Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2014

Χριστιανικές σκέψεις περί θανάτου Ανδρέας Θεοδώρου, τ. Καθηγητής Πανεπ. Αθηνών



Χριστιανικές σκέψεις περί θανάτου
Ανδρέας Θεοδώρου, τ. Καθηγητής Πανεπ. Αθηνών

Θεολογία
Τις πιο πάνω περί θανάτου διαπιστώσεις καταφάσκει πλήρως και η χριστιανική, περί θανάτου, φιλοσοφία. Εδώ όμως υπεισέρχεται ένα καινούργιο στοιχείο πρωτόγνωρο για τον άνθρωπο· η μυστηριακή διάσταση του θανάτου, την οποία φωτίζει η χριστιανική πίστη. Το φαινόμενο του θανάτου είναι μυστήριο, όσο μυστήριο είναι και το φαινόμενο της ζωής. Ποιός είναι ο βαθύτερος λόγος τους; Γιατί υπάρχουμε και γιατί πεθαί­νουμε; Από πού ξεκινάμε και πού πορευόμαστε; Στα ερωτή­ματα αυτά, τα τόσο σημαντικά, ανέκαθεν προσπαθούσαν να δώσουν απάντηση ο ανθρώπινος λόγος και τα διάφορα θρησκεύματα. Ψελλίσματα κατά κανόνα αδύναμα, στο μέτρο που αδύναμος είναι και ο ίδιος ο άνθρωπος. Η φλόγα τού ανθρώ­πινου λόγου, και στο πιο φουντωμένο της λαμπάδιασμα, δεν μπορεί να εισδύσει στο σκοτάδι τού τάφου, να τρυπήσει την παγερή πλάκα του, να φωτίσει —αμυδρά έστω— τα συμβαίνοντα μέσα και πέρα από τη ψυχρή του παγερότητα. Με την πί­στη όμως τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Οι πιστοί δεν βασανίζονται από πιεστικά ερωτηματικά. Δεν σαλεύει το μυαλό τους μπροστά στη μυστηριακή τραγικότητα του θανά­του. Αυτοί έχουν και υπακούουν σε άλλους ρυθμούς. Αφουγκράζονται άλλες φωνές. Ζουν σε αποκαλύψεις Θεού. Απολυπραγμόνητα δέχονται το θείο φανέρωμα με την πίστη τους, το θείο αυτό και θεοποιό φτερούγισμα. Ακούουν το περί θανά­του αποκαλυπτικό μήνυμα, το εμπιστεύονται και το ζουν βιωματικά στις ήσυχες και αναπαυμένες καρδιές τους. Θλίβονται βέβαια για το φρικτό και αποτρόπαιο γεγονός· όμως δεν ταρά­ζονται, δεν λιποψυχούν, δεν κυριεύει απελπισμός τη ψυχή τους, δεν εποδύρονται. Έχουν την ελπίδα τους αγκυροβολημένη στην αλήθεια που σφράγισε ο Θεός. Στην υπαρξιακή κα­ταιγίδα που ανελέητα σαλεύει το ον, η καρδιά τους είναι πια­σμένη από το δέντρο τής θείας ζωής. Τα παραρρέοντα ύδατα δεν την αγγίζουν, οι άνεμοι την αντιπαρέρχονται. Αντιμετωπί­ζουν το τέλος με τη βεβαιότητα που τους παρέχει ο λόγος τού Θεού. Τί περισσότερο μπορούν να επιζητήσουν;


Η χριστιανική πίστη επικροτεί την ιδέα ότι ο θάνατος είναι ένα σύμβαμα. Ότι δεν έχει δική του αυτόνομη οντότητα, είναι σύμπτωμα της απουσίας τής ζωής. Ο Θεός δεν έπλασε το θάνατο. Έπλασε μόνον τη ζωή. Έπλασε τα λογικά όντα για να ζουν αιώνια, όπως αιώνια ζει και ο ίδιος. Ο άνθρωπος δεν θα πέθαινε, αν ζούσε τη φυσική του συνέπεια, στο μέτρο τής πιστότητός του στο θέλημα του Θεού, που ήταν ο λόγος τής υπάρξεώς του. Ήταν δηλαδή υπό όρους αθάνατος. Μπορούσε και να μη αποθάνει. Δείκτης δε και μέτρο τής δυνητικής αυτής αθανασίας ήταν η ηθική δοκιμασία που του έδωσε στον αρχαίο κήπο τής Εδέμ ο Θεός, η απαγόρευση της βρώσεως εκ του ξύ­λου γνώσεως του καλού και του κακού. Ο άνθρωπος όμως αντίθετα προς την πνευματική του νομοτέλεια, παρέβη ασυλλό­γιστα την εντολή τού Θεού. Στοχάστηκε την απαγόρευση και θέλησε να τη δοκιμάσει. Γεύτηκε θεληματικά από τον καρπό. Με τον τρόπο όμως αυτό βρέθηκε έξω από το Θεό, έξω από τους αυθεντικούς λειτουργικούς του ρυθμούς. Ξεστράτισε. Ακολούθησε άλλους δρόμους, άλλα μονοπάτια επικίνδυνα και καταστροφικά. Ψεύτισε τη φύση του. Έγινε ένα λάθος· μία παραφωνία. Έγινε εχθρός τού Θεού. Κυριεύτηκε από την αμαρτία. Έχασε την ταυτότητά του. Έμεινε έρημος στον κό­σμο, ένας ξένος στην πλάση, ένας παρίας και αλήτης. Το ξέφτισμα όμως αυτό της φύσεως του παραβάτη είχε σαν αποτέλεσμα και την καταστροφή της. Η ζωή δεν μπορούσε να υποφέρει το αγριεμένο και σαλεμένο πλάσμα. Ο θάνατος που καρα­δοκούσε τη δική του στιγμή, εισώρμησεν ακάθεκτος στην πλά­ση. Ο Θεός προειδοποίησε τον άνθρωπο· «την ημέρα που θα φάγετε απ' αυτό, θα αποθάνετε». Και ο άνθρωπος δεν έμεινε κοντά στο Θεό και απέθανε. Έχασε τη δυνητική αθανασία του. Έκτοτε όλοι οι άνθρωποι πεθαίνουν. Οι καρποί τού γενάρχη α­κολουθούν πιστά τα ίχνη τής φθαρμένης ρίζας τους. Ο θάνα­τος σφηνώθηκε έτσι στη φύση σαν ένα επεισόδιο, σαν ένα σύμπτωμα, σαν μια ακολουθία τής αλόγιστης συμπεριφοράς τού πρώτου ανθρώπου. Έκτοτε σε κάθε αμαρτία είναι ριζωμένος ο θάνατος: «Τα γαρ οψώνια της αμαρτίας θάνατος».

Με ποιά όμως συλλογιστική επέβαλε το θάνατο ο Θεός; Για να εκδικηθεί μήπως το πλάσμα του; Ασφαλώς όχι. Τέτοια κινή­ματα χαμηλά δεν υπάρχουν στη φύση τού Αγίου. Βέβαια η διακοπή τής ζωής ήταν μια δίκαιη τιμωρία για το επαναστατικό τόλμημα. Συνάμα όμως ήταν και μια άκρα παιδαγωγία για τον παραβάτη άνθρωπο. Πρώτον, γιατί η τραγική του κατάληξη στο θάνατο θα του θύμιζε το θλιβερό του κατάντημα, με τί πε­νιχρά στοιχεία αντάλλαξε την αρχέγονή του ευγένεια και έτσι να συντρίβεται, να παιδαγωγείται και να οδηγείται σε μετάνοια για το μέγεθος της απονοίας του. Κατόπιν ο θάνατος, ως κατά­λυση της ζωής, είναι πραγματική ευεργεσία για τον άνθρωπο. Η πρόταση μπορεί να φαίνεται παράδοξη· όμως είναι πέρα ως πέρα αληθινή. Με το θάνατο κόβεται η νομή τής αμαρτίας, αφανίζεται το προσάναμμα της φθοράς. Σε μια παράδοξη σχέση αμοιβαιότητος, η αμαρτία γεννά το θάνατο και ο θάνατος τρώγει την αμαρτία. Έτσι το κακό δεν παραμένει αθάνατο, δεν διαιωνίζεται, περατούται. Μέσα στον τάφο ο νεκρός δεν έχει τη δυνατότητα να αμαρτάνει. Δεν μπορεί να είναι παραβάτης και αποστάτης. Ησυχάζει στην ηρεμία τής σήψεώς του. Ακάθαρτες σκέψεις και λογισμοί, πονηρές επιθυμίες και πάθη, ασχήμιες και αθλιότητες, σκληρότητες και απανθρωπίες, όλα τα σκύβαλα της φθοράς που κουβαλάει μέσα του ο ζωντανός άνθρωπος, δεν μπορούν να τον αγγίζουν. Τα αισθητήριά του αδρανούν στη νεκρική τους κατήφεια. Τελεία και παύλα στην αμαρτία. Έτσι, ό,τι δεν μπορούν να κατορθώσουν οι ζώσες (την αποφυγή δηλ. της αμαρτίας) το καταφέρνουν οι νεκρές σάρκες, τα οστά τα γεγυμνωμένα. Δεν είναι αυτό μια κάποια ευεργεσία; Για φανταστείτε, να ήμασταν αμαρτωλοί, δυστυχισμένοι και άθλιοι και να διαιωνίζαμε την αθλιότητά μας! Να σέρναμε τη δυστυ­χία μας χωρίς σταμάτημα και τελειωμό! Ο Θεός, πιο σοφός από μας, γνωρίζει ποιο είναι το πραγματικό συμφέρον μας. Απαντά στη δική μας αθλιότητά με τη στοργή και την πατρική παιδαγωγία του. Αραγε συναισθανόμαστε το μέγεθος της δωρεάς;

Κατά τη χριστιανική πίστη ο θάνατος είναι χωρισμός ψυχής και σώματος. Ο άνθρωπος είναι ον σύνθετο. Αποτελείται από σώμα και ψυχή. Είναι διφυής και δισυπόστατος. Η ψυχή του είναι ουσία πνευματική, άυλη και αθάνατη. Είναι το θείο εμφύ­σημα, που έδωσε ζωή στο σώμα, η πνοή τού Θεού. Σ' αυτή καθρεφτίζεται ο Θεός. Είναι η εικόνα τού Θεού, στην οποίαν ανακλώνται οι χαρακτήρες τού θείου αρχετύπου. Δια της εικόνος (συνεκδοχικώς τής ψυχής), που είναι ουσία θελητική και ελεύ­θερη, ο άνθρωπος φέρεται προς τον Θεό, έχει θεοδυναμία και υπέρτατο προορισμό, εξελικτική ανοδικότητα προς το αγαθό, στο τέρμα τής οποίας η εικόνα γίνεται «ομοίωση», η άνθρωπος «κατά χάριν» θεός. Η εικόνα τού Θεού είναι το ηγεμονικό εκείνο στοιχείο που εκφράζει κατ' εξοχήν την ανθρωπινότητα του ανθρώπου και τον εξυψώνει πέρα και πάνω από κάθε άλλη ά­λογη και άψυχη ζωική ύπαρξη. Το σώμα αφ' ετέρου είναι φθαρτό και υλικό (τη φθαρτότητά του την απέκτησε μετά την αμαρτία). Το έπλασε ο Θεός από το χώμα. Το μαστόρεψε με τα δικά του χέρια. Το έκανε ένα θαυμάσιο αρχιτεκτόνημα. Κατόπιν το έδεσε στενά με τη ψυχή, αφού φύσηξε μέσα του τη δική του πνοή. Στο σύνδεσμο αυτό η ψυχή είναι η ηγεμονίδα, η ζωογονούσα και κατευθύνουσα αρχή, ενώ το σώμα είναι το ενδιαίτημα της ψυχής. Με την αρμονική αυτή σύνδεση, ο άνθρωπος απλώνει τις ρίζες του βαθιά σ' ολόκληρη την πλάση. Με το πνεύμα του αγκαλιάζει τον ουράνιο πνευματικό κόσμο (τους αγγέλους), ενώ το σώμα του τον συνάπτει με την υλική κτίση.

Έτσι: συνδέοντας μέσα του τους δύο διαφορετικούς κόσμους (πνευματικό και υλικό) είναι ο ίδιος ένας «μικρός κόσμος» («μικρόκοσμος»), μια επιτομή και περίληψη της δημιουργίας. Με την ομορφιά δε και το δυναμισμό του δίκαια χαρακτηρίζεται ως η κορωνίδα, το στεφάνι τής κτίσεως.

Ο θάνατος επιφέρει τη διάλυση τού δεσμού, την κατα­στροφή τής αρμονικής συζυγίας. Η ψυχή εγκαταλείπει το σώμα, αδειάζει το σπίτι της, μετακομίζει. Το σώμα εγκαταλείπεται νεκρό και άψυχο. Χάνει το σφριγηλό κάλλος του, σβήνει η φυ­σική του ομορφιά, παραμορφώνεται. Η συνέχεια είναι γνω­στή. Στο μνήμα διαλύεται και αποσυντίθεται. Λίγα οστά μαρ­τυρούν το αλλοτινό σπίτι τού θείου εμφυσήματος. Τί απογίνεται όμως η ψυχή; Ποιά είναι η τύχη της; Η ψυχή φυσικά, ως ουσία άυλη και πνευματική, δεν πεθαίνει. Έτσι την έπλασε ο Θεός, να είναι αθάνατη και άφθαρτη, εικόνα αληθινή δική του. Τί συμβαίνει λοιπόν; Επιχωριάζει στο λείψανό της η ψυχή τουλάχιστο για ένα χρονικό διάστημα; Αλητεύει στον αέρα; Μπαίνει σε άλλο σώμα; Περιπίπτει σε λήθαργο; Τελειοποιείται ηθικά, αναπτύσσοντας τα αγαθά σπέρματα που είχε στον επί­γειο βίο της; Διατηρεί τέλεια και ζωντανά τα φυσικά της αισθη­τήρια; Στα ερωτήματα αυτά δεν μπορεί να δώσει απάντηση ο ανθρώπινος νους, απλούστατα γιατί ανάγονται σε σφαίρα ε­ντελώς ανέφικτη σε κάθε ζωντανό άνθρωπο. Η περί ψυχής διδασκαλία ανήκει στο πεδίο τής πίστεως, επομένως η πίστη είναι εκείνη που μπορεί να δώσει απάντηση στα σχετικά ερωτήματα. Κατά την ορθόδοξη εσχατολογία, η ψυχή μετά την απόθεση του υλικού σκήνους της παραλαμβάνεται υπό πνευμάτων αγαθών αν υπήρξε στη ζωή της αγαθή, κακών δε, αν υπήρξε κακή. Ο φύλακας άγγελος —που έχει κάθε άνθρωπος— την οδηγεί στο αγαθό, μάχεται το διάβολο που θέλει την καταστροφή της και την προστατεύει από κινδύνους και συμφορές. Είναι δε φυσικό να έχει πρωτοβουλίες και να επιστατεί κατά την κρίσιμη ώρα τού θανάτου. Στο σημείο αυτό εκφραστική είναι η προς τον άγγελο ευχή τής Εκκλησίας μας. Αφ' ετέρου είναι γνω­στή και η αίτηση που απευθύνεται στον Κύριο σε κάθε λει­τουργία της: «Άγγελον ειρήνης, πιστόν οδηγόν, φύλακα των ψυχών και των σωμάτων ημών παρά του Κυρίου αιτησώμεθα». Παράλληλα τα πονηρά πνεύματα που μισούν θανάσιμα τον άνθρωπο και προσπαθούν να τον απομακρύνουν από τον Θεό, καραδοκούν τη στιγμή του θανάτου για να επιπέσουν ακάθεκτα και να συλλάβουν τις ψυχές εκείνες που θεωρούν δικές τους, δηλαδή όσες στην επίγεια ζωή τους ακολούθησαν τις εισηγήσεις και την κακία τους. Η παρέμβαση αυτή των πνευμά­των είναι φυσικό να συμβαίνει. Κάθε ψυχή, ανάλογα με την πνευματική της ποιότητα, φέρει χαραγμένη επάνω της μια ειδι­κή σφραγίδα: το φωτεινό χρίσμα τού Θεού οι θεοφιλείς και ενά­ρετες, και το σκοτεινό στίγμα τού διαβόλου οι μοχθηρές και φαύλες. Ανάλογα δε με τη σφραγίδα αυτή γίνεται και η αντίστοιχη διεκδίκηση και παραλαβή τους από τα πνεύματα, τους αγγέλους δηλαδή και τους δαίμονες. Ως προς τους τελευ­ταίους αυτούς, είναι χαρακτηριστική η προς την Θεοτόκον ευχή τής ακολουθίας τού μικρού Αποδείπνου: «Και εν τω καιρώ τής εξόδου μου την αθλίαν μου ψυχήν περιέπουσα και τας σκοτει­νάς όψεις των πονηρών δαιμόνων πόρρω αυτής απελαύνουσα». Στο πλαίσιο αυτό διαφωτίζονται αντίστοιχα τόσον η ηρε­μία και γαλήνη, όσο και η φρικώδης αγωνία των ψυχών κατά την ώρα του επιθανάτιου ρόγχου τους.

Σε ποιό τόπο μεταφέρονται οι ψυχές παραλαμβανόμενες από τα πνεύματα; Η απάντηση είναι δύσκολη. Βέβαια η ψυχή, ως ουσία άυλη, δεν περιορίζεται ασφυκτικά από τον υλικό χώ­ρο· δεν είναι όμως και πανταχού παρούσα. Η ιδιότητα αυτή ανήκει μονάχα στο Θεό, που είναι η απόλυτη αϋλότητα. Στην αρχαία θεολογία διατυπώθηκε η ιδέα, ότι η αϋλότητα των πνευμάτων είναι σχετική, σε σύγκριση με την απόλυτη αϋλότη­τα του Θεού, επομένως τα πνεύματα πρέπει να περιβάλλονται από κάποια λεπτή και αιθέρια ύλη. Ποιός όμως μπορεί να εί­ναι ο χώρος των ψυχών; Να είναι άραγε ο φυσικός έκτατος χώ­ρος που προσιδιάζει στα ένυλα όντα; Να βρίσκονται δηλαδή κά­που στον πλανήτη μας ή σε κάποιο άλλο σημείο τού φυσικού σύμπαντος; Ή, αφού εισήλθαν σε μια νέα οικονομία υπάρξεως, να κινούνται σε ένα άλλο ιδιότυπο «μυστηριακό» χώρο — όπως συμβαίνει και με τα άλλα πνεύματα— σε ένα «τόπο» πνευματικό, όπως θα λέγαμε το χώρο τής θείας βασιλείας ή του μεταρρυθμισμένου μετά την ανάσταση κόσμου; Ερωτήματα φοβερά δύσκολα και φυσικά αδιάγνωστα στη δική μας ένυλη οικονομία υπάρξεως.

Η Εκκλησία μας τον μετά θάνατο κλήρο και τον «τόπο» των ψυχών ονομάζει μέση κατάσταση. Η φράση χαρακτηρίζει τρόπο, είδος ζωής. Δεν αναφέρεται στο που, αλλά στο πώς των ψυχών. Ο άνθρωπος μετά θάνατον εξακολουθεί να ζει μόνο κατά το ένα του ήμισυ. Το άλλο, το σώμα, απόκειται νεκρό στο χώμα. Αυτό φυσικά δεν πρέπει να είναι ευχάριστο στη ψυχή, που από την πρώτη στιγμή φυτεμένη βαθιά στο σώ­μα της διαμοιράστηκε τη ζωή με αυτό, όλες τις περιπέτειες, θλιβερές και ευχάριστες, του βίου. Είναι δε φυσικό να ποθεί και πάλιν την ένωσή της με το σύντροφο και ομόζυγο. Ονομάζε­ται δε η κατάσταση αυτή μέση, διότι σημαίνει το ενδιάμεσο διάστημα, το οποίον μεσολαβεί μεταξύ τού θανάτου (του τέρ­ματος της ζωής) και της δευτέρας παρουσίας τού Χριστού.

Απόλυτα βέβαιο είναι ότι στη μέση κατάσταση οι ψυχές διασώζουν πλήρως την αυτοσυνειδησία τους. Έχουν πλήρη συναίσθηση της καταστάσεώς τους, θυμούνται περιστατικά, πρόσωπα και πράγματα της επίγειας ζωής, διατηρούν ζωντανές και ακέραιες τις πνευματικές λειτουργίες και δυνάμεις τους. Περί αυτού μας ομιλεί σαφώς ο Κύριος στην πολύ διδακτική παραβολή τού πλουσίου και του Λαζάρου. Μετά θάνατον ο πλούσιος ετιμωρείτο για τη ματαιότητα, την κακότητα και τη σκληράδα του. Ριγμένος στη φλόγα τής κολάσεως, διψούσε φοβερά. Ζητούσε λίγες σταγόνες νερού για να δροσίσει τη γλώσσα του στο πυρωμένο καμίνι που τον έζωνε. Θυμήθηκε το Λάζαρο, τον απόκληρο επαίτη που ήταν ριγμένος στον πυλώνα του, στον οποίον συμπεριφέρθηκε τόσο άπονα και απάνθρω­πα. Θυμόταν και τους αδελφούς του, για χάρη των οποίων παρακάλεσε τον Αβραάμ να στείλει το Λάζαρο στη γη να τους συμβουλεύσει να μη καταντήσουν κι αυτοί στο φοβερό τόπο τής βασάνου. Από την άλλη μεριά ο Λάζαρος, το φτωχό και πληγωμένο πλάσμα που με μαρτυρική υπομονή ζούσε αγόγγυστα τη φτώχια, την εγκατάλειψη και την αρρώστια του, ήταν αναπαυμένος στους κόλπους τού Αβραάμ, ντυμένος στο φως και την απέραντη χαρά κοντά στο στεφανοδότη του Κύριο. Και όλα αυτά φυσικά στη μέση κατάσταση των ψυχών στην οποίαν εισήλθαν και οι δύο μόλις απέθαναν.

Στη βάση αυτής της αυτοσυνειδησίας των ψυχών στηρίζεται και το δόγμα τής μερικής κρίσεως αυτών. Οι ψυχές μετά θάνα­τον συναποκομίζουν ζωντανές και ανεξάλειπτες όλες τις πρά­ξεις τους, τα οποιαδήποτε ενεργήματά τους, τις αρετές και τις κακίες τους. Επί τη βάσει δε αυτών θα κριθούν από τον Θεό σε μια πρώτη φάση ευθύς μετά το θάνατο. Το δόγμα αυτό της πίστεως είναι πολύ σημαντικό διά τον άνθρωπο. «Απόκειται τοις ανθρώποις αποθανείν, μετά δε τούτο κρίσις», λέγει η Γραφή. Ψευδαισθήσεις και στρουθοκαμηλικοί βαυκαλισμοί στο σημείο αυτό είναι πολύ επικίνδυνοι. Η κρίση αυτή είναι βέβαιη και αναπόφευκτη, έχουσα αφετηρία της το θάνατο. Μόλις κλείσει δηλαδή τα μάτια του ο άνθρωπος, τη στιγμή ακριβώς που θα χωρισθεί η ψυχή από το σώμα, θα κριθεί μερικώς από τον Θεόν ανάλογα με το πνευματικό περιεχόμενο του βίου της. Αποτέλεσμα της κρίσεως αυτής θα είναι διά μεν τους δικαίους η μερική απόλαυση της χαράς τής θείας βασιλείας, δια δε τους ασεβείς η μερική πρόγευση των δεινών τής κολάσεως. Η κρί­ση αυτή που είναι απόρροια της αγιότητος και της δικαιοσύνης τού Θεού στηρίζεται στην ηθική ελευθερία τού λογικού όντος, του οποίου η ζωή δεν είναι αυθαίρετη αλλ' υπόλογη στον πλά­στη της, αποτελεί θεμελιακό δόγμα τής πίστεως. Περί κρίσεως γενικότερα ομιλεί το ιερό Σύμβολο της πίστεώς μας: «Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς», σχετικά δε μίλησε και ο Κύριος. Λέγεται δε μερική η κρίση αυτή σε αντιπαραβολική σχέση προς την καθολική και τελειωτική κρίση που θα γίνει κατά τη δευτέρα παρουσία τού Χριστού, οπότε θα κριθεί ολόκληρη η ανθρωπότητα και θ' αποδοθεί το πλήρες μέ­τρο τής θείας δικαιοσύνης, έτσι δε θα οριοθετηθούν οριστικά και αμετάκλητα οι δυο αιώνιοι και αντίθετοι μεταξύ τους κό­σμοι, η βασιλεία των ουρανών και η αιώνια κόλαση.

Ο θάνατος, λοιπόν, δεν είναι οριακό σημείο μονάχα για τη ζώσα ύπαρξη, την οποίαν και καταστρέφει, αλλ' είναι σημείο οριακό ως αφετηρία μιας άλλης καινούργιας ζωής, άυλης και πνευματικής στην απεραντοσύνη τής αιωνιότητος. Τη μεγάλη αυτή αλήθεια συνήθως δεν τη φιλοσοφούμε, πνιγμένοι στο θό­ρυβο και τη σύγχυση της καθημερινής μας ζωής. Συνήθως μας φοβίζει και μας τρομάζει ο θάνατος· δε συνειδητοποιούμε όμως ότι εκείνο που πραγματικά μετράει στη μεγάλη αυτή υπόθεση δεν είναι απλώς το φέρετρο, ο τάφος και τα νεκρικά στέφανα, αλλ' ο τρόπος και η ποιότητα ζωής στο καινούργιο σκαλοπάτι τής ζωής μας, στη μέση κατάσταση των ψυχών. Ότι ευθύς με­τά το θάνατο υπάρχει κρίση δίκαιη και αμείλικτη. Κρίση ανταποδοτική στο οποιοδήποτε περιεχόμενο της ζωής μας. Ότι με­τά το «δεύτε τελευταίον ασπασμόν» δεν τίθεται απλώς επίλογος στο επίγειο δράμα τής ζωής μας στο οποίο πρωταγωνιστές εί­μαστε εμείς με τις πρωτοβουλίες και τις ελευθερίες μας, με τους καημούς και τα βάσανά μας, με τις φωτεινές στιγμές και τις σκοτεινές ώρες μας, άνθρωποι συνάμα και απάνθρωποι, παλιάτ­σοι σ' ένα θέατρο παράλογο με τους φαιδρούς και θλιβερούς ρόλους του, με τα πολλά και αλλόκοτα προσωπεία του. Αλλ' είναι ταυτόχρονα και το άνοιγμα μιας καινούργιας αυλαίας, το στήσιμο ενός νέου θεάτρου που πρωταγωνιστές θα είμαστε και πάλι εμείς, με τη διαφορά ότι αυτή τη φορά ο ρόλος μας θα εί­ναι καθαρά στατικός και παθητικός. Η λειτουργικότητα της ε­λευθερίας θα μας αφαιρεθεί οριστικά. Οι οποιεσδήποτε πρω­τοβουλίες ως δραστηριότητες που είχαμε στον κόσμο, θα στα­ματήσουν. Τα ενδεχόμενα επιλογής θα περικοπούν. Οι ψυχές θα τελούν κάτω από το κράτος μιας κλειστής αναγκαιότητος, κάτω από μια κρίση που θα τους επιβληθεί έξωθεν και παρά τη θέλησή τους. Την ανάγκη αυτής της κρίσεως κανείς —μα απολύτως κανείς— δεν θα μπορέσει ν' αποφύγει. Οι ψυχές θα είναι δέσμιες, οι μεν δίκαιες κάτω από την επιτήρηση των αγαθών πνευμάτων με τη χαρά και την προσμονή τής τελειωτικής τους δικαιώσεως να τις φλογίζει, οι δε φαύλες κάτω από την φρικώδη θηριωδία τών δαιμόνων, με το φρικτό συνειδησιακό μαρτύριο και με το φόβο των επερχομένων ολοκληρωμένων δεινών να τις διακατέχει. Αλλο ενδεχόμενο δεν υπάρχει. Αυτό δε το οποιοδήποτε ενδεχόμενο το χαλκεύουμε εμείς με τις ελεύθερες επιλογές, τον τρόπο ζωής και τη συμπεριφορά μας γενικά πάνω στη γη. Ιδού λοιπόν το βαθύτερο νόημα του θανάτου, το ο­ποίο δεν πρέπει επιπόλαια να παρερχόμαστε. Από το χέρι μας εξαρτάται η τύχη μας, θετική ή αρνητική, στην άλλη ζωή, είτε η χαρά κοντά στον Θεό είτε ο απελπισμός στα βασανιστήρια της κολάσεως. Οι λαμπροί και εξωραϊσμένοι τάφοι καθώς και οι θορυβώδεις εκδηλώσεις τού κόσμου, σε τίποτα δεν πρόκειται να μας ωφελήσουν. Αυτό που κυρίως μετράει είναι η ψυχή μας μετά την έξοδό της από το σώμα να βρει γαλήνη και ανάπαυση κοντά στο δημιουργό και πλάστη της.

Στη χριστιανική πίστη ο θάνατος έχει χάσει την ωμή σημασία του ως καταστροφή και αφανισμός τής υπάρξεως. Το γεγονός αυτό συντελέστηκε στην πάλη που έδωσε ο Θεάνθρω­πος ενάντια στην αμαρτία επάνω στο σταυρό. Έτσι, όπως στο ξύλο τής Εδέμ η αρχαία Εύα με την παρακοή της έφερε το θά­νατο στον κόσμο, έτσι και ο Χριστός στο ξύλο τού σταυρού με την υπέρτατη υπακοή του συνέτριψε το κράτος τού θανάτου και άνοιξε διάπλατα την πύλη που οδηγεί στον ουρανό και την αιώνια ζωή. «Θανάτω θάνατον πατήσας», ψάλλει με ρίγη πανη­γυρικής χαράς η Εκκλησία μας. Ναι, στο θάνατο του Ιησού Χριστού θανατώθηκε ο θάνατος. Γιατί ο θάνατος αυτός δεν ή­ταν ο θάνατος ενός κοινού ανθρώπου, αλλά του ίδιου του Θε­ού που τον γεύτηκε, από άκρα συγκατάβαση, στην προσληφθείσα σάρκα του. Ο Χριστός, ο σαρκωθείς Λόγος τού Θεού, έπαθε και απέθανε «σαρκί» (= στη σάρκα του), διότι η θεία φύ­ση του ήταν άγευστη θανάτου, ως απαθής και αδιάφθορη. Η φύση τού Χριστού που πέθανε ήταν η καθαρή και άσπιλη σάρ­κα του, η οποία βρισκόταν έξω από κάθε αμαρτία κληρονομική και επίκτητη. Ως αγία η σάρκα εκείνη κανένα χρέος δεν είχε προς το απόκριμα της αμαρτίας, το θάνατο. Ο θάνατος του Κυρίου ήταν ελεύθερος και θεληματικός. Δεν ήταν η αναγ­καία απότιση του χρέους τής ξεπεσμένης φύσεως. Δεν ήταν υ­ποχρεωμένος να αποθάνει ο Θεάνθρωπος. Ο θάνατός του ή­ταν η έκφραση της άπειρης αγάπης του «υπέρ της του κόσμου ζωής». Απέθανε για να ζήσουμε εμείς. Στο σταυρό ο θάνατος (εδώ προσωποποιείται ο διάβολος), κτύπησε τον αναμάρτητο. Αυτό ήταν το μεγάλο λάθος του. Αντίπαλος της ζωής, κτύπη­σε και «την των απάντων ζωήν». Κτύπησε τον ίδιο τον Θεό, που ήταν κρυμμένος κάτω από τη ζωοποιό σάρκα του. Μπήκε αναιδώς σε ξένη και άσχετη προς αυτόν περιοχή. Το τόλμημα αυτό, η αυθαίρετη υπέρβαση αρμοδιότητος, επέφερε τη δίκαιη συν­τριβή και την εκπόρθησή του. Το νίκος τού θανάτου σκυλεύτηκε από το νικητή τής ζωής, ο οποίος με τη θεανδρική του δύ­ναμη, αφού έδεσε τον εχθρό, διήρπασε την οικία και τα σκεύη του. Ο σταυρός τού Χριστού ήταν η πανηγυρική κατάλυση του θανάτου που περνά μέσα από το μαρτύριο και τη θυσία, το άνοιγμα προς τη συμφιλίωση με το Θεό, την υιοθεσία και τη ζωή. Αυτό ήταν το μεγάλο μήνυμά του!

Περαιτέρω η κατάλυση του θανάτου ως φθοράς τής φύσεως πετυχαίνεται σε δεύτερη φάση στη ζωηφόρο ανάσταση του Χριστού. Στην ορθόδοξη παράδοση σταυρός και ανάσταση αποτελούν ενότητα αδιαχώριστη και αδιάσπαστη. Χρονικά βέ­βαια ο σταυρός προηγείται της αναστάσεως. Σημασιολογικά ό­μως αποτελούν σύζευξη στην οποία το ένα εμπεριχωρεί το άλ­λο, ως δύο σκέλη μιας και της αυτής ενότητος. Ο σταυρός προηγείται της αναστάσεως, η ανάσταση σφραγίζει το σταυρό. Το Πάσχα, ως διάσωσή μας από τη δουλεία τής αμαρτίας, είναι πάσχα σταυρώσιμο συνάμα και αναστάσιμο (σταυρο-αναστάσιμο). Σταυρός και τάφος είναι τα δύο μεγάλα φωτεινά σύμβο­λα, οι δύο περίλαμπροι δείκτες τής σωτηρίας τού ανθρώπου. Δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε το ένα από το άλλο. Είναι αλ­ληλένδετα και αναπόσπαστα. Η ανάσταση αρχίζει κατ' ουσίαν από την κάθοδο του Χριστού στον Αδη. Ως άδη δε, νο­ούμε σχηματικά το χωρίο τού θανάτου. Εκεί, ο Χριστός, ασκώντας συνδεδυασμένα το προφητικό και το βασιλικό του αξίωμα, κατέβηκε με τη θεόληπτη ψυχή του, και, αφού κήρυξε λύτρωση στα πεπεδημένα πνεύματα, συνέτριψε «πύλας χαλκάς» και «μοχλούς προαιώνιους» (του άδη), επάτησε το θάνατο και ανέστη εκ των νεκρών τροπαιούχος και ένδοξος, αναλαβών και πάλιν το αποκείμενο στον τάφο σώμα του, ανακαινισμένο και άφθαρτο.

Με την ανάσταση του Χριστού καταργείται ο θάνατος όχι απλώς σαν καταλύτης της ζωής, αλλά με την έννοιαν ότι η φθορά, που είναι το ειδικό τίμημα της αμαρτίας, αφανίζεται. Το σώμα τού Χριστού, αν και πραγματικά νεκρό μέσα στο μνήμα, όμως, επειδή ήταν σώμα θεοφόρητο, δηλαδή αναπόσπαστα ε­νωμένο με τη θεότητα, ήταν αδιάφθορο, δεν μπορούσε δηλαδή να υποβληθεί στον καθολικό νόμο τής φθοράς και της σήψεως. Έτσι δε, την τρίτη ημέρα από της ταφής του και όταν ο Θεάν­θρωπος, σκυλεύσας τον άδη, ανέστη εκπορθητής τού θανάτου, ενώθηκε και πάλι με τη θεοδύναμη ψυχή του πνευματοποιημένο και ένδοξο, για να αποκατασταθεί και πάλιν στην ολοκληρία της η ανθρωπότητα του Σωτήρος, η προσωρινώς διασπασθείσα διά του θανάτου. Με την ανάσταση του Χριστού τα πάντα εί­ναι φως και διαφάνεια, αφθαρσία και αθανασία. Δεν υπάρχουν πια σκιερές ρωγμές στην κτίση, σκοτεινά καταχθόνια. Όλα εί­ναι ντυμένα στο τριαδικό φως, στην άδυτη φωτοχυσία τής θείας ενέργειας, στην ανέσπερη μαρμαρυγή τής άφθαρτης θείας φλόγας. Αρκεί μονάχα από το ελεύθερο λογικό πλάσμα να υπάρξει η κατάλληλη προσωπική συνθήκη για τη λειτουργία του άφθαρτου θείου δώρου: η κάθαρση εκ της αμαρτίας και η εν αρεταίς ανάβαση προς το μακάριο φως της αναστάσιμης δό­ξας. Διότι, δυστυχώς, «ου πάντων η θεοποιός ανάβασις». Πολ­λοί προτιμούν θεληματικά την παραμονή τους στήν παγερότητα του πνευματικού θανάτου, στις σκοτεινές ρωγμές τής πα­λαιάς πλάσεως, δέσμιοι της σκοτεινότητος της αμαρτίας και δού­λοι τής φθοράς. Η ανάσταση γι' αυτούς δεν θα λειτουργήσει λυτρωτικά, αλλά μόνο καταδικαστικά και κατακριτικά: ο αιώ­νιος πνευματικός θάνατος μακριά από την πηγή τής ζωής, τον Θεό!

Η ορθόδοξή μας λειτουργική παράδοση εκφράζει κατά τρόπο υπέροχο τον άμεσο συσχετισμό και τη σύνδεση σταυρικού πάθους και αναστάσεως στο λυτρωτικό έργο τού Χριστού, στο ωραίο ανάγνωσμα του όρθρου ευθύς μετά το εωθινό Ευαγγέλιο. Στο ανάγνωσμα αυτό εκφράζονται με λιτή ιεροπρέπεια η μυστική θέαση της αναστάσεως που φλογίζει την ορθόδοξη ψυχή, η χαρά για το συγκλονιστικό τής πίστεως γεγονός που περνά απαραίτητα από το σταυρό και η δοξολογική προσκύνη­ση του Χριστού, της χαράς όλου του κόσμου, ο οποίος είναι ο μόνος αναμάρτητος Θεός και Κύριος:

«Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι, προσκυνήσωμεν άγιον, Κύριον Ιησούν τον μόνον αναμάρτητον. Τον σταυρόν σου Χριστέ ττροσκυνούμεν και την αγίαν σου ανάστασιν υμνούμεν και δοξάζομεν. Συ γαρ ει Θεός ημών, εκτός σου άλλον ουκ οίδαμεν, το όνομά σου ονομάζομεν. Δεύτε πάντες οι πιστοί προσκυνήσωμεν την του Χριστού αγίαν ανάστασιν. Ιδού γαρ ήλθε διά του σταυρού χαρά εν όλω τω κόσμω. Διά παντός ευλογούντες τον Κύριον, υμνούμεν την ανάστασιν αυτού. Σταυρόν γαρ υπομείνας δι’ ημάς θανάτω θάνατον ώλεσεν».

Μετά τα όσα ανωτέρω είπαμε, ο θάνατος λαμβάνει, στην περιοχή τής πίστεως, νέο περιεχόμενο και νέους προσανατολι­σμούς. Χωρίς βέβαια να χάσει τη φυσική του τραγικότητα ως φαινόμενο άδοξο και θλιβερό που πλήττει κάθε ανθρώπινη σάρκα και προκαλεί οδύνη και δάκρυα (αφού και ο Κύριος εδάκρυσε για το θάνατο του φίλου του Λαζάρου), όμως από το βάθος τής χριστιανικής πίστεως αναδύεται μετασχηματισμένος σε κάτι ολότελα καινούργιο, αναδομημένος στο μυστήριο της θείας περί τον άνθρωπον οικονομίας και εξυπηρετικός της ηθικής τελειώσεως και σωτηρίας τού ανθρώπου. Ο θάνατος δεν θεωρείται πια ως η ανεπανόρθωτη καταστροφή τής υπάρξεως. Το σώμα στον τάφο δεν είναι καταδικασμένο σε αιώνιο αφανισμό. Η διάλυσή του είναι προσωρινή. Τα οστά και οι σάρκες, που διαλύθηκαν ή εξαφανίστηκαν με οποιοδήποτε τρόπο, με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος θα ζωοποιηθούν και πάλιν και θα ανασυνδεθούν για να γίνει εκ νέου το φθαρέν ζώον σε νέα πνευματική και άφθαρτη γένεση. Αυτό είναι το μεγάλο μήνυμα της αναστάσεως. Σε μια τέτοια προοπτική ο θάνατος έχει επεισοδιακό χαρακτήρα. Δεν είναι κάτι μόνιμο και σταθερό, αλλά προσωρινό, μια φάση τής ζωής. Μια αλλαγή σκηνικού στην πορεία τής υπάρξεως. Οι νεκροί στα μνήματα δεν αφανίζονται, κοιμούνται. Γι' αυτό και τα χριστιανικά νεκροταφεία καλούνται κοιμητήρια. Και όπως όποιος κοιμάται τη νύκτα ξυπνά το πρωί στη δροσιά τής καινούργιας ημέρας τής ντυμένης στη χαρά και το φώς, έτσι και οι νεκροί που κοιμούνται στους τάφους τη βα­θιά νύκτα τού θανάτου, θα ξυπνήσουν το πρωί της αναστάσεως, ντυμένοι στο φως της καινούργιας αδιάδοχης ημέρας τού Θεού. Το μήνυμα αυτό είναι πραγματικά χαρμόσυνο κι ελπιδοφόρο. Οι τάφοι είναι σημεία, σύμβολα. Πίσω τους υποφώσκει η αληθινή ζωή. Με το θάνατο ραγίζει βέβαια η καρδία τού ανθρώπου, και αυτού ακόμη του πιστού, όμως ο σκοτεινός απελπισμός δεν κυριεύει τη ψυχή του, δεν θολώνει το μυαλό και τη διάνοιά του. Πιστεύει και ελπίζει. Βλέπει το θάνατο στην πραγματική του διάσταση. Βγάζει τα συμπεράσματά του και ε­τοιμάζεται για το αιώνιο ταξίδι του γεμάτος γαλήνη και ελπί­δα. Διδάσκεται για τη ματαιότητα της ζωής και την αστάθεια των ανθρωπίνων πραγμάτων, προσπαθεί ν' αποκολλήσει τον ε­αυτό του από τα ποικίλα είδωλα της αμαρτίας και, στολισμένος με την πίστη και το νόμο τού Θεού, βαδίζει το δρόμο του ατάραχος προς το μεγάλο αίνιγμα που χλευάζει τη ζωή, διαβλέπων πέρα της παγερότητός του την άυλη φωτεινότητα της αναστάσεως, το γλυκύ όραμα της πίστεως με το οποίο εκοιμήθησαν μυριάδες πιστοί, περιμένοντας τη δική τους ανάσταση ζωής, την είσοδό τους στους κόλπους τής απεραντοσύνης τού Θεού!

Sourse: alopsis

Πηγή: «ΑΜΩΜΟΙ ΕΝ ΟΔΩ ΑΛΛΗΛΟΥΪΑ»
Εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος

Η ουσία του Θεού και η γνώση του εκ μέρους μας.


 Μπορούμε να γνωρίσουμε το Θεό;

Να τον γνωρίσουμε; Και τι να γνωρίσουμε από το Θεό; Την ουσία, τη φύση, την τελειότητά του; Αδύνατο. Ως προς τούτο ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέγει: «Ἄπειρον τό θεῖον καί ἀκατάληπτον· καί τοῦτο μόνον αὐτοῦ καταληπτόν, ἡ ἀπειρία καί ἀκαταληψία». Δηλαδή· άπειρος είναι ο Θεός και παντέλειος και σε εμάς τους ατελείς και πεπερασμένους ανθρώπους ακατάληπτος. Τούτο μόνο μπορούμε ως προς το Θεό να εννοήσουμε· ότι ακριβώς είναι άπειρος και ακατάληπτος και ο νους μας ως εκεί είναι αδύνατο να φθάσει. Και αλήθεια, πώς να φθάσει; Και πώς να τον γνωρίσουμε το Θεό; Πώς να εισέλθουμε εμείς στα βάθη της ουσίας του και να ερευνήσουμε τη φύση, τη σύσταση και υπόστασή του; Αδύνατο. Και είναι αδύνατο, διότι ο Θεός είναι ουσία και φύση νοερά και εμείς άνθρωποι σαρκικοί και γήινοι. Ο Θεός είναι άπειρος και εμείς πεπερασμένοι. Ο Θεός είναι τέλειος και εμείς ατελείς. Ο Θεός είναι ο δημιουργός μας και εμείς τα δημιουργήματά του. Πώς, λοιπόν, να χωρέσει το άπειρο στο πεπερασμένο και να γνωρίσει το ατελές το τέλειο, το δημιούργημα το δημιουργό του; «Ὁ Θεός ἡμῶν ἀπρόσιτος καί τῷ νῷ ἡμῶν ἀχώρητος». Ούτε να τον πλησιάσουμε τόσο κοντά μπορούμε, για να τον γνωρίσουμε στην εντέλεια, ούτε ο μικρός και στενός και περιορισμένος νους μας μπορεί να χωρέσει τον άπειρο και παντέλειο Θεό. Αυτό εννοεί και η Αγία Γραφή, όταν λέγει· «Θεόν οὐδείς ἑώρακε πώποτε» (Ιωάν. α΄ 18) και ότι το Θεό «εἶδεν οὐδείς ἀνθρώπων, οὐδέ ἰδεῖν δύναται» (Α’ Τιμόθ. στ΄ 16) (1). Είπε και ο ίδιος ο Θεός στον προφήτη Μωυσή που ζήτησε να δει το Θεό· «οὐ δυνήσῃ ἰδεῖν τὸ πρόσωπόν μου· οὐ γὰρ μὴ ἴδῃ ἄνθρωπος τὸ πρόσωπόν μου καὶ ζήσεται» (Εξόδ. λγ΄ 20). Δεν θα μπορέσεις να δεις το πρόσωπό μου. Διότι δεν θα μπορέσει να ζήσει άνθρωπος, που θα αντικρύσει το πρόσωπό μου. Δεν μπορούμε, λοιπόν, οι άνθρωποι να γνωρίσουμε το Θεό, καθό μικροί και πεπερασμένοι και ατελείς. Και το πιο σημαντικό, καθό αμαρτωλοί εμείς και εκείνος άγιος. Άγνωστος λοιπόν σε εμάς ο Θεός. Άγνωστος και στους Αγγέλους. Και σε ποιον είναι γνωστός; Είναι γνωστός στο μονογενή του Υιό, ο οποίος γεννήθηκε προ πάντων των αιώνων από αυτή την ουσία του Πατρός. Το λέγει σαφώς η Αγία Γραφή· «Θεὸν οὐδεὶς (από τους ανθρώπους) ἑώρακε πώποτε· ὁ μονογενὴς υἱὸς ὁ ὢν εἰς τὸν κόλπον τοῦ πατρός, ἐκεῖνος ἐξηγήσατο» (Ιωάν. α΄ 18). Το Θεό κανείς άνθρωπος δεν τον είδε ποτέ. Ο μονογενής Υιός του που είναι πάντοτε ενωμένος μαζί του, εκείνος μας τον φανέρωσε και μας μίλησε για το Θεό. Και «οὐδεὶς ἐπιγινώσκει τὸν υἱὸν εἰ μὴ ὁ πατήρ, οὐδὲ τὸν πατέρα τις ἐπιγινώσκει εἰ μὴ ὁ υἱὸς καὶ ᾧ ἐὰν βούληται ὁ υἱὸς ἀποκαλύψαι» (Ματθ. ια΄ 27). Κανείς άλλος δε γνωρίζει καλά τον Υιό του Θεού παρά μόνο ο Πατήρ, και τον Πατέρα πάλι κανείς δεν τον γνωρίζει στην εντέλεια παρά ο Υιός, και από τους ανθρώπους εκείνος, στον οποίο ο Υιός θα θελήσει να τον φανερώσει και όσο πρέπει θα τον φανερώσει. Ακόμη και το Πνεύμα το Άγιο, σαν Θεός που είναι και αυτό, γνωρίζει το Θεό, διότι λέγει·«τό Πνεῦμα πάντα ἐρευνᾷ καί τά βάθη τοῦ Θεοῦ» (Α΄ Κορινθ. β΄ 10). Λέγει και ο Μέγας Βασίλειος, ότι η ουσία του Θεού είναι «παντί ἀπερίοπτος», σε όλους ακατάληπτη και απρόσιτη (απλησίαστη)«καί ὑπερβαίνει ἡ κατάληψις αὐτῆς», ξεπερνά η κατανόησή της «οὐκ ἀνθρώπους μόνον, ἀλλά καί πᾶσαν λογικήν φύσιν», όπως είναι οι Άγγελοι και όλα τα ουράνια πνεύματα, «Υιῷ δέ μόνον γνωστός ὁ Πατήρ καί Ἁγίῳ Πνεύματι». Μόνο στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα είναι γνωστός ο Πατήρ. Δεν μπορούμε, λοιπόν, οι άνθρωποι να γνωρίσουμε το Θεό, τη φύση, την ουσία του, την εσωτερική ζωή του Θεού. Εδώ, για να καταλάβουμε καλά το πράγμα, πρέπει να αναφέρουμε το παράδειγμα του αρχαίου φιλοσόφου Ιέρωνος. Τον κάλεσε, λέγει, ο βασιλιάς των Συρακουσών και του είπε· θέλω να μου πεις τι είναι ο Θεός. Ο φιλόσοφος του απάντησε. Δος μου τρις μέρες προθεσμία να σκεφθώ. Ο βασιλιάς του δίνει. Όταν σε τρεις μέρες παρουσιάσθηκε, λέγει στο βασιλιά. Θέλω άλλες τρεις μέρες. Και έπειτα άλλες τρεις και άλλες τρεις. Ο βασιλιάς απόρησε και τον ρωτά· γιατί τόσες αναβολές; Και ο Ιέρων του λέγει. Όσο περισσότερο σκέπτομαι τι είναι ο Θεός, τόσο πιο σκοτεινό μου φαίνεται το ζήτημα και τόσο πιο δύσκολη η απάντηση.

Και όμως μπορούμε να γνωρίσουμε το Θεό, αφού ο Θεός «οὐκ ἀμάρτυρον ἑαυτόν ἀφῆκεν» (Πράξ. ιδ΄ 17). Δεν άφησε τον εαυτό του τελείως άγνωστο και κρυμμένο. Μας είναι αδύνατο να έχουμε βέβαια τέλεια γνώση του Θεού. Δεν έχουμε όμως και παντελή άγνοια του Θεού και αφού ο ίδιος ο Θεός αποκάλυψε τον εαυτό του σε εμάς και με τη φύση και τα έργα της δημιουργίας του, και με την εσωτερική μαρτυρία της ψυχής μας. Ακόμη με το νόμο που μας έδωσε, και με τον Υιό του που μας απέστειλε. Λαμβάνουμε δε τόση γνώση, όση χωρεί η φύση μας, όσο παίρνει το μικρό μυαλό μας. Και όση μας χρειάζεται για τη θρησκευτική μας μόρφωση και κατάρτιση. Και όση μας προσφέρει ο Θεός με τη θεία του Αποκάλυψη. Και οι Πατέρες της Εκκλησίας, μολονότι τονίζουν το αδύνατο να γνωρίσουμε το Θεό, αναφέρουν το αδύνατο αυτής της γνώσεως στην ουσία του Θεού, στα βάθη, στο τι είναι ακριβώς ο Θεός στην εσωτερική του φύση και Θεότητα. Και μας λέγουν, ότι από τις θείες ενέργειες μπορούμε να γνωρίσουμε το Θεό. «Ἡμεῖς δέ, λέγει ο Μ. Βασίλειος, ἐκ μέν τῶν ἐνεργειῶν (από τις ενέργειές του, από όσα κάνει για το καλό και τη σωτηρία μας, από αυτά) γνωρίζομεν τόν Θεόν ἡμῶν, τῇ δέ οὐσίᾳ αὐτῇ προσεγγίζειν οὐχ ὑπισχνούμεθα» (στην ουσία του όμως δε λέμε πως μπορούμε να τον πλησιάσουμε) Γιατί; Διότι «αἱ μέν γάρ ἐνέργειαι αὐτοῦ πρός ἡμᾶς καταβαίνουσιν, ἡ δέ οὐσία αὐτοῦ μένει ἀπρόσιτος». Οι πράξεις και τα έργα του φθάνουν έως εμάς και τις βλέπουμε. Η ουσία του όμως μένει μυστηριώδης και απλησίαστος. Μερική γνώση του Θεού μπορούμε να λάβουμε, και τη λαμβάνουμε από τις θείες ιδιότητες και ενέργειές του, από την πρόνοια και φροντίδα που φθάνουν έως εμάς και με τις οποίες δείχνει ο Ύψιστος το ενδιαφέρον του για το καλό και την πρόοδο τη δική μας (2).

Και τούτο το διδάσκουν οι άγιοι Πατέρες, λέγοντας· ότι η ψυχή «ὅτε πάντα τόν ἐπιχυθέντα ρύπον τῆς ἁμαρτίας ἀφ’ ἑαυτῆς ἀποτίθεται (όταν πετάξει η ψυχή από επάνω της όλη τη λέρα της αμαρτωλής ζωής της) καί μόνο τό «κατ’ εἰκόνα» καθαρόν φυλάττῃ… ὡς ἐν κατόπτρῳ θεωρεῖ τήν εἰκόνα τοῦ Πατρός, τόν Λόγον, καί ἐν αὐτῷ τόν Πατέρα», λέγει ο Μέγας Αθανάσιος. Ο άνθρωπος που διατηρεί αγνή και καθαρή την ψυχή του, είναι σαν να έχει εμπρός του καθρέπτη και βλέπει μέσα σε αυτόν το Θεό, και τον Πατέρα και τον Υιό. Και ο Γρηγόριος ο Νύσσης τα ίδια διδάσκει και θεολογεί: «Ὁ πάσης τῆς κτίσεως καί ἐμπαθοῦς διαθέσεως τήν ἑαυτοῦ καρδίαν ἀποκαθάρας, ἐν τῷ ἰδίῳ κάλλει τῆς θείας φύσεως καθορᾷ τήν εἰκόνα», επειδή «τῆς ἰδίας φύσεως ἀγαθῶν ὁ Θεός ἐνετύπωσε», τῇ ἀνθρωπίνῃ «κατασκευῇ τά τιμήματα, οἷόν τινά κηρόν σχήματι γλυφῆς προτυπώσας». «Ἡ θεότης δέ ἐστί καθαρότης, ἀπάθεια καί κακοῦ παντός ἀλλοτρίωσις. Εἰ οὖν ταῦτα ἐν τῷ ἀνθρώπῳ ἐστί, Θεός πάντως»· ἐν αὐτῷ ἐστί «καί ἡ καθαρότης, ὁ ἀγιασμός, ἡ ἁπλότης, πάντα τοιαῦτα τα φωτοειδῆ τῆς θείας φύσεως ἀπαυγάσματα, δι’ ὧν Θεός ὁρᾶται». Με απλά λόγια· Άνθρωπε, όσο η αμαρτία σκοτίζει την ψυχή σου, και εκείνα του Θεού τα μυστικά, που θα μπορούσες να τα γνωρίσεις από φυσικού σου, σου μένουν κρυφά και άγνωστα. Μόνο δε αν καθαρίσεις τον εαυτό σου από αμαρτωλά αισθήματα και πάθη, μόνο τότε σου ανοίγεται ο δρόμος και η θύρα της γνώσεως του Θεού, και κατά τη δύναμη του νου σου και ανάλογα προς το φωτισμό που παίρνεις από το Άγιο Πνεύμα πλησιάζεις το Θεό και γνωρίζεις τα απαραίτητα από όσα κάνει ο Θεός για τη σωτηρία σου.

Ονόματα του Θεού

Έχει ονόματα ο Θεός με τα οποία πρέπει να τον ονομάζουμε και να τον προσφωνούμε; Έχει. Και τέτοια ονόματα χαρακτηριστικά του Θεού αναφέρει η Αγία γραφή. Έτσι τον ονομάζει «Πνεύμα», «Πνεῦμα ὁ Θεός». Τον λέγει «Αγάπη», «Ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί», λέγει ο ιερός Ευαγγελιστής του. Τον αποκαλεί «Φως». «Ὁ Θεός φῶς ἐστί»· ο Θεός «φῶς οἰκεῖ ἀπρόσιτον», όπως λέγει ο Απόστολός του. Αλλά και ο ίδιος ο Θεός έδωσε όνομα στον εαυτό του. Το όνομα αυτό είναι το «ὁ Ὤν». Όταν έστειλε τον προφήτη Μωυσή στο Φαραώ και τους Αιγυπτίους, για να ελευθερώσει τους Εβραίους από την τυραννία τους, είπε ο Μωυσής στο Θεό. Και αν με ρωτήσουν ποιος σε έστειλε γι’ αυτόν τον σκοπό, τι θα τους απαντήσω; Και ο Θεός του είπε· θα τους πεις «ὁ Ὤν ἀπέσταλκέ με» (Εξόδ. γ΄ 12, 15). Και επειδή ο ίδιος ο Θεός έδωσε στον εαυτό του το όνομα τούτο, γι’ αυτό και γύρω από την κεφαλή του Παντοκράτορος Κυρίου στις εικόνες της Εκκλησίας μας είναι γραμμένο το τρισγράμματο αυτό όνομα:«ὁ Ὤν».

α) «Ὁ Ὤν»

Και τι θα πει «ὁ Ὤν»; Θα πει ο υπάρχων. Εκείνος που υπάρχει, όχι σαν να τον έφτιαξε κάποιος άλλος, αλλ’ υπάρχει από τον εαυτό του, που πάντοτε, αχρόνως, προαιωνίως και αϊδίως υπάρχει, εκείνος που υπάρχει, χωρίς να έχει αρχή ούτε και τέλος. Αυτό θα πει και το «αΐδιος»: πάντοτε, αέναος, ο ίδιος και απαράλλακτος, χωρίς ποτέ να μεταβάλλεται και να αλλάζει. Όπως τον λέγει και στη θεία του Λειτουργία ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος· «ἀεί ὤν, ὡσαύτως ὤν». Και αυτό το όνομα ταιριάζει μάλλον στο Θεό, αυτό «παρουσιάζεται μᾶλλόν πως τῆς θείας οὐσίας ὄνομα». «Ὁ Ὤν» θα πει: εγώ είμαι που πάντοτε υπάρχω. Γι’ αυτό και όταν κάνει την απόλυση ο ιερέας στις ακολουθίες της Εκκλησίας μας, έτσι αρχίζει: «Ὁ Ὤν, εὐλογητός Θεός ἡμῶν».

β) Ο Θεός ονομάζεται Πνεύμα
 
Όπως είπε ο Κύριος στη Σαμαρείτιδα. Και τούτο πάλι τι θα πει; Ότι ο Θεός δεν είναι Ον υλικό με σώμα και μάτια και χέρια, όπως είμαστε εμείς οι άνθρωποι, αλλ’ είναι Πνεύμα, το Πνεύμα, το απόλυτο, το άυλο, το άπειρο, το άχρονο και υπερτέλειο Πνεύμα, πρόσωπο πέρα ως πέρα πνευματικό, που ούτε τα μάτια μας, ούτε η σκέψη μας μπορούν να το συλλάβουν και εννοήσουν. Και παρουσιάζει μεν η Γραφή το Θεό με μάτια και χέρια και αυτιά και πόδια, αλλ’ αυτές είναι εκφράσεις ανθρώπινες, και θέλει με αυτές να μας δηλώσει τις ενέργειες του Θεού για εμάς τους ανθρώπους.

γ) Ο Θεός ονομάζεται αγάπη

Τούτο είναι το πιο συγκινητικό όνομα και ιδίωμα του Θεού. Και τούτο θέλει να πει, πως ο Θεός είναι προσωπικός Θεός, διότι μόνο το πρόσωπο αγαπά και σκορπίζει αγάπη και ευσπλαχνία. Ο Θεός, λοιπόν, είναι όλος αγάπη. Γνωρίζει μόνο να αγαπά. Να αγαπά και να μη μισεί. Να αγαπά και να μην εκδικείται, όσο κακοί και βλάσφημοι και υβριστές της θείας του Μεγαλοσύνης είναι οι άνθρωποι. Να αγαπά και να ευλογεί, να ευεργετεί, να συγχωρεί, να σώζει από κάθε κακό, από κάθε κίνδυνο και τους χειρότερους ανθρώπους. Αυτό θα πει, ο Θεός είναι αγάπη. Και έπειτα «ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν αὐτῷ», όπως λέγει ο ιερός Ευαγγελιστής του. Ο Θεός αγάπη. Και η Θρησκεία του θρησκεία της αγάπης. Και η Εκκλησία του Εκκλησία αγάπης. Και η βασιλεία του βασιλεία αγάπης. Και τούτο πάλι σημαίνει, ότι όποιος είναι του Θεού και ανήκει στην Εκκλησία του Θεού και ακολουθεί τη θρησκεία του Θεού και εμπνέεται από το Ευαγγέλιο του Υιού του Θεού είναι και αυτός αγάπη, γεμάτος αγάπη και σκορπίζει προς όλους την αγάπη με τα έργα της αγάπης και φιλανθρωπίας, της συγγνώμης, της ευεργεσίας.

δ) Ο Θεός ονομάζεται Φως

Και τούτο ο Ευαγγελιστής Ιωάννης το αποκαλύπτει και λέγει· «ὁ Θεὸς φῶς ἐστι καὶ σκοτία ἐν αὐτῷ οὐκ ἔστιν οὐδεμία» (Α΄ Ιωάν. α΄ 5). Ο Θεός είναι φως, άκτιστο φως, «φῶς νοερόν τούς τῆς ψυχῆς ἡμῶν ὀφθαλμούς εἰς τήν ἀντίληψιν αὐτοῦ ἀνακινοῦν» και «φῶς τῶν κεκαθαρμένων διανοιῶν, οὐχί τῶν σωματικῶν τούτων ὀφθαλμῶν», όπως λέγει ο ιερός Αυγουστίνος. Φως πνευματικό, το οποίο ανοίγει και φωτίζει τα μάτια της ψυχής στο να τον αντιλαμβανόμαστε και κατά κάποιον τρόπο να τον βλέπουμε. Είναι φως των καθαρισμένων διανοιών και όχι των σωματικών μας οφθαλμών. Φως νοερό και άγιο. Μπορούμε να το δούμε τούτο το φως; Αδύνατο. Μία ακτίνα είδαν οι μαθητές στο όρος Θαβώρ και έπεσαν κάτω από τη λάμψη του. Πώς να ατενίσουμε εμείς τούτο το φως της θεότητας, άνθρωποι γήινοι και σαρκικοί, δηλαδή χωματένιοι και αμαρτωλοί όντες; Είναι απρόσιτο και απροσπέλαστο. Πάντως ο Θεός είναι φως, «ὅ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τόν κόσμον».
«Πνεύμα ο Θεός» – «Αγάπη ο Θεός» – «Φως ο Θεός». Και τα τρία αυτά χαρακτηριστικά, αλλά και λαμπρά και ένδοξα ονόματα του Θεού ο θεολογικότατος ευαγγελιστής Ιωάννης μας τα δίδει. Και μας τα δίδει σαν ένα προνόμιο και πνευματικό κεφάλαιο σε εμάς τους ανθρώπους. Και να θεολογούμε κάπως και εμείς και να εισχωρούμε, έστω και λίγο, στα ασύλληπτα μεγαλεία του Θεού μας. Και έτσι να καταλαβαίνουμε την ύψιστη τιμή που μας γίνεται να ανήκουμε στο Θεό, που είναι Πνεύμα και αγάπη και φως. Και μόνο αυτό; Το ουσιαστικότερο. Να γνωρίζουμε καλά το Θεό μας και ενούμενοι και εμείς μαζί του να επιτυγχάνουμε τη θέωσή μας. Και θέωσή μας είναι να γινόμαστε και εμείς εν τω Θεώ και διά του Θεού πνεύμα και αγάπη και φως. Άνθρωποι δηλαδή πνευματικοί και φωτεινοί, που μεταδίδουν και στους άλλους ανθρώπους πνεύμα και αγάπη και φως.

Ἡ μοναδικότητα τῆς παραδόσεως τῆς Ὀρθοδοξιας Κόντογλου Φώτης




Ἡ μοναδικότητα τῆς παραδόσεως τῆς Ὀρθοδοξίας
Κόντογλου Φώτης

(Ἀπάντησις σὲ ἀρχιμανδρίτην τῶν Ἀθηνῶν)

Ὑπάρχει φανερὴ ὑπερηφάνεια, ὑπάρχει καὶ κρυφὴ ὑπερηφάνεια. Τὴν κρυφὴ ὑπερηφάνεια ἐννοεῖ ὁ ἅγιος Ἐφραὶμ ὁ Σῦρος, λέγοντας: «Ἡ ὑπερηφάνεια ἀναγκάζει ἐπινοεῖν καινοτομίας μὴ ἀνεχομένη τὸ ἀρχαῖον».

Αὐτὴ τὴν ὑποχθόνια ὑπερηφάνεια, ποὖναι κρυμμένη κάτω ἀπὸ τὴν ταπεινολογία καὶ τὴν ταπεινοφάνεια, ἔχουνε ὅσοι δὲν σέβουνται τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας στὴ λατρεία καὶ στὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες, καὶ θέλουνε νὰ εἰσάξουνε σ᾿ αὐτὴ κάποιους νέους τρόπους ποὺ εἶναι ὁλότελα ξένοι πρὸς τὴν οὐσία τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. Ὄχι μοναχὰ ξένοι πρὸς τὸν πνευματικὸν χαρακτήρα τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλὰ ὁλότελα ἀντιορθόδοξοι.

Εἶδες τί λέγει ὁ ὅσιος Ἐφραὶμ γιὰ τὴν ὑπερηφάνεια ποὺ εἶναι ἡ αἰτία τῶν νεωτερισμῶν; Δὲν λέγει ἁπλῶς «κινεῖ» ἀλλὰ «ἀναγκάζει», βιάζει αὐτὸν ποὺ τὴν ἔχει τὴν ὑπερηφάνεια. Καὶ ἔπειτα λέγει «ἐπινοεῖν», νὰ ἐφεύρει, νὰ φτιάξει κάποια ψεύτικα πράγματα. Τὸ «ἐπινοεῖν» ἔχει μέσα του τὴν πονηρία. Καὶ παρακάτω λέγει ὁ ἅγιος: «μὴ ἀνεχομένη». Ἡ περιφάνεια, λέγει δὲν ἀνέχεται, δὲν χωνεύει, δὲν ὑποφέρει «τὸ ἀρχαῖον», δηλαδὴ «τὴν παράδοση», ἀλλὰ τὴν πολεμᾶ μὲ λύσσα. Πῶς νὰ τὴν ἀνεχθεῖ ἀφοῦ τὴ μποδίζει στοὺς νεωτερισμοὺς ποὺ ἐπιθυμᾶ νὰ ἐπιδίδεται. Ἡ ὑπερηφάνεια, λοιπόν, μισεῖ «τὸ ἀρχαῖον», δηλαδὴ τὸ ἔργον τῶν εὐσεβῶν ψυχῶν ποὺ μᾶς παραδώσανε τὸν ἐξωτερικὸ χαρακτῆρα τῆς Ὀρθοδοξίας μαζὶ μὲ τὸν ἐσωτερικό, γιὰ νὰ τὰ φυλάξουμε μὲ δέος καὶ μὲ ἀγάπη. Τὸ νὰ μισεῖ ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι φυσικὸ ἰδίωμά της. Ἀλλὰ τί μισεῖ; Μισεῖ «τὸ ἀρχαῖον», δηλαδὴ τὴν παράδοση. Μά, ἕνα πράγμα ποὺ τὸ μισεῖ ἡ ὑπερηφάνεια, τὸ σατανικὸ αὐτὸ πάθος, θὰ πεῖ πὼς αὐτὸ ποὺ μισεῖ πρέπει νὰ εἶναι κάποιο πράγμα ἁγιασμένο, ἱερώτατο, ποὺ κάνει τὴ διαβολικὴ ὑπερηφάνεια νὰ φρυάξει καταπάνω του.

Λοιπόν, ἐκεῖνοι ποὺ κάνουνε τοὺς νεωτερισμοὺς ὁποὺ παραμορφώνουνε τὸν χαρακτῆρα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, εἴτε στὴν ἐσωτερικὴ πνευματικὴ οὐσία της, εἴτε στὴν ἐξωτερικὴ μορφή της, ἡ ὁποία ἐκφράζεται μὲ τὴν τελετουργία καὶ μὲ τὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες, σπρώχνουνται σ᾿ αὐτὸ τὸ ἀνίερο ἔργο ἀπὸ τὸν σατανᾶ τῆς ὑπερηφάνειας καὶ τῆς ἀπιστίας. Ἀπ᾿ ἐναντίας, ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουνε μέσα τους τὴ βλογημένη ταπείνωση, νοιώθουνε τέτοια ἀγάπη πρὸς τὴν παράδοση, ποὺ ἡ χαρά τους εἶναι νὰ τῆς ὑποτάσσονται προθυμερά, ὅπως ὁ καλὸς δόκιμος ὑποτάσσεται στὸν πνευματικὸν πατέρα του, κι ὁ πόθος τους εἶναι νὰ συντηρηθεῖ αὐτὴ ἡ πολύτιμη κληρονομιὰ τῆς παράδοσης, κι ὄχι νὰ παραμορφωθεῖ καὶ νὰ καταστραφεῖ, ὅπως εὔχουνται οἱ ἀσεβεῖς νεωτεριστές.

Καὶ μὅλα ταῦτα, κάποιοι τέτοιοι νεωτεριστὲς παρουσιάζονται, οἱ ἀθεόφοβοι, σὰν ἀνακαινιστὲς τῆς ὀρθοδοξίας, καὶ γιορτάζουνε τὴ μεγάλη γιορτὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ εἶναι ἡ νίκη τῆς Ἐκκλησίας καταπάνω στοὺς ἴδιους αὐτοὺς νεωτεριστές. Ναί, γιορτάζουν μαζὶ μὲ κείνους ποὺ κρατοῦνε τὶς παραδόσεις σὰν ἀτίμητο θησαυρό.

Ἀλλά, τοῦτοι οἱ καταργητές, αὐτοὶ ποὺ μισοῦν τὴν ἱερὴ παράδοση, (ποὺ ὁ θρίαμβός της εἶναι ἡ γιορτὴ τῆς Ὀρθοδοξίας), θέλουν νὰ διδάξουν τί ἐστὶ Ὀρθοδοξία στὰ τέκνα τὰ γνήσια τῆς Ὀρθοδοξίας. Καὶ τοῦτοι οἱ πονηροὶ καθηγηταὶ εἶναι χειροτονημένοι ἀπὸ τοὺς ὀρθοδοξώτατους Προτεστάντες δασκάλους τους! Ἀπ᾿ αὐτοὺς διδαχθήκανε ποιά εἶναι ἡ ἀληθινὴ Ὀρθοδοξία, κι ὄχι ἡ πεπαλαιωμένη κείνη Ὀρθοδοξία ποὺ διδάξανε οἱ Πατέρες ποὺ μᾶς τὴν παραδώσανε, καὶ ποὺ βεβαιώσανε τὴ διδασκαλία τους μὲ τὴν ἁγιωσύνη τῆς ζωῆς τους.

Ἀπὸ τέτοιους καθηγητὲς περιμένει νὰ φωτισθεῖ ἡ Ἑλλάδα, ποὺ πήγανε νὰ μάθουνε τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς της, κι ἀπὸ κείνους ποὺ καταξεράνανε μὲ τὴν ἄπιστη σοφία τους τὸ δροσόφυλλο δέντρο τῆς θρησκείας τοῦ Χριστοῦ, ποὺ πήγανε στὸ ἔρεβος τοῦ Μέλανος θεολογικοῦ Δρυμοῦ, γιὰ νὰ φέρουνε τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου στὸν λαὸ ποὺ τὸ κήρυξε στὰ ἔθνη, αὐτοὶ ποὺ ἀφήσανε τὰ ἡφαίστεια τῆς Ὀρθοδοξίας ποὺ πυρπολήσανε τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων, καὶ πήγανε στὰ παγόβουνα τοῦ ὀρθολογισμοῦ καὶ τῆς ἀπιστίας, γιὰ νὰ φέρουνε σ᾿ ἐμᾶς, ποὺ μᾶς ἔθρεψε ἐπὶ αἰῶνες τὸ μάνα τῆς παράδοσης, τὴν ψύχρα τῆς πονηρῆς γνώσης. Αὐτοὶ μιλοῦν γιὰ Ὀρθοδοξία ἐν ὀνόματι τῶν ἁγίων Πατέρων Χάρνακ, Στράους, Ρενὰν καὶ τῶν σὺν αὐτοῖς ἁγιασάντων!!

Τόσο ἀφιονισθήκανε, λοιπόν, οἱ Ἕλληνες ἀπὸ τὸ ἀφιόνι τῆς Δύσης, ὥστε νὰ γίνουνται μαθητὲς κι ἀκροατὲς σὲ τέτοιους δασκάλους, ποὺ διαφημίζουνε πὼς τοὺς φέρνουνε μιὰ Εὐρωπαϊκὴ Ὀρθοδοξία, μαζὶ μὲ τὰ εὐρωπαϊκὰ σπίτια, μὲ τὰ εὐρωπαϊκὰ προϊόντα καὶ μὲ τὰ εὐρωπαϊκὰ πλυντήρια;

Αὐτοὶ οἱ ἐπιστημονικοὶ θεολόγοι καὶ νεορθόδοξοι δὲν θὰ εἶναι παράξενο νὰ ὑποστηρίζουνε κάποτε, ἐπιστημονικῶς, πὼς κατὰ λάθος γράφηκε ὅτι οἱ Πατέρες ποὺ διδάξανε στὸν κόσμο τὸν Χριστιανισμὸ γεννηθήκανε ἐδῶ στὴν Ἀνατολή, καὶ πὼς κατόπιν τῶν νέων ἐρευνῶν τῆς ἐπιστήμης ἐβεβαιώθη ὅτι ὁ μὲν Βασίλειος γεννήθηκε στὴν σεπτὴν Φραγκφούρτη, ὁ Χρυσόστομος στὴν ἁγίαν πόλιν τοῦ Μονάχου, τὴν νέαν Σιών, ὁ Γρηγόριος στὸ ἱερὸν Ἀμβοῦργον, ὁ Ἀντώνιος πὼς ἀσκήτεψε παρὰ τὴν Βαλτικὴν θάλασσαν, κ.λπ.

Ὅσον γιὰ τὸν Ἐφραὶμ τὸν Σῦρο, ποὺ εἴπαμε παραπάνω, ποῦ νὰ καταδεχτοῦνε νὰ τὸν γράψουνε στὰ σοφὰ συγγράμματά τους, ἕναν ἄξεστον καὶ ἀπαίδευτον τουρκοκαλόγηρον, καθὼς καὶ τοὺς ἄλλους, μὲ τὴν περιορισμένη διάνοια, ὅπως εἶναι ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος, Βαρσανούφιος, Νεῖλος, Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, Νικήτας Στηθᾶτος, Γρηγόριος Σιναΐτης, κι οἱ ἄλλοι φανατικοὶ καὶ μισαλλόδοξοι ἀνατολίτες.

Ἡ σημερινὴ «θεολογικὴ ἐπιστήμη», λένε οἱ ἐξ Ἑσπερίας φωτοδόται, ἐσυγχρονίσθη εἰς τὰς πολιτισμένας χώρας, καὶ ὁδηγεῖται εἰς τὴν ἔρευνάν της ὑπὸ τῶν πορισμάτων τῶν ἄλλων ἐπιστημῶν, τῆς βιολογίας, γεωλογίας, τῆς ἀστρονομίας κ.λπ. Ζῶμεν εἰς τὸν αἰῶνα τῶν ἐπιστημονικῶν θαυμάτων, τῶν πυραύλων, τῶν σπούτνικ. Εἰς τὰ ἀγωνιώδη ἐρωτήματα τὰ ὁποῖα προβάλλουν οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι, τί εἶναι εἰς θέσιν ν᾿ ἀπαντήσουν οἱ ἀγαθοὶ καὶ ἁπλοϊκοὶ ἐκεῖνοι γέροντες τῆς ἐρήμου, οἱ ζήσαντες ἐν σπηλαίοις ὡς οἱ τρωγλοδῦται, καὶ εἰς μίαν ἐποχὴν καθ᾿ ἣν ἐβασίλευεν ἡ βαρβαρότης, ἡ ἀμάθεια καὶ ἡ νοσηρὰ δεισιδαιμονία;

Ποιὰ θρησκεία λοιπὸν παραμορφώθηκε σὲ τέτοιον ἀπίστευτον βαθμό; Ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ, ποὺ μᾶς ἔφερε τὴν ἀλήθεια, ἁπλή, καθαρὴ σὰν κρύσταλλο, καὶ ποὺ γλύτωσε τὴν ἀνθρώπινη ψυχὴ ἀπὸ τὴν πολύπλοκη καὶ μπερδεμένη ψευτιὰ τῆς γνώσης, αὐτὴ ἡ θρησκεία ἔπεσε πάλι στὰ πονηρὰ συστήματα ἐκείνων γιὰ τοὺς ὁποίους εἶπε ὁ Χριστὸς πὼς εἶναι κλέφτες καὶ ληστὲς ποὺ ληστεύουνε τὶς ψυχές.

Αὐτοὶ δὲν μπαίνουνε στὴν αὐλὴ τῶν προβάτων ἀπὸ τὴ θύρα, δηλαδὴ ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο, ὅπως εἶπε ὁ Χριστός, ἀλλὰ πηδᾶνε ἀπάνω ἀπὸ τὴ μάντρα, καὶ παρουσιάζουνται σὰν ποιμένες, ἐνῶ εἶναι ληστὲς καὶ κλέφτες.

Καὶ ποιοὶ εἶναι αὐτοί; Εἶναι τοῦτοι οἱ λαοπλάνοι, ποὺ ἔρχουνται ἀπὸ τὰ Πανεπιστήμια τῆς ἀπιστίας, βαστώντας στὰ χέρια τους διπλώματα καὶ πιστοποιητικὰ τῆς θεολογίας, σὰν νὰ εἶναι ἡ θεολογία γιατρικὴ ἢ χημεία, καὶ χαλᾶνε μὲ τὴν πονηρὴ διδασκαλία τους τὰ ἁπλοϊκὰ πρόβατα τοῦ Χριστοῦ, λέγοντάς τους πὼς ἡ πίστη τους εἶναι δεισιδαιμονία καὶ τυπολατρεία, καὶ πὼς ἡ ἱερὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας τὴ μποδίζει νὰ συγχρονισθῆ, δηλαδὴ νὰ γίνει σὰν τὴ Χριστιανικὴ ἀθεΐα ποὺ λέγεται Προτεσταντισμός.

Ναί. Αὐτοὶ εἶναι οἱ κλέφτες κι οἱ ληστὲς ποὺ εἶπε ὁ Κύριος πὼς ἀνεβαίνουνε ἀπ᾿ ἀλλοῦ καὶ μπαίνουνε στὴν αὐλὴ τῶν προβάτων, δηλαδὴ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καὶ δὲν μπαίνουνε ἀπὸ τὴ θύρα, ποὺ εἶναι ὁ Χριστός. Καὶ θέλουνε νὰ ξεγελάσουνε τὰ ἀθῶα τὰ πρόβατα ποὺ ζοῦνε μὲ τὴν πατροπαράδοτη εὐσέβεια καὶ ποὺ γνωρίζουνε καλὰ τὸν Χριστό, καὶ Ἐκεῖνος τὰ γνωρίζει.

Μίλησα γιὰ τὶς ξένες χῶρες ποὺ σπουδάζουνε οἱ θεολόγοι μας. Αὐτοὶ οἱ λαοὶ εἶναι ἀγαθὴ γῆ καὶ καλοδεχτική, γιὰ νὰ φυτρώσει μέσα τους ὁ σπόρος τῆς ἀληθινῆς πίστης. Ἀλλὰ οἱ δικοί μας ποὺ πηγαίνουνε νὰ σπουδάσουνε ἐκεῖ ἀπὸ ματαιοδοξία, ἀντὶ νὰ μεταλαμπαδεύουνε τὴν Ὀρθοδοξία σὲ κεῖνες τὶς ψυχές, ποὺ τὶς ξέρανε ὁ λίβας τοῦ Προτεσταντικοῦ ὀρθολογισμοῦ, φέρνουν ἀπὸ κεῖ σὲ μᾶς, στὴ φυλὴ ποὺ κήρυξε τὸ Εὐαγγέλιο σ᾿ ὅλη τὴ γῆ, τὸν παραμορφωμένον ἐκεῖνον Χριστιανισμό, πιθηκίζοντας τὰ ξένα κι ἀποθεώνοντάς τα, ὅπως ὁ Παυσανίας ὁ Περιηγητὴς λέγει, πὼς κάνανε οἱ Ἕλληνες τῆς παρακμῆς στὸν καιρό του: «Ἕλληνες ἐν θαύματι τιθέασι τ᾿ ἀλλότρια, ἢ τὰ οἰκεῖα».

«Καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· εἰς κρίμα ἐγὼ εἰς τὸν κόσμον τοῦτον ἦλθον, ἵνα οἱ μὴ βλέποντες βλέπωσι καὶ οἱ βλέποντες τυφλοὶ γένωνται. Καὶ ἤκουσαν ἐκ τῶν Φαρισαίων ταῦτα οἱ ὅντες μετ᾿ αὐτοῦ, καὶ εἶπον αὐτῷ· μὴ καὶ ἡμεῖς τυφλοί ἐσμεν; Εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· εἰ τυφλοὶ ἦτε, οὐκ ἂν εἴχετε ἁμαρτίαν· νῦν δὲ λέγετε ὅτι βλέπομεν· ἡ οὖν ἁμαρτία ὑμῶν μένει» (Ἰωάν. Θ´, 39).

«Ἦλθα σὲ τοῦτον τὸν κόσμο, λέγει ὁ Χριστός, γιὰ νὰ δοῦνε τὸ φῶς ἐκεῖνοι ποὺ δὲν βλέπουνε, καὶ γιὰ νὰ τυφλωθοῦνε ὅσοι βλέπουνε».

«Ἐκεῖνοι ποὺ δὲν βλέπουνε» εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἔχουνε τὴν ὑπερήφανη ἰδέα πὼς εἶναι σοφοὶ στὰ τῆς θρησκείας, ὅπως ἡμεῖς ποὺ πιστεύουμε μὲ ἁπλότητα καὶ μὲ ἐμπιστοσύνη στὸ Εὐαγγέλιο καὶ σὲ ὅσα μᾶς παραδώσανε οἱ Πατέρες, διατηρώντας μὲ εὐλάβεια ὀλότελα ἀνάλλαχτον τὸν χαρακτήρα τῆς λατρείας, καὶ θεωρώντας πὼς εἶναι ἀσέβεια τὸ νὰ βάζουμε τὰ τῆς θρησκείας μας κάτω ἀπὸ τὴ δική μας κρίση. Ἤμαστε τὰ πρόβατα τοῦ Χριστοῦ, κι ὅπως τὰ πρόβατα ἐμπιστεύουνται στὸν τσομπάνη, κι ἐμεῖς ἐμπιστευόμαστε στὸν ἀρχιποιμένα τὸν Χριστὸ καὶ στοὺς ποιμένας ποὺ διώρισε Ἐκεῖνος νὰ φροντίζουνε γιὰ τὴν αὐλὴ τῶν προβάτων, ἤγουν γιὰ τὴν Ἐκκλησία.

Καί «ἐκεῖνοι ποὺ βλέπουνε» εἶναι ὅσοι ἔχουνε τὴν περιφανῆ ἰδέα πὼς εἶναι σοφοὶ στὰ θρησκευτικὰ πράγματα, ἐπειδὴ σπουδάσανε σὲ κάποια μεγάλα σχολεῖα τῆς Εὐρώπης, ἐκεῖ ποὺ διδάσκουνε ἀνάμεσα στὶς ἄλλες ἐπιστῆμες καὶ τὴ θεολογία, σὰν νὰ εἶναι ἡ θεολογία μιὰ κοσμικὴ γνώση, ὅπως εἶναι ἡ γιατρική, ἡ μηχανικὴ κ.λπ.

Αὐτοὶ λοιπὸν «οἱ βλέποντες», ἐρευνοῦνε καὶ κρίνουνε τὰ τῆς θρησκείας, κι ἄλλα παραδέχουνται, ἄλλα δὲν τὰ παραδέχουνται, ἐπειδή, κατὰ τὴν κρίση τους, δὲν εἶναι σωστὰ ἀλλὰ εἶναι γεννήματα τῆς ἀμάθειας, κι ἔχουνε τὴν ἰδέα πὼς πρέπει ν᾿ ἀλλάξουνε, γιατὶ παληώσανε, μὴν πιστεύοντας πὼς εἶναι ἀνάλλαχτα κι αἰώνια, ἐπειδὴ δὲν πιστεύουνε πὼς προέρχουνται ἀπὸ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Τοῦτοι λοιπὸν «οἱ βλέποντες», ἤγουν «οἱ οἰόμενοι βλέπειν», τυφλώνουνται, κατὰ τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ, σὲ καιρὸ ποὺ κάνουνε τὸν καθηγητὴ καὶ τὸν ὁδηγό. Κι ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνειά τους, κοιτάζουνε «τοὺς μὴ βλέποντας», δηλαδὴ ἐκείνους ποὺ παραδίνουνται σὰν τὸν τυφλὸ νὰ τοὺς χειροκροτήσει ἡ ἀμετασάλευτη πίστη τους στὴν ἁγιασμένη παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, τοὺς κοιτάζουνε λοιπὸν μὲ περιφρόνηση σὰν ἀμαθεῖς τυπολάτρες ποὺ ἔχουνε στενὴ ἀντίληψι τῆς θρησκείας.

Ἕνας ἀπ᾿ αὐτοὺς τοὺς ξενοσπουδασμένους θεολόγους, ἔβγαλε λόγο σὲ μιὰ ἐκκλησιά, κατὰ τὴ λειτουργία τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ γιορτὴ αὐτὴ γίνεται σὲ ἀνάμνησιν τῆς νίκης τῆς Ὀρθοδοξίας καταπάνω στοὺς νεωτεριστές. Φαντάσου λοιπόν, ἕνας ἀπ᾿ αὐτοὺς τοὺς νεωτεριστὲς νὰ γιορτάζει, πρῶτος καὶ καλίτερος, γιὰ τὴ νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας καταπάνω στοὺς ὁμοίους του, καὶ νὰ βγάζει καὶ λόγο, γεραίροντας αὐτὸν τὸν θρίαμβο.

Ὁ θρίαμβος τῆς Ὀρθοδοξίας ἤτανε τότε κατὰ τῶν εἰκονομάχων, ἀλλὰ ἀπ᾿ ἀφορμὴ τῶν εἰκονομάχων, καταδικαστήκανε ὅλοι μαζὶ οἱ ἀνίεροι νεωτεριστές, ποὺ ἐπιχειρήσανε κι ἐπιχειροῦνε νὰ ξεσχίσουν τὸν ἄρραφο κι ἀκομμάτιαστον χιτώνα τῆς Ἐκκλησίας.

Ὡστόσο, ὁ καλόβουλος αὐτὸς θεολόγος, ποὺ εἶναι κι ἱερωμένος, συμβίβασε τὴν Ὀρθοδοξία με τοὺς νεωτερισμούς. Στὴν ἐκκλησία ποὺ λειτούργησε καὶ κήρυξε ὁ νεωτεριστὴς Ὀρθόδοξος, οἱ εἰκόνες κι ἡ μουσικὴ ἤτανε εὐρωπαϊκές, ἀντιορθόδοξες. Κι ἡ λειτουργία, σὲ πολλὰ παραμορφωμένη ἐπὶ τὸ νεωτεριστικώτερο, τὸ ὕφος δυτικό, ἡ ἀτμόσφαιρα χωρὶς τίποτα σχεδὸν Ἑλληνικὸ καὶ Ὀρθόδοξο.

Ἀλλὰ κι ὁ ἴδιος, πρόθυμα, θὰ ἔβγαζε πολλὰ περιττὰ ἀπὸ τὴ λειτουργία, θὰ ἔκοβε τὰ γένειά του, θὰ ἄλλαζε τὰ ἄμφιά του μὲ πολιτικὰ ροῦχα, θὰ καταργοῦσε τὰ κεριά, τὸ λιβάνι, τὰ καντήλια, τὰ πάντα, «ὡς ἐπουσιώδη», ὅπως συμπεραίνει κανεὶς ἀπὸ τὸν λόγο του.

Κατὰ βάθος ἴσως νὰ ἐλεεινολογοῦσε μάλιστα καὶ τοὺς Πατέρας ποὺ θεσπίσανε τὴν ἑορτὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ θὰ τὄλεγε, ἂν δὲν φοβότανε τὸν «ὄχλο». Γιατὶ, κατὰ τὴ γνώμη του, ἡ νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας ἤτανε ἡ νίκη τῆς τυπολατρείας καὶ τῆς δεισιδαιμονίας κατὰ τῆς ὑψηλῆς καὶ εὐρείας ἀντιλήψεως τῆς θρησκείας, ἡ ὁποία, κατ᾿ αὐτόν, εὑρίσκεται μέσα στὰ κεφάλια τῶν καθηγητῶν ποὺ εἶχε στὴν Εὐρώπη.

Γι᾿ αὐτὸν καὶ γιὰ τοὺς ὅμοιούς του δὲν ἔχει καμμιὰ σημασία τὸ ὅτι ὁ Χριστὸς μακάριζε τὶς ἁπλὲς ψυχές, λέγοντας στοὺς Ἀποστόλους πὼς εἶναι μακάριοι γιατὶ ἀξιωθήκανε, αὐτοὶ οἱ ψαράδες, νὰ δοῦνε καὶ νὰ νοιώσουνε τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ ποὺ θελήσανε νὰ τὰ δοῦνε σοφοὶ καὶ σπουδαῖοι ἄνθρωποι, καὶ δὲν μπορέσανε γιατὶ τὰ ἔκρυψε ἀπ᾿ αὐτοὺς ὁ Θεός. Ναί, τὰ ἔκρυψε, γιατὶ δὲν ἤτανε ἄξιοι νὰ τὰ δοῦνε, τυφλωμένοι ἀπὸ τὴν ψεύτικη σοφία τους.

Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ ἐκκλησία τῶν ἁπλῶν ψυχῶν κι ὄχι τῶν σοφῶν καὶ τῶν ἐπιστημόνων, δηλ. ἐκκλησία ὅπως τὴ θέλησε ὁ Χριστός. Ὁ Ὀρθόδοξος λαός μας δὲν χρειάζεται σπουδασμένους θεολόγους, ἀλλὰ ἱερεῖς ποὺ νὰ ὑπηρετοῦνε τὸν Θεὸ «ἐν ἀφελότητι καρδίας». Πρὶν ἀπὸ χρόνια ἔγραφα σ᾿ ἕνα βιβλίο μου τὰ παρακάτω λόγια: «Τοῦτο τὸ γραΐδιο ποὺ κάνει τὸν σταυρό του καὶ στέκεται σὰν κουρούνα μπροστὰ στὰ εἰκονίσματα, εἶναι ψυχὴ χιλιάδων χρονῶν καὶ ξέρει ἀπὸ ποῦ βαστᾶ καὶ ποῦ πάει, καλίτερα ἀπὸ τὸν κάθε λιμοκοντόρο ποὺ σπουδάζει στὰ Παρίσια» (Ταξίδια, ΜΗΛΟΣ). Ὁ εὐσεβὴς λαός μας διψᾶ γιὰ ἁγιότητα, κι ὄχι γιὰ ἐπιστημονικὲς θεολογίες.

Ἡ Ὀρθοδοξία ἔζησε πάντα μέσα στὴν ἁπλότητα ποὺ δίδαξε ὁ Χριστός, ἐνῶ οἱ εὐρωπαϊκὲς ὀργανώσεις ποὺ λέγουνται Ἐκκλησίες, ξεπέσανε στὰ πολύπλοκα συστήματα τῆς φιλοσοφίας καὶ τῆς ἐπιστήμης. Ἰδοὺ τί ἔγραφε γιὰ τοὺς παπιστὲς ἕνας Πατριάρχης, ποὺ σκοτώθηκε ἀπὸ τοὺς κακούργους δυτικούς: «Ἂν δὲν ἔχομεν σοφίαν ἐξωτέραν (δηλαδὴ κοσμική, θύραθεν), ἔχομεν, χάριτι Χριστοῦ, σοφίαν ἐσωτέραν καὶ πνευματικήν, ἡ ὁποία στολίζει τὴν Ὀρθόδοξόν μας πίστιν, καὶ εἰς τοῦτο πάντοτε εἴμεσθεν ἀνώτεροι ἀπὸ τοὺς λατίνους, εἰς τοὺς κόπους, εἰς τὰς σκληραγωγίας καὶ εἰς τὸ νὰ σηκώνωμεν τὸν σταυρόν μας καὶ νὰ χύνωμεν τὸ αἷμα μας διὰ τὴν πίστιν καὶ ἀγάπην, τὴν πρὸς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν.

Ἂν εἶχε βασιλεύση ὁ Τοῦρκος εἰς τὴν Φραγκίαν δέκα χρόνους, χριστιανοὺς ἐκεῖ δὲν εὕρισκες. Καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα τώρα τριακόσιους χρόνους εὑρίσκεται, καὶ κακοπαθοῦσιν οἱ ἄνθρωποι καὶ βασανίζονται διὰ νὰ στέκουν εἰς τὴν πίστιν των, καὶ λάμπει ἡ πίστις τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ μυστήριον τῆς εὐσεβείας, καὶ ἐσεῖς μοῦ λέγετε ὅτι δὲν ἔχομεν σοφίαν; Τὴν σοφίαν σου δὲν ἐθέλω ὀμπρὸς εἰς τὸν σταυρὸν τοῦ Χριστοῦ».

Ἄκοῦς θεολόγε ξενοσπουδασμένε, τί λέγει ὁ Πατριάρχης στοὺς δασκάλους σου τοὺς πολύξερους; «Τὴν σοφία σου δὲν τὴν θέλω, ἐμπρὸς εἰς τὸν σταυρὸν τοῦ Χριστοῦ».

Τέτοιοι εἶναι οἱ Ὀρθοδοξοι Χριστιανοί. Τέτοιοι εἶναι οἱ λέοντες τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἔχουνε μέσα στὴν καρδιά τους τὴ μωρία τοῦ Εὐαγγελίου. Αὐτοὶ εἶναι ποὺ τοὺς ὀνομάζεις ἐσὺ κι οἱ ὅμοιοί σου τυπολάτρες καὶ στενοκέφαλους. Αὐτοὺς λοιπόν, ποὺ δὲν εἶναι σὰν κι ἐσένα «μαθόντες» στὰ Πανεπιστήμια, ἀλλὰ ποὺ εἶναι «παθόντες τὰ θεῖα», κατὰ τὸν θεωρητικότατον ἅγιον Διονύσιον, αὐτοὺς ποὺ δὲν χωρίζουνε τὸ πνεῦμα ἀπὸ τὸν τῦπο τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλὰ τὴν ζοῦνε σὰν ἕνα πράγμα ἀτόφιο, αὐτοὺς ἔρχεσαι νὰ διδάξεις, ἀντὶ νὰ διδαχθεῖς ἐσὺ ἀπ᾿ αὐτούς;

Πλέκεις ἕνα ρητορικὸ ἐγκώμιο τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ ἐκεῖνο τὸ τυποποιημένο ὕφος ποὺ ἔχουνε οἱ παρόμοιες ὁμιλίες, καὶ ἐξυμνεῖς «τὰ χρυσορρήμονα στόματα», «τὴν ζωοποιὸν δύναμιν τοῦ λαοῦ μας», «τὰ ἀμάραντα μνημεῖα τῆς θείας λατρείας». Ἀλλά, μαζὶ μ᾿ αὐτὰ ρίχνεις καὶ τὸ ὕπουλο καὶ φαρμακερὸ σύνθημα, λέγοντας: «Προσοχὴ ὅμως! Δὲν πρέπει νὰ παρεξηγήσωμεν τὸ περιεχόμενο τῆς Ὀρθοδοξίας οὔτε νὰ ὑποβαθμίσωμεν τὴν ἀξίαν Της. Ὁ θησαυρὸς τῆς Ὀρθοδοξίας μας δὲν ταυτίζεται οὔτε μὲ συνδυασμοὺς χρωμάτων μιᾶς στενῆς καθορισμένης τεχνοτροπίας, οὔτε μὲ τὴν ποικιλίαν καὶ τὴν ποιότητα μουσικῶν ἤχων, μιᾶς εἰδικῆς ὡρισμένης ἐποχῆς».

Μὲ ἄλλα λόγια θέλεις νὰ πεῖς πὼς τὸ περιεχόμενο τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ἄσχετο μὲ τὰ ἔργα τῆς λειτουργικῆς μουσικῆς καὶ τῆς ἁγιογραφίας, μὲ τὰ ὁποῖα ἐκφράζεται ἐπὶ αἰῶνες. Πὼς αὐτὰ εἶναι κάποια συμβατικὰ στολίδια τῆς Ὀρθοδοξίας ποὺ πρέπει νὰ τ᾿ ἀλλάξουμε, δηλαδὴ κάποιο φόρεμα ποὺ πάλιωσε, καὶ πὼς πρέπει νὰ τῆς φορέσουμε ἄλλο, καινούργιο.

Ἀληθινά, μοναχὰ ἕνας «ἐπιστημονικός» θεολόγος μπορεῖ νὰ ἔχει τόσο λίγη εὐαισθησία καὶ τόση ψυχικὴ ἀμορφοσιά, μ᾿ ὅλα τὰ πτυχία τῆς Εὐρώπης, γιὰ νὰ λέγει τέτοια ἀσύστατα πράγματα! Μοναχὰ μιὰ ψυχὴ ποὺ λείπει ἀπὸ μέσα της ἡ θερμὴ αἴσθηση τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ ποὺ τὴν ἔχει ξεράνει ὁ χιονιᾶς τοῦ ὀρθολογισμοῦ, ψυχὴ ποὺ τὴν στέγνωσε ἡ πρακτικὴ βορεινὴ μεθοδολογία, καὶ γιὰ νὰ πῶ μ᾿ ἕναν σύντομο λόγο, ποὺ λείπει ἀπὸ μέσα της ὁλότελα ἡ βλογημένη καὶ δροσερὴ πνοὴ ποὺ λέγεται ποίηση τῆς Ὀρθοδοξίας, κι ἡ κατάνυξη ποὺ τὴν μεθᾶ μὲ τὸν οὐράνιον οἶνον, μιὰ τέτοια ψυχὴ μοναχὰ μπορεῖ νὰ πεῖ καὶ νὰ γράψει παρόμοια λόγια.

Ἀλλά, πρῶτα-πρῶτα, τί γνωρίζεις Πανοσιολογιώτατε, ἀπὸ τέχνη, καὶ μιλᾶς μὲ τέτοια κατηγορηματικότητα γιὰ τὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ γιὰ τὰ ἔργα της; Ξέρουμε πὼς ἐσὺ καὶ οἱ ὅμοιοί σου δὲν ἤσαστε σὲ θέση νὰ νοιώσετε παραπάνω ἀπὸ τὶς λιθογραφίες ποὺ κρέμουνται στὰ κορνιζοπωλεῖα τῆς ὁδοῦ Ἑρμοῦ, κι ἀπὸ τὶς ἐλεεινὲς χαλκομανίες... Μὲ ἄλλα λόγια, πὼς βρισκόσαστε στὸ νηπιαγωγεῖο τῆς ζωγραφικῆς.

Τὸ ἴδιο καὶ στὴ μουσική. Μ᾿ ὅλο ποὺ κάνετε τοὺς μοντέρνους καὶ τοὺς συγχρονισμένους, δὲν ἤσαστε σὲ θέση νὰ νοιώσετε παραπάνω ἀπὸ τὶς ζακυνθινὲς βαρκαρόλες καὶ τὰ πρίμα-σεγκόντα τῆς Πλάκας. Τὸ πολὺ-πολύ, νὰ ἐνθουσιασθῆτε ἀπὸ τὴν αἰσθηματικὴ γεροντοκόρη Νόρμα τοῦ Μπελλίνι.

Μ᾿ αὐτὰ λοιπὸν τὰ σπουδαῖα ἐφόδια, δηλαδὴ μ᾿ αὐτὴ τὴν παιδαριώδη καὶ οἰκτρὴ αἰσθηματολογία, ἐπιχειρεῖς νὰ κρίνεις τὰ ἔργα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὀρθόδοξης παράδοσης, ποὺ ἔχουνε καταπλήξει σήμερα τὸν κόσμο; Κι ἡ τεχνικὴ κατάρτισή σου εἶναι τόσο μεγάλη, ποὺ νὰ μιλᾶς τόσο ἄπρεπα γι᾿ αὐτά; λέγοντάς τα «συνδυασμοὺς χρωμάτων μιᾶς στενῶς καθορισμένης τεχνοτροπίας;».

Ὡστόσο, αὐτὰ τὰ εἰκονίσματα προσκυνούσανε ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ Χρυσόστομος, ὁ Φώτιος, ὁ Παλαμᾶς, κι ἀπ᾿ αὐτὰ φούντωνε μέσα τους ἡ φλόγα τῆς πίστης. Αὐτὰ τὰ ἔργα κάνανε τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Νύσσης, τὸν ἄξιο ἀδελφὸ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, νὰ χύνει δάκρυα κατανύξεως, καὶ τὸν Χρυσόστομο νὰ μὴ μπορεῖ νὰ ζήσει καὶ νὰ προσευχηθῆ, χωρὶς νὰ ἔχει κρεμασμένο στὸ κελλί του τὸ εἰκόνισμα τοῦ Ἁγίου Παύλου, ποὺ τὸ ἀσπαζότανε κι ἔκλαιγε. Αὐτὰ τὰ ἔργα ἔβλεπε ὁ Μέγας Φώτιος νὰ καταστολίζουνε τὴν Ἁγία Σοφία, καὶ σκιρτοῦσε ἀπὸ θεῖον οἶστρο, καὶ τὰ ἐγκωμίαζε στὶς ὁμιλίες του. Ναί, αὐτὰ τὰ ἔργα μᾶς παραδώσανε, μαζὶ μὲ τὴν Ὀρθόδοξο πίστη, οἱ μεγάλοι Πατέρες, γιὰ νὰ τὰ προσκυνοῦμε στὸν αἰῶνα, ὅσο θὰ ἔχουμε τὴν Ὀρθόδοξη πίστη. Γιατὶ δὲν εἶναι ἕνα φόρεμα φθαρτό, ποὺ τῆς τὸ φορέσαμε μιὰ φορὰ καὶ ποὺ πάλιωσε, καὶ ποὺ θέλετε ἐσεῖς οἱ νεωτεριστὲς νὰ τ᾿ ἀλλάξετε, ἀλλὰ εἶναι στολὴ ἄφθαρτη, ποὺ μ᾿ αὐτὴ θὰ ὑπάρχει στολισμένη στὴν αἰωνιότητα. Εἶναι περισσότερο ἀπὸ στολὴ ἄφθαρτη. Εἶναι τὸ ἴδιο τὸ ἁγιασμένο σῶμα της, ποὺ τὸ φόρεσε, ὅπως ὁ Χριστὸς τὸ δικό του, γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ τὴ δοῦμε «ὡς ἐν ἐσόπτρῳ» με τὰ σαρκικὰ μάτια μας, καὶ ν᾿ ἀκούσουμε τὴ φωνή της μὲ τὰ σαρκικὰ αὐτιά μας.

Κι ἐσύ, ὁ ἱερεύς, ἀντὶ νὰ σκύψεις καὶ νὰ προσκυνήσεις τὶς ἅγιες εἰκόνες τῆς Ὀρθοδοξίας, σήμερα ποὺ γιορτάζει ἡ Ἐκκλησία τὴν ἀναστήλωσή τους, καὶ νὰ παρακινήσεις καὶ τοὺς ἄλλους, σὰν ἱερωμένος, νὰ τὶς ἀσπασθοῦνε, σήμερα, αὐτὴ τὴ μέρα ποὺ σείσθηκε ὅλη ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία κι ἔκλαψε ἀπὸ χαρὰ γιατὶ οἱ περιπόθητες εἰκόνες ρίξανε πάλι τὴ λάμψη τους στὶς καρδιὲς τῶν Ὀρθοδοξων, σήμερα βρῆκες τὴν εὐκαιρία νὰ ρίξεις τὸ δηλητήριο, λέγοντας πὼς αὐτὰ περάσανε, πὼς αὐτὰ τὰ ἱερὰ ἔργα εἶναι «μιᾶς ὡρισμένης ἐποχῆς», πὼς πρέπει δηλ. νὰ τὰ κατεβάσουμε, (σήμερα, ποὺ γιορτάζουμε τὴν ἀναστήλωσή τους!), καὶ νὰ βάλουμε στὴ θέση τους ἄλλα, μοντέρνα, φράγκικα, τῆς ἀρεσκείας σου.

Ἀλλά, καλίτερα νὰ ἔλεγες νὰ μὴ βάλουμε τίποτα. Τουλάχιστον θὰ ἤσουνα ἕνας ἀπὸ τοὺς εἰκονομάχους, μ᾿ ὅλον ποὺ θὰ ἤσουνα ὁ χειρότερος, γιατὶ διάλεξες τὴν Κυριακή της Ἀναστηλώσεως τῶν εἰκόνων γιὰ νὰ κάνεις τὸ ὕπουλο κήρυγμα τῆς νέας εἰκονομαχίας. Αὐτὸ ποὺ κάνεις εἶναι χειρότερο ἀπὸ τὴν εἰκονομαχία. Εἶναι εἰκονομαχία κρυμμένη κάτω ἀπὸ τη ψεύτικη εἰκονολατρευτικὴ προσωπίδα.

Σ᾿ ἕνα ἐξαίσιο βιβλίο ποὺ ἔγραψε γιὰ τὴ σημασία τῆς Εἰκόνας ὁ ὀρθοδοξώτατος καὶ εὐσεβέστατος Λεωνίδας Οὐσπένσκης, καθηγητὴς τῆς εἰκονογραφίας στὸ Ὀρθόδοξο Ρωσσικὸ Ἰνστιτοῦτο τῆς Γαλλίας (τέτοιοι καθηγητὲς εἶναι σεβαστοί, γιατὶ εἶναι ἐχθροὶ τῶν ὑπόπτων νεωτεριστῶν), λέγει τὰ παρακάτω λόγια: «Τὸν καιρὸ τῶν εἰκονομάχων, κατὰ τὸν η´ καὶ θ´ αἰῶνα, μέσα στὸν ἀγώνα γιὰ τὴν ἴδια τὴν ὕπαρξή της, ἡ Ἐκκλησία ὑπερασπίσθηκε τὸ δόγμα τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ «Θεὸς γέγονεν ἄνθρωπος». Σήμερα κινδυνεύει ὁ σκοπὸς τῆς Ἐνσαρκώσεως τοῦ Θεοῦ «ἵνα ὁ ἄνθρωπος γένηται Θεός». Ἡ σημερινὴ εἰκονομαχία, ποὺ δὲν τὴν ὑποπτεύουνται οὔτε ἐκεῖνοι ποὺ τὴν κάνουν, δὲν εἶναι τόσο ἡ ἄρνηση τῆς Εἰκόνας, ἀλλὰ περισσότερο ἡ παραμόρφωσή της, μάλιστα ἡ παραφθορά της, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸ ὅτι οἱ ἄνθρωποι δὲν καταλαβαίνουνε πιὰ τὴ δογματικὴ καὶ διδακτικὴ σημασία της. Ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, τὴν Εἰκόνα τὴν θεωροῦνε σὰν κάποιο πράγμα δευτερεῦον. Μοναχὰ ὁ λόγος, τὸ κήρυγμα, κρίνεται πὼς εἶναι ἀρκετὸ ὅπως κάνουνε οἱ Προτεστάντες. Ξεχνᾶνε πὼς ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι μοναχὰ ὁ Λόγος τοῦ Πατρός, ἀλλὰ ἐπίσης καὶ ἡ Εἰκὼν τοῦ Πατρός... Ἡ Εἰκόνα, γιὰ μᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους, δὲν εἶναι ἕνα ἀντικείμενο ποὺ μᾶς δίνει μιὰ αἰσθητικὴ ἀπόλαυση ἢ μᾶς κινεῖ τὴν ἐπιστημονικὴ περιέργεια, ἀλλὰ ἔχει μιὰ θεολογικὴ ἔννοια. Ὅπως ἡ κοσμικὴ τέχνη παριστάνει τὴν πραγματικότητα τοῦ κόσμου τῶν αἰσθήσεων καὶ τῶν αἰσθημάτων, κατὰ τὸν τρόπο ποὺ τὴν βλέπει κάθε τεχνίτης, ἡ Εἰκόνα παριστάνει τὴν πραγματικότητα τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν».

Βλέπει λοιπὸν κανείς, ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος, πόσα πράγματα σχετικὰ μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ τέχνη γνωρίζουν ἐκεῖνοι ποὺ προσεγγίζουν μὲ βαθειὰ εὐλάβεια καὶ μὲ δέος τὰ ἔργα της, καὶ μὲ πόσον ζῆλο ἀγωνίζονται γιὰ τὴ συντήρηση τῆς ἱερῆς παράδοσης, κι ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος πόση ἀμάθεια, σ᾿ αὐτὰ τὰ πράγματα, ποὺ εἶναι τόσο σημαντικὰ γιὰ τὴν Ἐκκλησία, ἔχουνε κάποιοι, ποὺ μὲ ἐλαφρὴ κι ἀνύποπτη συνείδηση, ἀποφθέγγονται γι᾿ αὐτά, ὡς ἀπὸ τρίποδος, καὶ μολονότι εἶναι θεόγυμνοι ἀπὸ κάθε ἰδέα τέχνης, καὶ βρίσκουνται σὲ πρωτόγονη κατάσταση, ἔχουνε τὸ θράσος, συνεργούσης καὶ τῆς ἀσέβειας καὶ τῆς πνευματικῆς ὑποταγῆς στὰ θεότυφλα Πανεπιστήμια ποὺ τοὺς δώσανε τὰ διπλώματα, ἔχουνε λοιπὸν τὸ θράσος νὰ δογματίζουν, αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, γιὰ τὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες, ἐν ὀνόματι τῆς προόδου καὶ τῆς «ἐπιστημονικῆς θεολογίας», καὶ νὰ ὑποδεικνύουν μὲ τί ἔργα πρέπει νὰ στολισθοῦν οἱ ναοί μας, γιὰ νὰ εἶναι συγχρονισμένοι, γιὰ νὰ μοιάζουνε δηλαδὴ μὲ τὰ ἀρχοντοχωριάτικα σπίτια τους, ποὺ φανερώνουνε τὴν πιὸ φρικτὴ ἀκαλαισθησία. Ἀφοῦ δὲν ἔχουν, οἱ δυστυχεῖς, μήτε τὴν συνηθισμένη εὐαισθησία, στὰ σπίτια τους, στὰ γραφεῖα τους, στὰ βιβλία τους, σὲ ὅλα τους, ποὺ βασιλεύει ἐπιδεικτικὰ ἡ πιὸ ἀηδιαστικὴ ἀκαλαισθησία, θέλουνε νὰ γίνουνε οἱ ὁδηγοὶ στὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες, ποὺ εἶναι ἄβυσσοι μυστηρίου κι οἱ πιὸ ἀποκαλυπτικοὶ τρόποι μὲ τοὺς ὁποίους ἀξιώθηκε ὁ ἄνθρωπος νὰ ἐκφράσει τὸ ἀνέκφραστο. Καὶ μάλιστα, αὐτοὶ ποὺ ἰκανοποιοῦνται μὲ τὶς κοκκινοπράσινες λιθογραφίες καὶ μὲ τὰ ἰταλικὰ ναπολιτάνικα τραγούδια, ξεστομίζουν πὼς εἶναι ἄτεχνες καὶ κατώτερες ἀπὸ τὶς πνευματικὲς ἀπαιτήσεις των (!!) οἱ βυζαντινὲς εἰκόνες μὲ τὴν βαθύτατη ἱερατικότητα, καθὼς καὶ τὰ ἀριστουργήματα τῆς μυστικῆς μουσικῆς, ποὺ κάνουν ν᾿ ἀπορήσουν ὅσους ἔχουν πνευματικὲς κεραῖες γιὰ νὰ τ᾿ ἀντιληφθοῦν. Ἐπειδὴ ἐκεῖνοι, γιὰ τοὺς ὁποίους γράφουνται αὐτὰ ποὺ γράφω, ἐκτιμοῦν ὑπὲρ πᾶν ἄλλο τὴ γνώμη τῶν Εὐρωπαίων γιὰ τὰ δικά μας πράγματα, ἀναφέρω πὼς ὁ μέγας μουσικὸς SΑΙΝΤ SΑΕΝS κι ὁ διάσημος συγγραφεὺς Ἀλέξανδρος Δουμᾶς, ἐγκωμιάσανε τὴ βυζαντινὴ μουσική μας.

Ἀλλά, τί νὰ νοιώσει ἕνας ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἔχει αὐτὲς τὶς κεραῖες, ποὺ δὲν ἔχει δηλαδὴ τὴν παντογνωστικὴ δύναμη ποὺ χαρίζει στὸν ἄνθρωπο ἡ πνευματικὴ ἐγρήγορση, κι ἡ βλογημένη ταπείνωση, ἡ ὁποία δὲν θέλει νὰ στήσει τὸ θέλημά της ἀπάνω ἀπὸ τὴν τάξη τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἐκφράζεται μὲ τὴν παράδοση; Πῶς νὰ ὑψωθεῖ στὴν ὑπερούσια γνώση, ἐκεῖνος ποὺ δὲν ταπεινώθηκε ἀληθινά; Πῶς νὰ ἀξιωθεῖ νὰ εἰσέλθει στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν καὶ νὰ ἰδεῖ τὰ μυστήρια της, ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἀρνήθηκε, μαζὶ μὲ τὰ αἰσθητὰ ἀγαθά, καὶ τὴν ἁμαρτωλὴ γνώση, «τὸν νοῦν τῆς σαρκὸς αὐτοῦ», μαζὶ μὲ τὴν οἴηση ποὺ φέρνει αὐτὴ ἡ γνώση, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβει ὁ ἄνθρωπος; «Τὰ γὰρ μυστήρια τοῖς ταπεινόφροσιν ἀποκαλύπτεται». Ἀλλά, ἂς κρίνουμε τὰ γραφόμενα τοῦ ἱερωμένου ποὺ ἔγραψε κι εἶπε αὐτὴ τὴν ὁμιλία μὲ τὸν παραπλανητικὸ τίτλο «Θεματοφύλακες τοῦ Θριάμβου», ἂς κρίνουμε λοιπὸν τὰ λεγόμενα αὐτοῦ τοῦ «θεματοφύλακος» ποὺ ἐκτιμᾶ τόσο λίγο αὐτὰ ποὺ λέγει πὼς φυλάγει, ἂς τὸν κρίνουμε μὲ κάποια μέτρα ποὺ εἶναι πιὸ χεροπιαστὰ καὶ ποὺ τὰ νοιώθει ὁ καθένας:

Ἐνῶ, ὅπως εἴπαμε, πλέκει τὸν ὕμνο τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ἐγκωμιάζει «τὴν κληρονομίαν τὴν ἄφθαρτον καὶ ἀμίαντον καὶ ἀμάραντον» (Α´ Πέτρ. α´, 4), μὲ τὴν ὁποίαν «ἐγαλουχήθησαν αἱ γενεαὶ τῶν Πατέρων μας», καθὼς καὶ «τὰ ἀμάραντα μνημεῖα τῆς θείας λατρείας» (τῆς Ὀρθοδοξίας), μαζὶ μ᾿ αὐτά, τὴν ἴδια στιγμή, λέγει πὼς κάποια ἀπ᾿ αὐτὰ τὰ ἀμάραντα μνημεῖα τῆς θείας λατρείας εἶναι μαραμένα καὶ ξερά, ἐννοώντας τὴ θεοδώρητη λειτουργικὴ εἰκονογραφία γιὰ τὴν ὁποία λέγει πὼς εἶναι «συνδυασμὸς χρωμάτων μιᾶς στενῶς καθορισμένης τεχνοτροπίας», καθὼς καὶ γιὰ τὰ ἐξαίσια ἔργα τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς μας, ποὺ γι᾿ αὐτὸν καὶ γιὰ τοὺς ὁμοίους του ἄξεστους φραγκολάτρες εἶναι: «ποικιλία καὶ ποιότης μουσικῶν ἤχων μιᾶς εἰδικῆς ὡρισμένης ἐποχῆς». Μὲ ἄλλα λόγια, κατὰ τὴ γνώμη του, ἡ κατὰ τὴν Ὀρθόδοξη παράδοση εἰκονογραφία καὶ μουσικὴ δὲν τὸν ἱκανοποιοῦν, γιατὶ τὰ ἔργα τους εἶναι βάναυσα κι ἀνυπόφορα γιὰ ἀνθρώπους σοφοὺς κι εὐρωπαϊσμένους, ποὺ ἔχουνε γιὰ ἀριστουργήματα τὰ παιδιακίσια κάρτ-ποστάλ, ποὺ τὰ λένε οἱ Γάλλοι SAINT SULPICE, (ἐπειδὴ τὰ πουλᾶνε στὴν πλατεία αὐτῆς τῆς ἐκκλησίας), καθὼς καὶ τὰ ἀνάλατα μουσικὰ κατασκευάσματα, τύπου «Ἀνθισμένης ἀμυγδαλιᾶς», φτάνει νὰ λέγουνται μὲ πρίμο καὶ μὲ σεγκόντο! Ὤ! Ἀληθινά, μοναχὰ οἱ σοφοὶ κι οἱ ἐπιστήμονες μποροῦν νὰ ποῦν τέτοιες ἐπιστημονικὲς ἀνοησίες. Κι ἀντὶ νὰ κρύψουνε τὴν ἀμάθειά τους, οἱ τέτοιοι φωστῆρες, θέλουν νὰ κάνουνε καὶ τὸν προφέσορα!

Ἂς μᾶς ἐξηγήσει λοιπὸν ὁ προκείμενος δύσκολος κριτὴς τῆς βυζαντινῆς ἁγιογραφίας καὶ τῆς λειτουργικῆς μουσικῆς, ποὺ δὲν ἔχει κἂν ἰδέαν ἀπὸ τὸ τί θὰ πεῖ λειτουργικὴ καὶ τί μὴ λειτουργικὴ τέχνη, ἂς μᾶς ἐξηγήσει ποιὰ εἶναι γι᾿ αὐτὸν τὰ «ἀμάραντα μνημεῖα τῆς θείας λειτουργίας», καὶ ποιὰ εἶναι τὰ μαραμένα. Μήπως «τὰ ἀμάραντα» εἶναι, κατὰ τὴν ἐπιστημονικὴ γνώμη του, μοναχὰ οἱ ὁμιλίες τῶν Πατέρων, ποὺ θὰ τὶς ἐκτιμᾶ σὰν ρητορεῖες, καὶ ἡ ὑμνολογία, χωρὶς ὅμως τὴ μουσική, ἐπειδὴ τὸν θαμπώνει τὸ κλασικὸν κάλλος τῶν ἰάμβων, ἀπὸ προγονοπληξία; Γιατὶ, τί ἄλλο μποροῦνε νὰ εἶναι «τὰ ἀμάραντα μνημεῖα τῆς λατρείας»;

Ὥστε ἔχουμε μέν, κατὰ τὸν γλαφυρὸν ὁμιλητὴν τῶν κοινοτοπιῶν τοῦ ἄμβωνος, «ἀμάραντα μνημεῖα» τῆς ὑμνολογίας ἀλλὰ πρέπει νὰ τὰ κρατήσουμε γυμνὰ ἀπὸ τὴν μουσική τους, ἐπειδή, κατὰ τὴ γνώμη του αὐτὴ ἡ μουσικὴ εἶναι «μιᾶς εἰδικῆς ὡρισμένης ἐποχῆς». Σάμπως τὰ λόγια τῆς ὑμνολογίας δὲν εἶναι μιᾶς ὡρισμένης ἐποχῆς, καὶ γι᾿ αὐτὸ πρέπει νὰ τὰ ντύσουμε, αὐτὰ «τὰ ἀμάραντα μνημεῖα» τῆς ὑμνολογίας, μὲ ἄλλο μουσικὸ φόρεμα τῆς ἐποχῆς μας, ἤγουν μὲ τὴν ἀνθισμένην ἀμυγδαλιά, μὲ βαρκαρόλες, καὶ τὰ παρόμοια. Δηλαδή, ἔχουμε κι ἐδῶ ἕναν ἄλλον Σοῦτσο ποὺ ἔλεγε γιὰ τὰ ποιήματα τοῦ Σολωμοῦ πὼς ἤτανε «ἰδέαι πλούσιαι, πτωχὰ ἐνδεδυμέναι», κι ἤθελε νὰ τὸν πάρει κοντά του ὁ Σολωμὸς νὰ ράβει αὐτὸς τὰ πλούσια ροῦχα γιὰ νὰ ντύνει τὶς ἰδέες τοῦ Σολωμοῦ. Ἐδῶ μάλιστα, ὁ προκείμενος ἐπιδιορθωτὴς τῆς ὑμνωδίας μας εἶναι χειρότερος ἀπὸ τὸν Σοῦτσο, γιατὶ θέλει νὰ ντύσει τὰ ἔργα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὑμνολογίας μας, ὅπως εἶναι π.χ. τὸ «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου» ἢ τὸ ἰαμβικὸ «Ἰμερτὸν ἐξέφηνε σὺν πανολβίῳ ἤχῳ Πατήρ, ὃν γαστρὶ ἐξηρεύξατο», μὲ μουσικὴν τῆς Νόρμας τοῦ Μπελλίνι ἢ τῆς Τραβιάτας τοῦ Βέρντι! Λοιπόν, βλέποντες πόσο ἀνώτερος εἶναι ὁ συγγραφεὺς τῶν «Θεματοφυλάκων τοῦ Θριάμβου» ἀπὸ τὸν ποιητὴν Σοῦτσον, μποροῦμε νὰ ἀναφωνήσουμε· «Ἰδού, πλεῖον Ἰωνᾶ ὧδε! Ἰδού, πλεῖον Σολομῶντος ὧδε!»

Ἂν ὁ συγγραφεὺς δὲν ἐννοεῖ τὴν ὑμνολογία, γράφοντας γιὰ «τὰ ἀμάραντα μνημεῖα τῆς θείας λατρείας», τότε τί ἄλλο μπορεῖ νὰ ἐννοεῖ; Μήπως τὴν τελετουργικὴ διάταξη; Μὰ καὶ κείνη θέλει ἀλλαγὴ καὶ διόρθωμα, κατὰ τὸν συγγραφέα καὶ τοὺς ὁμοίους του. Ἢ ἐννοεῖ τὰ συγγράμματα τῶν Ἁγίων Πατέρων; Μὰ αὐτὰ δὰ εἶναι ποὺ δὲν τὰ φέρνει ποτὲ στὸ στόμα του ὁ συγγραφεὺς κι οἱ ὅμοιοί του, ὡς πεπαλαιωμένα, ἐνῶ μεταφράζει τὸν Χόλτσνερ καὶ κάποια ἄλλα ψυχολογικὰ δοκίμια, σὲ καιρὸ ποὺ ἡ φιλοκαλία τῶν Νηπτικῶν καὶ τ᾿ ἄλλα Ὀρθόδοξα πατερικὰ συγγράμματα μεταφράζουνται στὶς ξένες γλῶσσες, καὶ γίνουνται πνευματικὴ τροφὴ τῶν λαῶν ποὺ προσκυνᾶνε οἱ δικοί μας νεωτεριστές, ὅπως συμβαίνει καὶ μὲ τὴ βυζαντινὴ εἰκονογραφία καὶ μὲ τὴ βυζαντινὴ μουσική. Μήπως ἀκόμα γιὰ «ἀμάραντα ἄνθη» ἐννοεῖ ὁ ὁμιλητὴς τὰ ἔργα ποὺ κάνουνε οἱ ἄλλες ἐκκλησιαστικὲς τέχνες τῆς Ὀρθοδοξίας, ἡ ἀρχιτεκτονική, ἡ μικροτεχνία, ἡ ποικιλτική; Ἀλλὰ κι ἀπ᾿ αὐτὰ δὲν νοιώθει περισσότερο ἀπ᾿ ὅτι νοιώθει ἀπὸ εἰκονογραφία κι ἀπὸ ψαλμωδία, καὶ θὰ τὰ νομίζει κι αὐτὰ ὁλότελα συμβατικά, ἀσήμαντα γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία, καὶ χρήζοντα ἀλλαγῆς.

Μὲ λίγα λόγια, τὸ συμπέρασμα ἀπ᾿ ὅλη τούτη τὴν ἀνιαρὴ ἀνάλυση τῆς ὁμιλίας τοῦ καθηγητοῦ, εἶναι, ἂν κατάλαβα καλά, πὼς χτυπᾶ μιὰ στὸ καρφὶ καὶ μιὰ στὸ πέταλο, χωρὶς νὰ γνοιασθεῖ καθόλου ἂν συμφωνοῦν μεταξύ τους αὐτὰ ποὺ λέγει. Ἐκτὸς ἂν παραλογίζεται ἄθελά του.

Ἔχω ὅμως τὴν ἰδέα ὅτι ἀπὸ τὰ λεγόμενά του φαίνεται πὼς ἐπιχειρεῖ πολὺ ἀδέξια νὰ κρύψει τὴν ἀντιπάθειά του πρὸς τὴν ὀρθόδοξη παράδοση, θέλοντας νὰ συμβιβάσει τὰ ἀσυμβίβαστα, τὴν Ὀρθοδοξία με τὶς ἀντιορθόδοξες καινοτομίες, παρουσιάζοντας ἔτσι ἕνα τερατῶδες κατασκεύασμα. Ἀλλά, δὲν ἀκούει τί λέγει ὁ θεόγλωσσος Παῦλος, ποὺ τὸν συχνοαναφέρει στὰ γραφόμενά του, ἀπὸ προτεσταντικὴ μίμηση, ὅπως φαίνεται: «Μὴ γίνεσθε ἑτεροζυγοῦντες... Τίς γὰρ κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος; Τίς δὲ συμφώνησις Χριστοῦ πρὸς Βελίαλ;»

Δὲν πιστεύω πὼς ἀδικῶ τὸν πανοσιολογιώτατον καθηγητήν. Μακάρι νὰ ἤτανε ἄλλη ἡ ἀλήθεια. Θὰ χαιρόμουνα πολὺ νἄβγαινα ψεύτης. Μὰ τὰ ἔργα ποὺ κάνουνε αὐτοὶ οἱ νεωτεριστές, μαρτυροῦν ἀπὸ τὰ λόγια τους αὐτὸ τὸ ἀλλοπρόσαλλο κατάντημά τους: Οἱ ἐκκλησίες στὶς ὁποῖες εἶναι προϊστάμενοι δὲν ἔχουνε τίποτα ποὺ νὰ εἶναι ὀρθόδοξο. Εἶναι ἀπογυμνωμένες ἀπὸ τὸν θερμὸ ἑλληνικὸ χαρακτήρα τους. Ἡ ἁγιογραφία, ἡ μουσική, τὰ σκεύη, τὰ κηρύγματα, ἀκόμα, σὲ πολλά, κι ἡ ἀκολουθία, μυρίζουν προτεσταντικὴ μούχλα. Ἡ ἀτμόσφαιρα εἶναι ψυχροσχολαστική, ἀκατάνυκτη, χωρὶς ἐκείνη τὴ ζεστὴ μυστικοπάθεια ποὺ ἔχουνε οἱ γνήσιες ἐκκλησίες μας. Ἀκόμα καὶ τὰ κεριά, ποὺ εἶναι τὸ πιὸ ἁπλό, κι ἴσως τὸ πιὸ πνευματικὸ σύμβολο τῆς ψυχῆς ποὺ προσεύχεται μὲ ταπείνωση, ἀκόμα καὶ τὸ θυμίαμα ποὺ προσφέρνεται «εἰς ὀσμὴν εὐωδίας πνευματικῆς», κι αὐτὰ ἀκόμα ἔχουνε καταργηθεῖ σὲ κάποιες ἀπ᾿ αὐτὲς τὶς ἐκκλησίες ποὺ εἶπα. Ἀλλὰ καὶ τὸν σταυρό τους, ἐκεῖ μέσα, τὸν κάνουνε πολὺ ἀραιά, μὲ πολλὴ οἰκονομία, ἢ καθόλου, παπάδες κι ἐκκλησιαζόμενοι. Ὅ,τι ποιητικὸ στοιχεῖο συντείνει στὸ νὰ νοιώσει κατάνυξη ὁ ὀρθόδοξος Χριστιανός, δὲν τὸ θέλουνε ἐκεῖνες οἱ παγωμένες καρδιές, ποὺ τὶς ξέρανε ὁ λίβας τῆς σχολαστικῆς καὶ τῆς στενόψυχης ἠθικῆς. Γιατὶ γι᾿ αὐτοὺς ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἕνα κατάξερο ἠθικὸ σύστημα, κατάλληλο γιὰ πρακτικὲς καὶ μικρολόγες σκοπιμότητες. Οὔτε ἀποκάλυψη φρικτῶν μυστηρίων, οὔτε εὐωδία τοῦ καινοῦ ἀέρος τῆς μελλούσης ζωῆς καὶ εὐφροσύνη, οὔτε πυρπόλησις τῆς καρδίας, οὔτε μέθη ἀπὸ τὸν πνευματικὸν οἶνον, οὔτε χαρμολύπη, οὔτε δάκρυον κατανύξεως, οὔτε συντριβή, οὔτε κοινωνία τοῦ Παρακλήτου, οὔτε μυστικὴ ὅρασις καὶ ἀκοή, οὔτε ὑπὲρ αἴσθησιν αἴσθησις. Τίποτα!

Πῶς νὰ μὴν εἶναι λοιπὸν τόσο ψυχρὲς κι ἀκατάνυκτες οἱ ἐκκλησίες τους, ἀφοῦ ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος, «ἡ καρδία ἔσωθεν ὁμοίως τοῖς ἐξωτέροις σχήμασιν ἐνδιατυποῦται»;

Τί σχέση μποροῦνε νὰ ἔχουν αὐτὰ τὰ ἀνέκφραστα τραγούδια ποὺ ἀκούονται ἐκεῖ μέσα, μὲ τὴν ὀρθόδοξη λατρεία, μὲ τὴν ἱερατικὴ γλώσσα τῆς ὑμνολογίας, μὲ τὸν σοβαρὸ χαρακτήρα τῆς προγονικῆς μας εὐσέβειας;

Ὤ! Τί βεβήλωση εἶναι αὐτή, νὰ μπαίνουνε οἱ μίμοι καὶ νὰ ἀσχημονοῦν μέσα στὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ, μὲ κάποιες φωνὲς ποὺ γαργαλίζουν τὴ σάρκα τους; Ὥστε αὐτὴ εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία σας, νὰ μὴν ἔχει ὁ ναὸς τίποτα ὀρθόδοξο; Ἡ πνευματικὴ γεύση σας τόσο πολὺ χάλασε, ὥστε κάθε τί ποὺ στάθηκε γιὰ τοὺς Ἁγίους ὁ οὐράνιος ἄρτος κι ὁ ὑπερούσιος οἶνος, νὰ σᾶς φαίνεται στυφὸ καὶ πικρό; Τὰ ἁγιασμένα ὁράματα καὶ ἀκούσματα, ποὺ εὐφράνανε μυριάδες εὐλαβεῖς ψυχές, ἐσεῖς δὲν τὰ κρίνετε ἄξια νὰ τὰ διατηρήσουμε, ἀλλὰ θέλετε νὰ τὰ ἀλλάξετε, καὶ νὰ βάλετε στὴ θέση τους τὰ μουγκρίσματα τῶν ζώων, γιὰ νὰ εἶναι σύμφωνα μὲ τὴν ἐκφυλισμένη ἐποχή μας;

Λέτε πὼς σεβόσαστε καὶ τιμᾶτε τοὺς Ἁγίους. Ἀλλὰ ποιοί μᾶς παρέδωσαν, μαζὶ μὲ τὴν πίστη, τὸν τρόπο τῆς λατρείας καὶ τὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες; Δὲν μᾶς τὰ παραδώσανε οἱ Πατέρες; Γιατί λοιπὸν δὲν τὰ σεβόσαστε καὶ δὲν τὰ τιμᾶτε;

Ἰδιαίτερα δὲν σᾶς ἀρέσει ἡ μουσική της ἐκκλησίας μας, δηλαδὴ ἡ μόνη ἱερατικὴ χριστιανικὴ μουσική. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἔψελνε μαζὶ μὲ τοὺς Ἀποστόλους κι ὑμνοῦσε τὸν Θεό: «Καὶ ὑμνήσαντες ἐξῆλθον εἰς τὸ Ὄρος τῶν ἐλαιῶν», γράφει ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος. Καὶ μὲ τί εἴδους μουσικῆς ἄραγε ὕμνησαν; Ρωτῶ νὰ μοῦ πεῖς. Μήπως μὲ τὴ θεατρικὴ μουσικὴ ποὺ εἰσάγεις στὶς ἐκκλησίες τοῦ Χριστοῦ, μ᾿ αὐτή, λέγω τὴν εὐρωπαϊκὴ τετραφωνία, ἢ μὲ τὴν ἱεροπρεπῆ ἀνατολικὴ μουσικὴ ποὺ δὲν τὴν θέλεις, ποὺ τὴν θεωρεῖς βάρβαρη, ἐσὺ ὁ βάρβαρος καὶ βλάσφημος;

Ναί! Ἐδῶ δὲν εἶναι θολὲς καὶ ὀμιχλώδεις θεωρίες, σὰν κι αὐτὲς ποὺ ἄκουσες στὰ μουχλιασμένα Πανεπιστήμια. Ἐδῶ εἶναι καθαρὰ καὶ ἁπλὰ πράγματα: Ὁ Χριστὸς γεννήθηκε σὰν ἄνθρωπος στὴν Ἀνατολή, καὶ δὲν γεννήθηκε, ὅπως θἄθελες, στὸ Παρίσι ἢ στὴ Στοκχόλμη ἢ στὴ Λόντρα. Γεννήθηκε σ᾿ ἕνα φτωχοχώρι τῆς Ἰουδαίας. Ἡ γλώσσα ποὺ μιλοῦσε ἤτανε Ἀνατολίτικη. Κι ἡ μουσική, ποὺ μ᾿ αὐτὴ ὑμνοῦσε τὸν Θεό, ἤτανε κι αὐτὴ Ἀνατολίτικη, ἢ τὸ θέλεις εἴτε δὲν τὸ θέλεις.

Λοιπόν, γιατί δὲν τὴ καταδέχεσαι αὐτὴ τὴ μουσική, ἐσὺ ὁ ὑπηρέτης τοῦ Χριστοῦ, αὐτὴ τὴ μουσικὴ ποὺ τὴν ἁγίασε ὁ Χριστός; Ἐγὼ φρίττω, δακρύζω, καταπλήττομαι, μόνο ποὺ συλλογίζουμαι πὼς μ᾿ αὐτὴ τὴ μουσικὴ ἔψελνε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, καὶ πὼς ἀξιονόμαστε κι ἐμεῖς νὰ τὴ ψέλνουμε ὅπως Ἐκεῖνος! Κι ἐσύ, ἀντὶ νὰ ἀγάλλεσαι, ἀντὶ νὰ νοιώθεις πνοὴ ἀθανασίας ἀπάνω σου ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ θεαγάπητη μουσική, ποὺ μᾶς κληροδοτήθηκε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό, μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα οὐράνια δῶρα ὁποὺ βρίσκουνται φυλαγμένα μέσα στὸ θησαυροφυλάκιο τῆς γεραρᾶς παραδόσεώς μας, ἐσὺ δὲν τὴν θέλεις, τὴν ἀπεχθάνεσαι, τὴν λὲς τούρκικη, δὲν τὴ νομίζεις ἄξια γιὰ τὰ ἁμαρτωλὰ στόματά μας!

Τέτοια τύφλωση, λοιπόν, παθαίνει ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀγαπᾶ τὴ ματαιότητα καὶ ζητᾶ τὸ ψεῦδος.

Ὁ Θεὸς ἂς μὲ συγχωρήσει γιὰ ὅσα ἀναγκάσθηκα νὰ πῶ γιὰ ἕναν ὑπηρέτη του.

Κύριε, νά, εἶμαι μπροστά σου, καὶ κρίνε με. Ἐσὺ εἶσαι καρδιογνώστης καὶ ξέρεις τὴν πίκρα τῆς καρδιᾶς μου γιὰ τὴ βεβήλωση ποὺ παθαίνουν οἱ ἅγιες ἐκκλησίες σου. Ὁ ζῆλος τοῦ οἴκου σου κατέφαγέ με. Ἐσὺ ποὺ ἐπέτρεψες στὸν Προφήτη Ἠλία, νὰ ἐξαγριωθεῖ ἀπὸ τὸν πύρινο ζῆλο ποὺ τὸν ἔκαιγε, Ἐσὺ ποὺ τὸν συγχώρεσες γιὰ τὴ φοβερὴ ἁμαρτία ποὺ ἔκανε νὰ σφάξει τοὺς ἱερεῖς τοῦ Βάαλ, ἐπειδὴ εἶδες πὼς ἤτανε ὁ μονώτατος δοῦλος σου ποὺ πίστευε σὲ Σένα, καὶ τὸν στεφάνωσες μὲ τὸν ἀμάραντον στέφανο, καὶ τὸν ἅρπαξες ἀπάνω σ᾿ ἕνα ἁμάξι πύρινο καὶ τὸν πῆρες κοντά Σου μὲ τὸ σάρκινο κορμί του, δίχως νὰ δοκιμάσει θάνατο, Ἐσύ, Κύριε, εὔσπλαχνε καὶ δίκαιε, συγχώρεσε κι ἐμένα τὸν ἁμαρτωλό. Γιατὶ Ἐσὺ ἄνοιξες τὸ στόμα μου, ὅπως ἄνοιξες τὸ στόμα τῆς ὄνου τοῦ Βαλαάμ, γιὰ νὰ μιλήσω γιὰ τὴ βεβήλωση τοῦ οἴκου σου, ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τῆς ματαιότητας.

Φώτισε, Κύριε, τὶς σκοτισμένες διάνοιές μας. Ἐλευθέρωσέ τες ἀπὸ τὰ φιλόσαρκα φρονήματα. Γέμισε τὴν καρδιά μας μὲ τὴν πανευφρόσυνη λύπη σου. Γιατὶ μ᾿ αὐτὴ βρίσκουμε τὸν μυστικὸ δρόμο ποὺ μᾶς φέρνει σὲ Σένα, κι ὄχι μὲ τὶς ἀπατηλὲς σοφίες τοῦ κόσμου τούτου.

Ἡ λύπη τῆς διανοίας εἶναι θυμίαμα εὔοσμο, ποὺ ἀνεβαίνει πρὸς τὸν θρόνο σου. Αὐτὴ ἀνοίγει τὴν κλεισμένη πύλη, γιὰ νὰ μπεῖ ἡ ψυχή μας στὴ χώρα τῶν μυστηρίων Σου. Γιὰ τοῦτο εἶπες· «μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται. Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται».

Φώτης Κόντογλου,
Μεγάλη Παρασκευή, 1960

πηγή:

http://impantokratoros.gr/9F705AF3.el.aspx

Ανθρώπινη αξιοπρέπεια ως θρησκευτική και ηθική διάσταση.


 

Ι.1. Η βασική έννοια, στην οποία στηρίζεται η θεώρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι η έννοια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Γι’ αυτό το λόγο εμφανίζεται η ανάγκη προβολής της εκκλησιαστικής απόψεως σχετικά με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Σύμφωνα με την βιβλική αποκάλυψη η ανθρώπινη φύση όχι μόνο εκτίσθη από τον Θεό αλλά είναι και προικισμένη με ιδιότητες του κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση Του (πρβλ. Γεν. 1, 26). Μόνο στηριζόμενος πάνω σε αυτή τη βάση μπορεί να ισχυρίζεται κανείς ότι η ανθρώπινη φύση έχει έμφυτη αξιοπρέπεια. Συσχετίζοντας την ανθρώπινη αξιοπρέπεια με την πράξη της θείας δημιουργίας ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος έγραφε, ότι ο Θεός: «τό τε τῆς φύσεως ὁμότιμον ἰσότητι τῆς δωρεᾶς τιμῶν, καὶ δεικνὺς τὸν πλοῦτον τῆς ἑαυτοῦ χρηστότητος» (Λόγος 14, «Περί φιλοπτωχίας»).

Με την ενσάρκωση του Θεού Λόγου διαπιστώθηκε το γεγονός ότι και μετά την πτώση η ανθρώπινη φύση δεν απώλεσε την αξιοπρέπεια της διότι το κατ’ εικόνα έμεινε ακατάλυτο και συνεπώς έμεινε η δυνατότητα της αποκαταστάσεως της ανθρώπινης ζωής στην πλήρη αρχική της τελειότητα. Αυτό άλλωστε διατυπώνεται και στα λειτουργικά κείμενα της Ορθοδόξου Εκκλησίας: «Εἰκὼν εἰμι, τῆς ἀρρήτου δόξης σου, εἰ καὶ στίγματα φέρω πταισμάτων… Ὁ πάλαι μέν, ἐκ μὴ ὄντων πλάσας με, καὶ εἰκόνι σου θεία τιμήσας, παραβάσει ἐντολῆς δὲ πάλιν μὲ ἐπιστρέψας εἰς γὴν ἐξ ἦς ἐλήφθην, εἰς τὸ καθ’ ὁμοίωσιν ἐπανάγαγε, τὸ ἀρχαῖον κάλλος ἀναμορφώσασθαι» (Ευλογητάρια, Νεκρώσιμη ακολουθία). Η πρόσληψη από τον Κύριο Ιησού Χριστό ολόκληρης της ανθρώπινης φύσεως χωρίς ἁμαρτίας (πρβλ. Εβρ. 4. 15) αποδεικνύει ότι η αξιοπρέπεια δεν συμπεριλαμβάνει τις αλλοιώσεις, οι οποίες προέκυψαν στη φύση αυτή ως αποτέλεσμα της πτώσεως.

I.2. Στην Ορθοδοξία η έμφυτη οντολογική αξιοπρέπεια του κάθε ανθρώπινου προσώπου, η οποία είναι η ύψιστη του αξία αναφέρεται στο κατ’ εικόνα ενώ η ανθρώπινη ζωή που αρμόζει στην αξιοπρέπεια αυτή σχετίζεται με το καθ’ ομοίωση, το οποίο με την χάρη του Θεού επιτυγχάνεται μέσα από την υπέρβαση της αμαρτίας, την απόκτηση της ηθικής καθαρότητας και των αρετών. Για το λόγο αυτό ο άνθρωπος που έχει μέσα του το κατ’ εικόνα δεν πρέπει να υπερηφανεύεται για το υψηλό του αξίωμα, το οποίο δεν αποτελεί αμοιβή για τις προσωπικές του υπηρεσίες, αλλά είναι θείο δώρο. Ακόμη περισσότερο δεν πρέπει διά του δώρου αυτού να δικαιολογεί τις αδυναμίες η τα πάθη του αλλά αντίθετα να συνειδητοποιεί την ευθύνη για την κατεύθυνση και τον τρόπο ζωής που επέλεξε. Είναι προφανές ότι η ιδέα της ευθύνης ενυπάρχει αναπόσπαστα στην ίδια την έννοια της αξιοπρέπειας.

Έτσι στην χριστιανική παράδοση της Ανατολής η έννοια της «αξιοπρέπειας» έχει πρωτίστως ηθική διάσταση ενώ η αντίληψη για το τι είναι άξιο και ανάξιο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τις ηθικές ή τις ανήθικες πράξεις του ανθρώπου και με την εσωτερική του κατάσταση. Έχοντας υπόψη την διεφθαρμένη λόγω της αμαρτίας κατάσταση της ανθρώπινης φύσεως κρίνεται σημαντική η σαφή διάκριση μεταξύ του αξιοπρεπούς και του αναξιοπρεπούς στην ανθρώπινη ζωή.

I.3. Αξιοπρεπής είναι μια ζωή, η οποία βιώνεται σύμφωνα με την αρχική κλίση που είναι έμφυτη στη φύση του ανθρώπου, πλασμένου για να μετέχει στην αγαθή ζωή του Θεού. Κατά τον Άγιο Γρηγόριο Νύσσης: «Εἰ γὰρ πλήρωμα μὲν ἀγαθῶν τὸ Θεῖον, ἐκείνου δὲ τοῦτο εἰκών· ἄρ’ ἐν τῷ πλῆρες εἶναι παντὸς ἀγαθοῦ, πρὸς τὸ ἀρχέτυπον ἡ εἰκὼν ἔχει τὴν ὁμοιότητα» («Περί κατασκευής ανθρώπου», κεφ. 16). Γι΄αυτό ο σκοπός της ανθρώπινης ζωής συνίσταται στην «παρομοίωσιν του Θεού εις την αρετή όσον είναι δυνατόν για τον άνθρωπο» («Έκδοσης ακριβής της Ορθοδόξου πίστεως»), όπως παρατηρεί ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Στην πατερική παράδοση η αποκάλυψη αυτή του κατ’ εικόνα ονομάζεται θέωση.

Η θεοδώρητη αξιοπρέπεια επιβεβαιώνεται με την ύπαρξη σε κάθε άνθρωπο του ηθικού στοιχείου, το οποίο εκδηλώνεται ως η φωνή της συνείδησης. Ο Απόστολος Παύλος στην προς Ρωμαίους Επιστολή του γράφει σχετικά: «τὸ ἔργον τοῦ νόμου γραπτὸν ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν, συμμαρτυρούσης αὐτῶν τῆς συνειδήσεως καὶ μεταξὺ ἀλλήλων τῶν λογισμῶν κατηγορούντων ἢ καὶ ἀπολογουμένων» (Ρωμ. 2, 15). Ακριβώς για αυτό το λόγο οι ηθικοί κανόνες, οι οποίοι χαρακτηρίζουν την ανθρώπινη φύση καθώς και οι ηθικοί κανόνες της θείας αποκάλυψης φανερώνουν το σχέδιο του Θεού για τον άνθρωπο και για τον προορισμό του. Τον καθοδηγούν στη θεάρεστη ζωή, η οποία αρμόζει στην θεόκτιστη ανθρώπινη φύση. Το μεγαλύτερο παράδειγμα αυτής της ζωής αποτελεί για όλο τον κόσμο ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός.

I.4. Η ζωή στην αμαρτία είναι ανάξια για τον άνθρωπο, διότι δεν καταστρέφει μόνο τον ίδιο τον άνθρωπο, αλλά βλάπτει τους άλλους και το περιβάλλον. Η αμαρτία ανατρέπει την ιεραρχία σχέσεων μέσα στην ανθρώπινη φύση. Ευρίσκομενο στην αμαρτία το πνεύμα δεν κυριαρχεί επί του σώματος αλλά υποτάσσεται στη σάρκα. Πάνω σε αυτό το σημείο εστιάζει την προσοχή του ο Ιερός Χρυσόστομος: «Ἀλλ’ οὐκ οἶδ’ ὅπως ἡμεῖς ἀντεστρέψαμεν τὴν τάξιν, καὶ τοσαύτη γέγονεν ἡ τῆς κακίας ἐπίτασις, ὡς ταύτην ἀναγκάζειν τοῖς τῆς σαρκὸς βουλήμασιν ἐξακολουθεῖν» (Εις γένεσιν Ομιλία ΙΒ΄). Η κατά σάρκα ζωή είναι αντίθετη προς τις θείες εντολές και δεν αντιστοιχεί στην εμφυτευμένη από τον Θεό στην ανθρώπινη φύση ηθική. Υπό την επήρεια της αμαρτίας ο άνθρωπος συμπεριφέρεται εγωιστικά, στις σχέσεις του με τους άλλους ανθρώπους ζητώντας να ικανοποιήσει τις ανάγκες του εις βάρος των πλησίον. Μια τέτοια ζωή είναι επικίνδυνη για το ανθρώπινο πρόσωπο, την κοινωνία και το περιβάλλον, διότι διαταράσσει την αρμονία της υπάρξεως και συνοδεύεται από ψυχικές και σωματικές ταλαιπωρίες, ασθένειες ενώ είναι εύτρωτος στις συνέπειες των περιβαλλοντολογικών καταστροφών. Μια ανήθικη ζωή δεν καταστρέφει μόνο οντολογικά τη θεοδώρητη αξιοπρέπεια αλλά την αμαυρώνει στο σημείο ώστε να γίνεται δυσδιάκριτη. Για αυτό και χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για να διακρίνουμε, πολύ δε περισσότερο να αναγνωρίσουμε σε έναν εγκληματία ή σε έναν τύραννο τη φυσική τους αξιοπρέπεια.

I.5. Για να αποκατασταθεί στον άνθρωπο η αντιστοιχία της αξιοπρέπειάς του ιδιαίτερη σημασία έχει η μετάνοια που βασίζεται στην συναίσθηση των αμαρτιών και στην επιθυμία να αλλάξει η ζωή. Όταν ο άνθρωπος μετανοεί αναγνωρίζει τη δυσαρμονία μεταξύ των λογισμών, των λόγων ή των πράξεων του και της θεοδώρητης αξιοπρέπειας και επιβεβαιώνει την αναξιότητά του ενώπιον του Θεού και της Εκκλησίας. Η μετάνοια δεν ταπεινώνει τον άνθρωπο αλλά τουναντίον του προσφέρει ένα ισχυρό κίνητρο για τον πνευματικό του αγώνα, για μια δημιουργική αλλαγή της ζωής του, για τη διατήρηση της καθαρότητας της θεοδώρητης αξιοπρέπειας και της αναπτύξεως σε αυτή.

Ακριβώς για το λόγο αυτό η πατερική και ασκητική σκέψη καθώς και η λειτουργική παράδοση της Εκκλησίας ομιλούν περισσότερο για την καθοριζόμενη από την αμαρτία αναξιότητα του ανθρώπου παρά για την αξιοπρέπεια του. Έτσι στην προσευχή του Μεγάλου Βασιλείου η οποία αναγιγνώσκεται από τους ορθοδόξους χριστιανούς προ της Θείας Μεταλήψεως αναφέρεται συγκεκριμένα: «Διὸ κἀγώ, εἰ καὶ ἀνάξιός εἰμι τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς καὶ αὐτῆς τῆς προσκαίρου ζωῆς, ὅλον ἐμαυτὸν ὑποτάξας τῃ ἁμαρτίᾳ, καὶ ταῖς ἡδοναῖς δουλώσας, καὶ τὴν Σὴν ἀχρειώσας Εἰκόνα, ἀλλὰ ποίημα καὶ πλάσμα Σὸν γεγονώς, οὐκ ἀπογινώσκω τὴν ἐμαυτοῦ σωτηρίαν ὁ ἄθλιος. Τῆ δὲ Σῆ ἀμετρήτω εὐσπλαχνίᾳ θαρρήσας προσέρχομαι».

Σύμφωνα με την ορθόδοξη παράδοση η διατήρηση από τον άνθρωπο της θεοδώρητης αξιοπρέπειας και η ανάπτυξη σε αυτή καθορίζεται από τη ζωή σύμφωνα με τους ηθικούς κανόνες, διότι αυτοί εκφράζουν την πρωτογενή, δηλαδή την αληθινή φύση του ανθρώπου που δεν αμαυρώθηκε από την αμαρτία. Για αυτό το λόγο ανάμεσα στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και στην ηθική υφίσταται μια άμεση σχέση. Εκτός αυτού, η αναγνώριση της αξιοπρέπειας του προσώπου σημαίνει την επιβεβαίωση της ηθικής του ευθύνης.