής είναι «γνώσις και θεωρία». Αυτό αλλάζει το νόημα της πίστεως. Η Χριστιανική πίστη δεν κατευθύνεται κυρίως προς το «μέλλον», αλλά μάλλον προς εκείνο που έχει ήδη εκπληρωθεί- ή, για να το πούμε πιο σωστά, προς Εκείνον τον αιωνίως παρόντα, προς το πλήρωμα της θεότητας που αποκαλύφθηκε και αποκαλύπτεται δια του Χριστού. Κατά μία έννοια, μπορεί κανείς να πει ότι ο Χριστός κατέστησε δυνατή για πρώτη φορά τη θρησκευτική γνώση, δηλαδή, τη γνώση του Θεού. Και τούτο το επέτυχε όχι ως κήρυκας ή ως προφήτης, αλλά ως «Βασιλεύς της ζωής» και ως «Αρχιερεύς» της Καινής Διαθήκης. Η γνώση του Θεού έγινε δυνατή από εκείνη την αναγέννηση της ανθρώπινης φύσεως που ο Χριστός επέτυχε με το θάνατο και την ανάστασή του.
   Αυτή η αναγέννηση ήταν επίσης μια αναγέννηση του ανθρώπινου λογικού και του ανθρώπινου πνεύματος. Κι αυτή η αναγέννηση εσήμαινε την αναγέννηση της ανθρώπινης οράσεως. Η γνώση του Θεού έγινε δυνατή μέσα στην Εκκλησία, μέσα στο σώμα του Χριστού, που είναι ο μόνος χώρος της ζωής της χάριτος. Στην Εκκλησία η αποκάλυψη γίνεται η ομολογία της Εκκλησίας.
   Είναι πολύ σημαντικό να θυμόμαστε ότι τα κείμενα της Καινής Διαθήκης είναι νεώτερα από την Εκκλησία. Αυτά τα κείμενα είναι ένα βιβλίο που γράφτηκε μέσα στην Εκκλησία. Είναι μια γραπτή μαρτυρία της πίστεως της Εκκλησίας, της πίστεως που διατηρείται μέσα στην Εκκλησία. Η Εκκλησία επικυρώνει την αλήθεια της Αγίας Γραφής, επικυρώνει την αυθεντικότητά της- την επικυρώνει με το κύρος του Αγίου Πνεύματος που ενοικεί μέσα στην Εκκλησία.  Και γι’ αυτό το λόγο η Εκκλησία «εφιλοσόφησε» περί Θεού – «διετύπωσε δόγματα τα οποία αλιείς είχαν ενωρίτερα διαδώσει με απλά λόγια» (από τη λειτουργία προς τιμή των Τριών Ιεραρχών). Τα «δόγματα των Πατέρων» παρουσιάζουν εκ νέου το αμετάβλητο περιεχόμενο του «αποστολικού κηρύγματος» με λογικές κατηγορίες. Η εμπειρία της αλήθειας δε μεταβάλλεται κι ακόμα δεν αυξάνεται στην πραγματικότητα, η σκέψη διεισδύει μέσα στην «κατανόηση της αλήθειας» και μεταμορφώνεται μέσα σ’ αυτή τη διαδικασία.  Μπορεί κανείς να πει απλά: η Εκκλησία στον καθορισμό των δογμάτων εξέφρασε την αποκάλυψη με τη γλώσσα της ελληνικής φιλοσοφίας ή, αν προτιμά: μετέφρασε την αποκάλυψη από την Εβραϊκή, ποιητική και προφητική γλώσσα στα Ελληνικά.
  Αυτό σήμαινε, κατά μιάν έννοια, μια «εξελλήνιση» της αποκαλύψεως. Στην πραγματικότητα , όμως, ήταν και «εκχριστιάνιση» (ένας «Verkirchlichung») του Ελληνισμού. Μπορεί κανείς να μιλά για πολύ πάνω σ’ αυτό το ζήτημα – πολύ συχνά και για πολύ χρόνο το ζήτημα αυτό ήλθε στο προσκήνιο και συζητήθηκε- πραγματικά, έγινε αντικείμενο συζητήσεων και διενέξεων για πολύ χρόνο και πολύ συχνά. Είναι ουσιώδες να θέσουμε εδώ μόνο ένα θέμα:
    Η Παλαιά Διαθήκη παρήλθε. Ο Ισραήλ δε δέχτηκε τη θεότητα του Χριστού, δεν αναγνώρισε το Χριστό ούτε τον ομολόγησε και «η υπόσχεση» πέρασε στους Εθνικούς. Η Εκκλησία είναι, προ πάντων, eccelesia ex gentibus («εξ εθνών Εκκλησία»). Πρέπει να αναγνωρίσουμε αυτό το βασικό γεγονός της Χριστιανικής ιστορίας με ταπείνωση μπροστά τη βουλή του Θεού, η οποία εκπληρώνεται στον προορισμό των εθνών. Και η «κλήση των Εθνών» σήμαινε ότι ο Ελληνισμός ευλογήθηκε από το Θεό.
   Σ’ αυτό δεν υπήρξε καμιά «ιστορική σύμπτωση»- καμιά τέτοια σύμπτωση δεν μπορούσε να βρίσκεται σ’ αυτό.  Στο θρησκευτικό προορισμό του ανθρώπου δεν υπάρχουν τυχαίες «συμπτώσεις». Οπωσδήποτε, το γεγονός παραμένει ότι το Ευαγγέλιο δίνεται σε όλους μας και για όλες τις εποχές στην ελληνική γλώσσα. Σ’ αυτή τη γλώσσα ακούμε το Ευαγγέλιο στην ολότητα και πληρότητά του. Αυτό, φυσικά, δε σημαίνει και δεν μπορεί να σημαίνει ότι δεν είναι δυνατό να μεταφραστεί- αλλά πάντοτε το μεταφράζουμε από τα Ελληνικά.
 Και υπάρχει ακριβώς τόσο  λίγη «τύχη» ή «συμπτωματικότητα» σ’ αυτή την «εκλογή» της ελληνικής γλώσσας (ως της αμετάβλητης πρώτης γλώσσας του Χριστιανικού Ευαγγελίου), όση υπήρχε και στην εκλογή από το Θεό του Ιουδαϊκού λαού ( από όλους τους λαούς της αρχαιότητας) ως λαού «Του», υπήρχε τόσο λίγη «συμπτωματικότητα» στην «εκλογή» της ελληνικής γλώσσας όση υπήρχε στο γεγονός ότι «η σωτηρία εκ των Ιουδαίων εστίν» (Ιωάν. Δ’,22). Δεχόμαστε την αποκάλυψη του Θεού όπως έγινε. Και θα ήταν άσκοπο να ρωτούμε αν θα μπορούσε να είχε γίνει αλλιώς.
Στην εκλογή των «Ελλήνων» πρέπει να αναγνωρίσουμε τις απόκρυφες αποφάσεις της βουλής του Θεού. Οπωσδήποτε, η παρουσίαση της αποκαλύψεως στη γλώσσα του ιστορικού Ελληνισμού με κανένα τρόπο δεν περιορίζει την αποκάλυψη. Αποδεικνύει μάλλον το ακριβώς αντίθετο- ότι αυτή η γλώσσα κατείχε ορισμένες δυνάμεις και ορισμένα μέσα που βοήθησαν στη διερεύνηση και διατύπωση της αλήθειας της αποκαλύψεως.   Όταν η θεία αλήθεια εκφράζεται στην ανθρώπινη γλώσσα, οι ίδιες οι λέξεις μεταμορφώνονται. Και το γεγονός ότι οι αλήθειες της πίστεως περικλείονται μέσα σε λογικές εικόνες και έννοιες μαρτυρεί τη μεταμόρφωση του λόγου και της σκέψεως – οι λέξεις εξαγιάζονται με αυτή τη χρήση.
 Οι λέξεις των δογματικών ορισμών δεν είναι «απλές λέξεις», δεν είναι «τυχαίες» λέξεις τις οποίες μπορεί κανείς να αντικαταστήσει με άλλες λέξεις. Είναι αιώνιες λέξεις, που είναι αδύνατο να αντικατασταθούν. Αυτό σημαίνει ότι ορισμένες λέξεις- ορισμένες έννοιες- έχουν γίνει αιώνιες από αυτό τούτο το γεγονός ότι εκφράζουν τη θεία αλήθεια. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει μια αιώνια φιλοσοφία (philosophia perennis), ότι υπάρχει κάτι το αιώνιο και απόλυτο στη σκέψη. Αλλ' αυτό δε σημαίνει καθόλου ότι υπάρχει μια «διαιώνιση» ενός ιδιαίτερου φιλοσοφικού «συστήματος». Για να το πούμε πιο σωστά, η ίδια η Χριστιανική δογματική είναι το μόνο αληθινό φιλοσοφικό «σύστημα»
Βέβαια τα δόγματα εκφράζονται στη φιλοσοφική γλώσσα- στην πραγματικότητα, σε μια ιδιαίτερη φιλοσοφική γλώσσα- αλλά καθόλου στη γλώσσα μιας ιδιαίτερης φιλοσοφικής σχολής. Μάλλον, μπορεί κανείς να μιλήσει για ένα φιλοσοφικό «εκλεκτικισμό» της Χριστιανικής δογματικής. Και αυτός ο «εκλεκτικισμός» έχει μια πολύ βαθύτερη σημασία από εκείνη που συνήθως υποθέτει κανείς. Ολόκληρη η σημασία του συνίσταται στο γεγονός ότι επί μέρους θέματα της Ελληνικής φιλοσοφίας γίνονται δεκτά και, μέσω αυτής της εισδοχής, μεταβάλλονται στην ουσία τους, αλλάζουν και δεν μπορείς πια να τα αναγνωρίσεις. Γιατί τώρα, με την ορολογία της ελληνικής φιλοσοφίας, μια καινούρια, μια εξ ολοκλήρου καινούρια εμπειρία εκφράζεται.
Αν και τα θέματα και οι κεντρικές ιδέες της ελληνικής σκέψης διατηρούνται, όμως οι απαντήσεις στα προβλήματα είναι τελείως διαφορετικές, δίνονται βγαλμένες από μια καινούρια εμπειρία.

Χρήστου Σαλταούρα, Ο Θεάνθρωπος

Χρήστου Σαλταούρα, Ο Θεάνθρωπος



Ο   ΘΕΑΝΘΡΩΠΟΣ
            Σύμφωνα με την Ορθόδοξη διδασκαλία ο Ιησούς Χριστός είναι Θεάνθρωπος, έχει δύο φύσεις, την Θεία φύση και την Άνθρώπινη . Είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος. Ένα Πρόσωπο με δύο φύσεις. Οι ψευδομάρτυρες του Ιεχωβά όμως αρνούνται πεισμόνως την αλήθεια αυτή. Αρνούνται όχι απλώς την Θεότητα του Ιησού Χριστού (αφού διδάσκουν ασεβώς και αντιβιβλικώς ότι ο Υιός είναι το πρώτο κτίσμα του Πατρός), αλλά επίσης αρνούνται και την ανθρώπινη φύση του Ιησού, (αφού διδάσκουν ότι ο Ιησούς μετά την Ανάστασή του είναι όχι άνθρωπος αλλά Αρχάγγελος…ο Μιχαήλ !!!).
            Η Αγία Γραφή ανατρέπει τις κακοδιδασκαλίες των ψευδομαρτύρων του Ιεχωβά.
«Οὗτος γὰρ ὁ Μελχισεδέκ, βασιλεὺς Σαλήμ, ἱερεὺς τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου, ὁ συναντήσας ᾿Αβραὰμ ὑποστρέφοντι ἀπὸ τῆς κοπῆς τῶν βασιλέων καὶ εὐλογήσας αὐτόν,  ᾧ καὶ δεκάτην ἀπὸ πάντων ἐμέρισεν ᾿Αβραάμ, πρῶτον μὲν ἑρμηνευόμενος βασιλεὺς δικαιοσύνης, ἔπειτα δὲ καὶ βασιλεὺς Σαλήμ, ὅ ἐστι βασιλεὺς εἰρήνης, ἀπάτωρ, ἀμήτωρ, ἀγενεαλόγητος, μήτε ἀρχὴν ἡμερῶν μήτε ζωῆς τέλος ἔχων, ἀφωμοιωμένος δὲ τῷ υἱῷ τοῦ Θεοῦ, μένει ἱερεὺς εἰς τὸ διηνεκές» Εβραίους 7: 1-3

Ο Μελχισεδεκ ήταν μία μυστηριώδη προσωπικότητα της Παλαιάς Διαθήκης. Η Γραφή δεν αναφέρει τον πατέρα του Μελχισεδέκ, ούτε την μητέρα του, ούτε την γενεαλογία του, ούτε πότε γεννήθηκε, ούτε πότε πέθανε ! Τον παρουσιάζει τρόπον τινά ως «ἀπάτωρ, ἀμήτωρ, ἀγενεαλόγητο, μήτε ἀρχὴν ἡμερῶν μήτε ζωῆς τέλος ἔχων». Ασφαλως ο Μελχισεδέκ, ως άνθρωπος που είναι, γεννήθηκε από γονείς, είχε γενεαλογία και πέθανε όπως όλοι οι άνθρωποι – «ἀπόκειται τοῖς ἀνθρώποις ἅπαξ ἀποθανεῖν, μετὰ δὲ τοῦτο κρίσις» Εβραίους 9: 27.
Η Αγία  Γραφή όμως παρουσίάζει με αυτόν τον τρόπο τον Μελχισεδέκ για να τον καταστήσει τύπο του Ιησού Χριστού – «ἀφωμοιωμένος δὲ τῷ υἱῷ τοῦ Θεοῦ». Ο Μελχισεδέκ ήταν «ἀφωμοιωμένος» , ομοίαζε με τον Υιό του Θεού. Αυτό που φαινομενικά ήταν ο Μελχισεδέκ, είναι πραγματικά ο Υιός του Θεού.
Θα αναλύσουμε τώρα το εδάφιο Εβραίους 7:3 το οποίο αποτελεί σωστό κόλαφο ενάντια στις κακοδοξίες των ψευδομαρτύρων του Ιεχωβά.
«ἀπάτωρ, ἀμήτωρ, ἀγενεαλόγητος, μήτε ἀρχὴν ἡμερῶν μήτε ζωῆς τέλος ἔχων, ἀφωμοιωμένος δὲ τῷ υἱῷ τοῦ Θεοῦ, μένει ἱερεὺς εἰς τὸ διηνεκές».
Η Γραφή ονομάζει τον Ιησού Χριστό ΑΠΑΤΩΡ . Απάτωρ σημαίνει χωρίς πατέρα. Όμως ο Υιός του Θεού έχει Πατέρα ! Οι ψευδομάρτυρες του Ιεχωβά αναγνωρίζουν ότι ο Ιησούς Χριστός, τον οποίο θεωρούν ως τον Αρχάγγελο Μιχαήλ, ότι είναι ο «Γιός του Ιεχωβά». ΠΩΣ λοιπόν η Γραφή τον ονομάζει ΑΠΑΤΩΡ ;;; Τι απαντούν οι Χιλιαστές ;
Η Γραφή ονομάζει τον Ιησού Χριστό ΑΠΑΤΩΡ ως Άνθρωπο. Διότι ο Ιησούς ως Άνθρωπος δεν έχει φυσικό πατέρα άλλα μόνο μητέρα.
Η Γραφή ονομάζει τον Ιησού Χριστό ΑΜΗΤΩΡ. Αμήτωρ σημαίνει χωρίς μητέρα.Η Γραφή ονομάζει τον Ιησού Χριστό ΑΜΗΤΩΡ ως Θεό διότι ως Θεός ο Ιησούς δεν έχει μητέρα.
Ο Ιησούς Χριστός ως Θεός έχει  Πατέρα και δεν έχει Μητέρα και ως Άνθρωπος έχει Μητέρα και δεν έχει Πατέρα. Για τον λόγο αυτό η Γραφή τον ονομάζει συγχρόνως «ἀπάτωρ, ἀμήτωρ», επειδή έχει δύο φύσεις ! Ο χαρακτηρισμός ΑΠΑΤΩΡ αφορά την ανθρώπινη φύση και ο ταυτόχρονος χαρακτηρισμός ΑΜΗΤΩΡ αφορά την θεία φύση του.
Ο ταυτόχρονος χαρακτηρισμός ΑΠΑΤΩΡ και ΑΜΗΤΩΡ συνθλίβει όχι μόνο τα αιρετικά δόγματα των ψευδομαρτύρων του Ιεχωβά αλλά και την κακοδοξία των Αντιχαλκηδονίων Μονοφυσιτών (Αρμενίων, Κοπτών). Οι Μονοφυσίτες αιρετικοί Αντιχαλκηδόνιοι πιστεύουν ότι ο Ιησούς Χριστός έχει μόνο μία φύση –την θεία- και συνεπώς είναι μόνο Θεός και όχι  και άνθρωπος  ! Και όμως η Γραφή εκτός από ΑΜΗΤΩΡ (ως Θεό) χαρακτηρίζει σε πείσμα των αιρετικών τον Ιησού και ΑΠΑΤΩΡ ( ως άνθρωπο)!