Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2014

Εκκλησία και Ενορία Τα μοναχικά κοινόβια πρότυπα των ενοριών Αρχιμ. Γεωργίου Γρηγοριάτη



Πηγή: "Ενορία προς μία νέα ανακάλυψή της" Εκδόσεις Ακρίτα. Σειρά: "Ορθόδοξη Μαρτυρία" Αρ. 37. Συλλογικός τόμος.

Τον κοινοβιακό τρόπο ζωής που εγκαινίασε ο Κύριος με τους μαθητάς Του και εφήρμοσε η Αποστολική Εκκλησία, συνεχίζουν σήμερα τα Ορθόδοξα κοινόβια.
Κοινόβιο και Ενορία έχουν πολλά κοινά σημεία. Κέντρο αμφοτέρων είναι το θυσιαστήριο του Ναού. Πηγή της ενότητος των μελών ο θυσιαζόμενος και προσφερόμενος Χριστός. "Το συναγαγόν τους μοναχούς όνομα (είναι) το όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού" κατά τον Μ. Βασίλειον (όροι κατά πλ. λστ'. Ρ.G. 31,100).
Χειραγωγός στην εν Χριστώ ενότητα των προσώπων ο Ποιμήν (ο Ηγούμενος στη Μονή, ο Εφημέριος στην Ενορία).
Κύριος σκοπός των μοναχών ενός κοινοβίου είναι να προάγονται καθημερινά στην εν Χριστώ ενότητα καθοριζόμενοι από τα πάθη, που τραυματίζουν αυτήν την ενότητα, και ασκούμενοι στην εκκοπή του νοσηρού και εγωκεντρικού θελήματος, που επίσης χωρίζει τους ανθρώπους.
Σκοπός τών μοναχών είναι να μη ζουν για τον εαυτό τους, αλλά για τον Θεό και τους συνανθρώπους τους. Να είναι ανοικτοί προς τον Θεό και τους αδελφούς των. Να αναπαύουν τον συνάνθρωπο βλέποντες στον κάθε άνθρωπο τον Ίδιο τον Χριστό.
Ένα σωστό Ορθόδοξο κοινόβιο είναι επέκτασις του χορού των Αποστόλων με κέντρο τον Χριστό.
Οι μοναχοί παρά την διαφορετική ηλικία, προέλευσι, ψυχοσύνθεσι, παιδεία τού κάθε ενός αγωνίζονται να ζουν ως μία πνευματική οικογένεια, όπου όλοι ζουν για τον ένα και ο ένας για όλους. Σ' αυτό βέβαια βοηθεί η ύπαρξις κοινού πνευματικού πατρός, η ακτημοσύνη και η μη επιδίωξις ατομικών συμφερόντων και δικαιωμάτων. Βοηθεί ακόμη η κοινή ζωή και κοινή συμμετοχή στα υλικά και πνευματικά αγαθά (όπως η κοινή τράπεζα), η κοινή λατρεία του Θεού, η επί το αυτό συγκατοίκησις και συνοίκησις.
Στα Ορθόδοξα κοινόβια, που καλλιεργείται η αγάπη του Χριστού, ο μοναχός προγεύεται τον Παράδεισο και χαίρεται την εν Χριστώ αγάπη και κοινωνία.
Δεν είναι εύκολο οι ενορίες να γίνουν κοινόβια, όπως δεν είναι εύκολο και οι μοναχοί να γίνουν άγγελοι. Όσο όμως οι ενορίες θα παραδειγματίζωνται από την κοινή εν Χριστώ ζωή των κοινοβίων και θα προσπαθούν να πολιτεύωνται κατά το πνεύμα τους, τόσο θα πλησιάζουν προς υψηλότερες μορφές εκκλησιαστικής ζωής.
Για τους ενορίτας η ακτημοσύνη και κοινοκτημοσύνη των μοναχών γίνεται συμπάσχουσα αγάπη και συμμετοχή στις υλικές και πνευματικές ανάγκες των πασχόντων αδελφών. Η φιλαδελφία των μοναχών γίνεται συγχώρησις, ανοχή και επιείκεια προς τον πταίοντα συνάνθρωπο. Η συχνή συμμετοχή στην θεία Λατρεία συντελεί στην εν Χριστώ ένωσι των ενοριτών.
Έχει παρατηρηθεί ότι σε ενορίες που ζηλωταί Ιερείς τελούν με ευλάβεια καθημερινά και σε τακτές ώρες τον όρθρο, τον εσπερινό και τη θεία Λειτουργία, πολλοί ενορίται συμμετέχουν καθημερινά σ' αυτές. Γνωρίζω ενορία της Ι. Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, ο ευλαβής ιερεύς της οποίας τελεί καθημερινώς την θεία Λειτουργία λίαν πρωί. Ώστε όσοι ενορίται επιθυμούν να λειτουργούνται πριν μεταβούν στις εργασίες των, να τους είναι δυνατόν. Καθώς πληροφορούμαι περί τους πενήντα Χριστιανούς είναι παρόντες στη θεία Λειτουργία και όσοι έχουν την ευλογία του πνευματικού των μεταλαμβάνουν και των Αχράντων Μυστηρίων. Η ενορία αυτή πλησιάζει αρκετά στο μοναστηριακό τυπικό, κατά το οποίο η θεία Λειτουργία τελείται καθημερινά. Δεν εκκλησιάζεται βέβαια όλη η ενορία. Αυτοί όμως που με πόθο Χριστού καθημερινά εκκλησιάζονται, αποτελούν τον εσώτερο κύκλο της ενότητος της ενορίας. Έτσι η ανάπτυξις της λειτουργικής ζωής συντελεί οπωσδήποτε στην ανάπτυξη της ενοριακής ζωής.
Υπάρχουν περιπτώσεις που και κοινή τράπεζα παρετίθετο σε ενορίες (ορισμένες φορές τον χρόνο), όπως στις πανηγύρεις των Ναών. Και αυτό βοηθεί στην εν Χριστώ κοινωνία. Η αναβίωσις και εξάπλωσις του θεσμού των συνεστιάσεων τών ενοριτών, ως συνεχείας των Αγαπών (πρωτοχριστιανικών κοινών δείπνων) και κατά μίμησι των μοναστηριακών τραπεζών, θα συντέλεση στην καλλιέργεια της εν Χριστώ ενότητος των ενοριτών.
***
Έργο του Χριστού είναι να συνάγη και να ενώνη τους χωρισμένους και διηρημένους από την αμαρτία ανθρώπους στην μοναδική στον κόσμο θεανθρώπινη ενότητα του Σώματός Του, την Εκκλησία. Γι' αυτό έγινε άνθρωπος, γι' αυτό σταυρώθηκε "ίνα τους δύο κτίση εν εαυτώ εις ένα καινόν άνθρωπον ποιών ειρήνην" (Εφεσίους γ' 15).
Ο διάβολος αντιστρατεύεται το έργο του Χριστού και προσπαθεί, όπου βρίσκει το κατάλληλο έδαφος, να διαιρή τους ανθρώπους, να τους χωρίζη από τον Θεό και μεταξύ τους. Να τούς οδηγή σε έριδες, πολέμους, μίση.
Το ενωτικό και ειρηνοποιό έργο του Χριστού συνεχίζει η Εκκλησία Του. Ιδιαίτερα στις ενοριακές ευχαριστιακές συνάξεις.
Οι ποιμένες της ενορίας και οι ενορίται καλούνται να συνεργούν στο έργο του Χριστού αγωνιζόμενοι για την εν Χριστώ ενότητα "ίνα πάντες έν ώσιν" (Ιωάν. Ιζ' 21) καθώς και ο Υιός με τον Πατέρα είναι έν.
Κέντρο της ενότητός μας στην Εκκλησία είναι η ενότης των τριών Προσώπων της Αγίας Τριάδος.
Γι' αυτήν την ενότητα προσευχόμεθα και σε κάθε Θεία Λειτουργία: "Την ενότητα τής πίστεως και την κοινωνία του Αγίου Πνεύματος αιτησάμενοι εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα".
Το να ανήκουμε σε μία ενορία της οποίας ο Ναός τιμάται επ' ονόματι τού Χριστού ή τής Παναγίας ή κάποιου Αγίου είναι ευλογία. Ευλογία γιατί σ' αυτήν την συγκεκριμένη ενορία ζούμε το Μυστήριο της Εκκλησίας συν πάσι τοις Αγίοις.
Αλλά είναι και ευθύνη, γιατί στην ενορία καλούμεθα να είμεθα ενεργά και άγια μέλη συνεχώς μετανοούντες, προσευχόμενοι. Λατρεύοντες τον Θεό "εν Πνεύματι και αληθεία", προσφέροντες τα χαρίσματα που ελάβαμε από τον Θεό προς οικοδομήν του όλου σώματος, εκφράζοντες την εν Χριστώ αγάπη μας προς τους αδελφούς μας.
Όσοι ενορίται μυστικά αγωνίζονται και αγιάζονται, συνεργούν αποφασιστικά στην πνευματική ευεξία και άνθησι της ενορίας.
Η ενορία ως τοπική ευχαριστιακή σύναξις είναι δώρο του Θεού σε μάς.
Από μάς εξαρτάται αν θα εκτιμήσουμε και αξιοποιήσουμε το δώρο για την σωτηρία μας, την σωτηρία τών αδελφών μας και τη δόξα του Θεού.

Ιστορία του Μοναχισμού Η ασκητική Θεολογία τής «Ουρανίου Κλίμακος» του Γεωργίου Φλωρόφσκυ Επίτιμου καθηγητού της Ιστορίας της Ανατολικής Εκκλησίας του Πανεπιστημίου του Harvard



Πηγή: Απόσπασμα από το βιβλίο: "Οι Βυζαντινοί Ασκητικοί και Πνευματικοί Πατέρες". (Μετάφραση Παναγιώτη Κ. Πάλλη. Εκδόσεις Πουρναρά. Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 400 - 409).
(Τίτλος πρωτοτύπου: The Byzantine Ascetic and Spiritual Fathers. © BUCHERVERTRIEBSANSTALT. © 1992 Για την ελληνική γλώσσα Πουρναράς Παναγιώτης Καστριτσίου 12 Θεσσαλονίκη ISBN: 960-242-031-6).

Η πρώτη απαίτηση του μοναχισμού είναι η απόρριψη του κάθε τι που είναι κοσμικό. Η απόρριψη είναι δυνατή μόνο με την ελευθερία, με την «απόλυτη δύναμη» αυτή είναι η βασική άξια του ανθρώπου. Η αμαρτία είναι η ελεύθερη Αποστασία η αποξένωση από τον Θεό, και Αποστασία από τη ζωή ένας εκούσιος θάνατος, ένα είδος αυτοκτονίας διαμέσου της ισχυρογνωμοσύνης.
Η «δοκιμασία» είναι μια ελεύθερη και εκούσια επιστροφή στον Θεό, μια απόφαση να ακολουθήσει κανείς και να μιμηθεί το Χριστό με άλλους λόγους, η συνηθισμένη ένταση της βουλήσεως και μια επιστροφή στον Θεό. Η αποκορύφωση της «δοκιμασίας» είναι ο μοναχισμός. «Η κλήση και η 'δοκιμασία' του μοναχού είναι ο εξαναγκασμός της φύσεως και η αδιάλειπτη διαφύλαξη των αισθημάτων».
Η απόρριψη του κόσμου πρέπει να είναι ολοκληρωτική και αποφασιστική -μια απάρνηση της φύσεως για να λάβεις εκείνες τις ευλογίες που είναι ανώτερες από τη φύση. Αυτή είναι μια πολύ σπουδαία αντίθεση· το «φυσικό» καταργείται για χάρη του υπερφυσικού, και δεν αντικαθίσταται από το αντί-φυσικό. Το έργο της «δοκιμασίας» έγκειται στο να εξυψώσεις τη φυσική ελευθερία, όχι σ' έναν αγώνα με τους αρχικούς της νόμους. Γι’ αυτό μόνο σωστά κίνητρα κι ένας σωστός τελικός στόχος δικαιολογούν την απάρνηση και τη «δοκιμασία».
Η «δοκιμασία» είναι το μέσον, όχι ο σκοπός. Και η «δοκιμασία» ολοκληρώνεται μόνο όταν ο ίδιος ο Ιησούς έρχεται και αποκυλά το λίθο της πικρίας μακριά από τις θύρες της καρδίας. Αλλιώς η «δοκιμασία» είναι άκαρπη και άχρηστη. Το έργο δεν είναι η ίδια η απάρνηση, αλλά η ένωση εκείνη με τον Θεό που πραγματοποιείται με τη γνήσια απάρνηση -δηλαδή, η απελευθέρωση από τον κόσμο, η απελευθέρωση από τα πάθη και τις αδυναμίες, από τις προσηλώσεις και τις γήινες τάσεις για να μπορέσεις να ποθήσεις και να αποκτήσεις την απάθεια.
Στην ίδια τη «δοκιμασία» το πιο σπουδαίο πράγμα είναι το κίνητρο που σε ωθεί η αγάπη για τον Θεό και η συνειδητή εκλογή. Εντούτοις, ακόμα και στην ακούσια δοκιμασία, η απάρνηση που οφείλεται στις περιστάσεις και ακόμα και στην αναγκαιότητα, μπορεί να αποδειχθεί ευεργετική, γιατί η ψυχή μπορεί ξαφνικά να αφυπνιστεί. «Και ποιος μοναχός είναι πιστός και σοφός; Ποιος διατήρησε το ζήλο του άσβεστο, και ποιος ακόμα και στο τέλος της ζωής του δεν παύει μια μέρα να επιθέτει φωτιά στη φωτιά, ζήλο στο ζήλο, φιλοπονία στη φιλοπονία, επιθυμία στην επιθυμία»; Με άλλους λόγους, η αδιαφορία για τον κόσμο δεν είναι τόσο σπουδαία όσο μια φλογερή λαχτάρα για τον Θεό.
Η απάρνηση ολοκληρώνεται διαμέσου της πνευματικής περιπλανήσεως («ξενιτείας»). Ο κόσμος πρέπει να φαίνεται και να γίνει ξένος. «Η ξενιτεία είναι μια αμετάκλητη εγκατάλειψη του κάθε πράγματος στην πατρίδα μας που μας εμποδίζει να αγωνιστούμε για την ευσέβεια». Αυτή είναι η οδός που οδηγεί στη λαχτάρα του Θεού. Και ο μόνος τρόπος για να δικαιωθεί αυτή η αποξένωση είναι να «καταστήσει κανείς τη σκέψη του αχώριστη από τον Θεό». Αλλιώς, η «ξενιτεία» θα αποδειχθεί ανωφελής.
Η «ξενιτεία» δεν πρέπει να στηρίζεται στο μίσος για τον κόσμο και όσους ζουν σ' αυτόν, αλλά μόνο στην άμεση αγάπη για τον Θεό. Είναι αλήθεια, ότι αυτή η αγάπη είναι αποκλειστική, και σβήνει ακόμα και την αγάπη για τους ίδιους τους γονείς. Η απάρνηση πρέπει να είναι επίσης άνευ όρων. «Έξελθε από τη γη σου, και από τους συγγενείς σου, και από τον οίκον του πατρός σου» (Γένεσις 12:1). Εντούτοις, αυτό το «μίσος» για ό,τι αφήνεται στον κόσμο είναι «απαθές μίσος». Ο μοναχισμός είναι μια οδός έξω από την «πατρίδα» -δηλαδή, από εκείνες τις κοινωνικές συνθήκες και τα συστήματα μέσα στα οποία κάθε πρόσωπο βρίσκεται κατ’ ανάγκη με τη γέννησή του. Αυτό είναι επίσης μια απομάκρυνση από τον πειρασμό και την παραλυσία. Πρέπει κανείς να δημιουργήσει ένα νέο περιβάλλον και νέες συνθήκες για τη «δοκιμασία» του. «Άφησέ Τον να γίνει Πατέρας σου Αυτός που μπορεί και θέλει να εργαστεί μαζί σου για να απαλλαγείς από το φορτίο των αμαρτιών σου».
Αυτή η νέα τάξη ζωής δημιουργείται ελεύθερα. Εντούτοις, πρέπει κανείς να απαρνηθεί μια ακόμα φορά -αυτή τη φορά τη θέλησή του- όχι την ελευθερία του. Αυτό είναι το στάδιο της υπακοής. Η υπακοή δεν είναι διαγραφή της ελευθερίας, αλλά μεταμόρφωση της θελήσεως, υπερνίκηση του πάθους μέσα στην ίδια τη θέληση. «Η υπακοή είναι ο ενταφιασμός της θελήσεως κάποιου και η ανάσταση της ταπείνωσής του». Είναι «ζωή χωρίς περιέργεια», ή «δραστηριότητα χωρίς έλεγχο».
Η μοναστική «δοκιμασία» αρχίζει με την επιλογή ενός σοφού συμβούλου ή πνευματικού πατρός -είναι ανάγκη να εμπιστευθεί κανείς τη σωτηρία του σε κάποιον άλλον. Εντούτοις, ο σύμβουλος πρέπει να επιλεγεί με περίσκεψη και προσοχή «μήπως καταλήξουμε σ' έναν απλό κωπηλάτη αντί σ’ έναν πηδαλιούχο, σ' έναν ασθενή αντί σ' έναν γιατρό, σ’ έναν γεμάτο με πάθη αντί σ' έναν απαθή άνθρωπο, μήπως καταλήξουμε σε μια άβυσσο αντί σ' ένα λιμάνι, κι έτσι βρούμε βέβαιη καταστροφή για τον εαυτό μας». Η εκλογή, πάντως, άπαξ και γίνει είναι δεσμευτική, και δεν επιτρέπεται σε κάποιον να κρίνει ή να εξετάζει τους λόγους ή τις πράξεις του συμβούλου που έχει διαλέξει.
Η συμβουλή του συμβούλου πρέπει να ακούγεται με ταπείνωση και χωρίς καμιά αμφιβολία — «σαν να έρχεται από τα χείλη του Θεού, έστω κι αν είναι αντίθετη προς τη γνώμη μας». «Γιατί ο Θεός δεν είναι άδικος, και δεν θα ανεχθεί να σκανδαλιστούν εκείνες οι ψυχές που έχουν υποταγεί στην κρίση και τη συμβουλή των πλησίον τους με πίστη και συγχώρηση. Ακόμα κι αν εκείνοι που ερωτούνται δεν έχουν πνευματικό λόγο μέσα τους, ο Άϋλος και ο Αόρατος μιλά διαμέσου αυτών». Με άλλους λόγους, η υπακοή δικαιώνεται από την πίστη και την ελπίδα στη βοήθεια του Θεού. «Η ακλόνητη ελπίδα είναι η θύρα της απάθειας», ή ακόμα και της «έλλειψης φροντίδων».
Είναι πολύ σημαντικό, το να είναι η ίδια η υπακοή μια πράξη ελευθερίας, ελεύθερης απόφασης και εκλογής. Επιπλέον, η απάρνηση της ίδιας της θελήσεως κάποιου γίνεται για χάρη της απελευθερώσεως. Δια της υπακοής η θέληση απαλάσσεται από τη διακινδύνευση της προσωπικής γνώμης, και ξεφεύγει από τη δύναμη των παθών. Μ' αυτήν την έννοια η υπακοή είναι ο πρόδρομος της γνήσιας απάθειας. «Ο υπάκουος, σαν τον νεκρό, δεν αντιλέγει και δεν κρίνει, είτε για το καλό είτε για το ψευτο-κακό».
Αυτή είναι η οδός της αληθινής ελευθερίας, δια της εκούσιας δουλείας όπως πάντα, ανάσταση δια του θανάτου, αναγέννηση διαμέσου του θανάτου. Ο εσωτερικός αγώνας αρχίζει με μετάνοια. Μάλλον, η μετάνοια ή η στενοχώρια κάποιου για τις αμαρτίες του είναι το κύριο στοιχείο του αγώνα. Με τη μετάνοια συνδέεται η θνητή μνήμη, η θνητή ανάμνηση. Αυτή είναι η πνευματική προαίσθηση του θανάτου, και ακόμα ένα είδος «καθημερινού θανάτου». Η γνήσια «ανάμνηση του θανάτου» είναι δυνατή μόνο μέσα από ολική απάθεια και πλήρη αποκοπή της θελήσεως. Δεν υπάρχει φόβος σ’ αυτήν. Είναι δώρο Θεού.
Το επόμενο βήμα είναι το να κλαις, ένα κλάμα που προξενεί χαρά. «Η μετάνοια είναι ανανέωση του βαπτίσματος αλλά το κλάμα είναι ανώτερο από το βάπτισμα». «Η πηγή των δακρύων μετά το βάπτισμα είναι ανώτερη από το βάπτισμα», όσο κι αν αυτό φαίνεται παράδοξο. Γιατί το κλάμα είναι μια συνεχής κάθαρση από τις αμαρτίες που κάποιος έχει διαπράξει. Υπάρχει κλάμα από φόβο, κλάμα από ευσπλαχνία, και κλάμα από αγάπη. Αυτό πιστοποιεί ότι η προσευχή κάποιου έχει γίνει δεκτή. «Δεν θα κατηγορηθούμε, αδελφοί, γιατί δεν κάναμε θαύματα, γιατί δεν θεολογήσαμε, γιατί δεν είδαμε οράματα, αλλά χωρίς αμφιβολία θα πρέπει να δώσουμε λόγο στον Θεό γιατί δεν κλαίμε συνεχώς για τις αμαρτίες μας».
Ο τελικός σκοπός του εσωτερικού αγώνα, της εσωτερικής «δοκιμασίας», είναι η προσπάθεια να αποκτήσουμε την απάθεια. Το έργο της οργάνωσης του εσωτερικού μας περιορίζεται στη συνεχή προσπάθεια να εξαφανίσουμε τα πάθη. Πρέπει κανείς να προσπαθεί να σταματήσει, και να σταματήσει πράγματι πλήρως, την κίνηση και τη διέγερση των παθών μέσα του.
Πρώτ’ απ’ όλα πρέπει κανείς να υπερνικήσει το θυμό — την «αναταραχή της καρδιάς». Πρέπει κανείς να προσπαθεί να αποκτήσει αοργησία και πραότητα, ειρήνη και ηρεμία. Όπως το εννοεί ο Άγ. Ιωάννης της Κλίμακος, ο θυμός συνδέεται με την υπερηφάνεια. Γι’ αυτό ορίζει την αοργησία ως την «ακόρεστη επιθυμία για ατιμία», και την πραότητα ως την «ακίνητη κατάσταση της ψυχής που μένει η ίδια τόσο στις τιμές όσο και στις ατιμίες».
Ακόμα πιο ανώτερη είναι η ολική απουσία εκδικητικότητας, που μιμείται τη συγχωρητική φύση του Ιησού. Πρέπει κανείς να απέχει από κάθε είδος επικρίσεως. Να προσεύχεται για τους αμαρτωλούς κρυφά — «αυτή η εικόνα της αγάπης ευχαριστεί τον Θεό». Το να κρίνει κανείς και να καταδικάζει δεν είναι κάτι που ταιριάζει στον μετανοούντα. «Το να κρίνει κανείς σημαίνει το να προσπαθεί με αυθάδεια να σφετεριστεί την αρμοδιότητα του Θεού για τον εαυτό του». Άλλωστε, η παγγνωσία χωρίς την οποία η κρίση αποδεικνύεται πάντοτε βιαστική είναι αδύνατο να αποκτηθεί από τον άνθρωπο. «Ακόμα κι αν δεις κάποιον με τα ίδια τα μάτια σου να αμαρτάνει, μην τον καταδικάσεις. Γιατί συχνά τα μάτια σου απατώνται».
Ο Άγ. Ιωάννης της Κλίμακος έχει πολλά να πει για τους σαρκικούς πειρασμούς και για την απόκτηση καθαρότητας. Η πηγή της καθαρότητας είναι μέσα στην καρδιά. Αυτή είναι πέραν των δυνάμεων του ανθρώπου, αλλά είναι δώρο Θεού, υπό τον όρο όμως της «δοκιμασίας».
Η φιλαργυρία εξαφανίζεται με «το να παραμερίσει κανείς το ενδιαφέρον του για τα γήινα». Τότε ελευθερώνεται κανείς από τις φροντίδες, με την πίστη και την ελπίδα.
Ακόμα πιο επικίνδυνος είναι ο πειρασμός της υπερηφάνειας. Αυτός που είναι υπερήφανος πειράζεται χωρίς δαιμονικό δελεασμό. Έχει ο ίδιος γίνει ένας δαίμονας και ένας αντίπαλος του εαυτού του. Η υπερηφάνεια υπερνικάται με την ταπείνωση. Η ταπείνωση δεν επιδέχεται λεκτικό ορισμό -είναι η περιοχή της «ανέκφραστης χάριτος της ψυχής», την οποία εννοεί κανείς μόνο εμπειρικά.
Μπορεί κανείς να μάθει την ταπείνωση μόνο από τον ίδιο το Χριστό «μάθετε όχι από Άγγελο, ή άνθρωπο, ή βιβλίο, αλλά από Μένα δηλαδή, από την ενοίκησή Μου μέσα σας, και από τη λάμψη Μου και το έργο Μου μέσα σας, γιατί Εγώ είμαι πράος και ταπεινός στην καρδία» — «ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία» (Ματθαίος 11:29). Κατά μίαν έννοια η ταπείνωση στους ασκητές είναι ένα είδος τύφλωσης για τις δικές τους αρετές ένα «Θεϊκό σκέπασμα που δεν μας επιτρέπει να δούμε την πρόοδό μας».
Ο Άγ. Ιωάννης της Κλίμακος διακρίνει τα εξής θέματα στην ανάπτυξη του πάθους. Πρώτ' απ' όλα έρχεται η προσθήκη, το «χτύπημα» ή η επίθεση «προσβολή» μια ορισμένη εικόνα ή σκέψη, μια «εισβολή σκέψεων». Δεν υπάρχει ακόμα εδώ αμαρτία, γιατί η θέληση δεν συμμετέχει ακόμα σ’ αυτήν. Η θέληση εκδηλώνεται με τη συγκατάθεση —τον «συνδυασμόν». Αυτός είναι ένα είδος «συνομιλίας με την εικόνα που εμφανίστηκε», και σ' αυτό το ενδιαφέρον ή την προσοχή βρίσκεται η αρχή της αμαρτίας. Αυτός δεν είναι «εντελώς χωρίς αμαρτία». Όμως, πιο σπουδαία είναι η έλξη της θελήσεως, η «συγκατάθεσις», η συμφωνία της ψυχής με την παριστάμενη σκέψη ή εικόνα, που συνδυάζεται με ευχαρίστηση.
Στη συνέχεια, η πρόθεση -η πειράζουσα ιδέα ή εικόνα- ριζώνει στην ψυχή. Αυτή είναι η «αιχμαλωσία», ένας σταθμός στη δοκιμασία που είναι χώρος κατοχής της καρδίας. Τέλος, η επιτηδειότητα στο κακό εγκαθίσταται. Αυτή είναι «το πάθος» στην κυριολεξία.
Γίνεται απ’ αυτό φανερό, πρώτον, ότι η ρίζα των παθών είναι η ενδοτικότητα της θελήσεως. Δεύτερον, ο πειρασμός χτυπά δια της σκέψεως. Γι’ αυτό, το ασκητικό χρέος διχάζεται υπό μορφήν σκέψεως ή προθέσεων «λογισμού». Αφενός, πρέπει κανείς να ενισχύσει τη θέληση με την υπακοή και με την αποκοπή της αυθαιρεσίας. Αφ' εταίρου, πρέπει κανείς να καθαρίσει τις σκέψεις του.
Ο πειρασμός έρχεται από έξω. «'Κατά φύσιν' δεν υπάρχουν κακό και πάθη στον άνθρωπο, γιατί ο Θεός δεν δημιούργησε τα πάθη». Αυτό δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος τώρα είναι καθαρός. Αλλά είναι καθαρός δυνάμει του βαπτίσματος, ξαναπέφτει με τη θέλησή του, και καθαρίζεται με τη μετάνοια και τη «δοκιμασία». Μέσα στην ίδια τη φύση υπάρχει ορισμένη δύναμη -δυνατότητα- αρετής, και η αμαρτία είναι αντίθετη προς τη φύση, και είναι διαστροφή των φυσικών ιδιοτήτων.
Εντούτοις, για όλ' αυτά, το χρέος του ανθρώπου είναι όχι μόνο να εκπληρώσει τα φυσικά μέτρα αλλά και να τα υπερβεί, να γίνει ανώτερος της φύσεως. Τέτοια είναι η καθαρότητα, η ταπείνωση, η επαγρύπνηση, και η σταθερή ευαισθησία της καρδιάς. Γι’ αυτό, χρειάζεται κανείς τη συνεργία της ελεύθερης «δοκιμασίας» και των Θείων δωρεών που ανυψώνουν τον άνθρωπο πάνω από τα όρια της φύσεως. Ο αγώνας με το κακό και τον πειρασμό πρέπει να αρχίσει το δυνατόν ενωρίτερα, πριν ο πειρασμός σκληρυνθεί σε πάθος. Αλλά είναι σπάνιοι οι άνθρωποι που δεν καθυστερούν. Γι’ αυτό η «δοκιμασία» είναι τόσο μακρά και δύσκολη, και δεν υπάρχουν συντομεύσεις σ’ αυτήν. Επιπλέον, η οδός είναι χωρίς τέλος. Δεν υπάρχουν όρια στην αγάπη του Θεού. Μάλλον, αυτό το όριο είναι το ίδιο χωρίς τέλος. «Η αγάπη δεν σταματά. Και δεν θα παύσουμε ποτέ να προοδεύουμε σ’ αυτήν -ούτε στο παρόν, ούτε στο μέλλον- πάντα θα συνεχίζουμε, ευρισκόμενοι μέσα ήδη στο φως, να παίρνουμε νέο νοητό φως. Ισχυρίζομαι ότι ακόμα και οι άγγελοι, αυτά τα ασώματα όντα, δεν είναι χωρίς πρόοδο, αλλά πάντα λαμβάνουν δόξα για τη δόξα και λόγο για το λόγο».
Ο τελικός σκοπός της «δοκιμασίας» είναι η αγία σιωπή η «ησυχία» η σιωπή του σώματος και της ψυχής. «Σιωπή του σώματος είναι η κοσμιότητα και το να είναι καλά εφοδιασμένο με ηθικές αρχές και σωματικά αισθήματα. Σιωπή της ψυχής είναι η κοσμιότητα των προθέσεων και της σκέψεως που δεν μπορεί να κλαπεί». Με άλλους λόγους, είναι η ειρήνη και αρμονία, η αταραξία και αναλογία της ζωής -εσωτερικής ζωής, και γι’ αυτό επίσης και εξωτερικής ζωής.
Σιωπή είναι η επαγρύπνηση της ψυχής. «Ύπνωσα αλλά η καρδιά αγρυπνούσε» (Άσμα Ασμάτων 5:2). Αυτή η εσωτερική σιωπή είναι πιο σπουδαία από την εξωτερική μόνο ησυχία. Αυτή η αυστηρή προσοχή της καρδίας είναι σημαντική. Αληθινή σιωπή είναι ο «ατάραχος νους». Με άλλους λόγους, η «φυλακή της καρδίας» και η «τήρησις του νοός».
Η δύναμη της σιωπής έγκειται στη συνεχή και αδιάσπαστη προσευχή. «Η σιωπή είναι αδιάκοπη υπηρεσία στον Θεό και παρουσίαση ενώπιον του». Αλλιώς, η σιωπή είναι πέραν από τη δύναμη ενός ανθρώπου, γιατί προσευχή είναι η εμφάνιση ενώπιον του Θεού και ύστερα η ένωση μαζί του. Ή, αντίστροφα, η γνήσια εμφάνιση ενώπιον του Θεού είναι προσευχή.
Στα διάφορα είδη της προσευχής πρώτη πρέπει να έρχεται η ευχαριστία, ύστερα η εξομολόγηση με μετάνοια, και τέλος η ικεσία. Μια προσευχή πρέπει να είναι πάντα απλή και σύντομη. Η ανώτερη απ’ όλες είναι η «μονοσύλλαβη» επίκληση του Ιησού. Η προσευχή πρέπει να μοιάζει περισσότερο με την αδέξια φλυαρία ενός παιδιού παρά με σοφή και πολύπλοκη ομιλία. Η πολυλογία στην προσευχή αποτρέπει την προσοχή. Εισάγει στο νου την ονειροπόληση, και το πιο επικίνδυνο στην προσευχή είναι η «αισθησιακή ονειροπόληση». Η σκέψη πρέπει πάντα να κρατιέται και να περιορίζεται στα λόγια της προσευχής. Πρέπει κανείς να αποκόβει άγρυπνα όλες τις προθέσεις» και τις «εικόνες» -όλες τις «φαντασίες». Πρέπει κανείς να ελέγχει το νου του. «Αν αυτός περιπλανιέται παντού ελεύθερα, τότε ποτέ δεν θα ενοικεί μέσα σου».
Η προσευχή είναι ένας άμεσος αγώνας για τον Θεό «αποξένωση από τον ορατό και αόρατο κόσμο». Στην τέλεια μορφή της η προσευχή γίνεται πνευματικό δώρο, ένα είδος εμφυσήσεως του Πνεύματος που εργάζεται μέσα στην καρδιά -τότε το Πνεύμα προσεύχεται μέσα σ' έναν που ζήτησε την προσευχή
Κατά μίαν έννοια η σιωπή και η προσευχή συμπίπτουν. Η ίδια πνευματική κατάσταση θα μπορούσε επίσης να οριστεί ως απάθεια, γιατί απάθεια είναι ακριβώς ένας αγώνας, μια αφοσίωση κάποιου στον Θεό. «Μερικοί ακόμα λένε ότι η απάθεια είναι η ανάσταση της ψυχής πριν από την ανάσταση του σώματος». Και όμως, επιδιώκοντας την απάθεια το ίδιο το σώμα γίνεται άφθαρτο, ή μάλλον αδιάφθορο.
Αυτό είναι η αναζήτηση του νου του Κυρίου (βλέπε Α' Κορινθίους 2:16). Η ανέκφραστη φωνή του ίδιου του Θεού ηχεί μέσα στην ψυχή, προκηρύσσοντας το θέλημά Του, και αυτό είναι ήδη «ανώτερο από κάθε ανθρώπινη διδασκαλία». Γι’ αυτό ανάβει η δίψα για την αθάνατη ωραιότητα. «Αυτός που κατανοεί τη σιωπή έχει αναγνωρίσει το βάθος των μυστηρίων».
Ο Άγ. Ιωάννης της Κλίμακος θεωρεί και αισθάνεται τον έντονο δυναμισμό του πνευματικού κόσμου. Και στον αγγελικό κόσμο, επίσης, υπάρχει αγώνας για τα ύψη των Σεραφίμ. Στην ανθρώπινη «δοκιμασία» υπάρχει μια έλξη για τα αγγελικά ύψη, για την «εικόνα της ζωής των νοερών δυνάμεων».
Η απάθεια είναι και ο τελικός σκοπός και το χρέος. Όλοι δεν φθάνουν σ' αυτό το όριο, αλλά ακόμα και για εκείνους που δεν μπορούν να σωθούν, το να αγωνίζονται είναι το πιο σπουδαίο πράγμα. Η κινητήρια δύναμη της «δοκιμασίας» είναι η αγάπη. Αλλά η πληρότητα της «δοκιμασίας» είναι η προσπάθεια ν' αποκτήσει αγάπη. Η αγάπη έχει στάδια, και η αγάπη δεν μπορεί να γνωρισθεί. Εν τούτοις, αυτή είναι το ίδιο το όνομα του Θεού. Γι’ αυτό, στην πληρότητά της αυτή είναι ανέκφραστη. «Η λέξη της αγάπης είναι γνωστή στους αγγέλους άλλα μόνο κατά το βαθμό του φωτισμού τους». Η απάθεια και η αγάπη είναι διαφορετικά ονόματα για μια μοναδική τελειότητα. Η αγάπη είναι η οδός και το τέρμα. «Πλήγωσες την ψυχή μου, και η καρδιά μου δεν θα αντέξει τη φλόγα σου. Προχωρώ, ψάλλοντας για σένα».
Στους αποσπασματικούς και συγκρατημένους αφορισμούς του Αγ. Ιωάννου της Κλίμακος για την αγάπη, αισθάνεται κανείς μια εγγύτητα προς το μυστικισμό του Αρεοπαγίτη, ιδιαίτερα στα τελευταία αγγελικά και τα ανθρώπινα επίπεδα. Χαρακτηριστικά, ο Άγ. Ιωάννης λέγει λιγότερα για τα ανώτερα στάδια ή τους ανώτερους βαθμούς, και εδώ γίνεται φειδωλός με τις λέξεις. Γράφει για τους αρχαρίους και για ανθρώπους με μια μέσου επιπέδου εμπειρία. Εκείνοι που έχουν επιτύχει δεν χρειάζονται πια ανθρώπινη οικοδομή και καθοδήγηση. Έχουν ήδη την εσωτερική επιβεβαίωση και μαρτυρία. Εκτός αυτού, στα ανώτερα στάδια οι ίδιες οι λέξεις γίνονται ανίσχυρες και ανεπαρκείς. Αυτά δύσκολα μπορούν να περιγραφούν.
Αυτός είναι ένας γήινος ουρανός που ανοίγεται διάπλατα μέσα στην ψυχή. Είναι η ενοίκηση του Θεού μέσα στην ψυχή. «Η προσευχή ενός ανθρώπου που προσεύχεται ειλικρινά είναι το δικαστήριο, το δικαστήριο του νόμου, και η έδρα του δικαστή πριν από την τελική κρίση». Με άλλους λόγους, μια προειδοποίηση του μέλλοντος. «Και αυτή η μακάρια ψυχή φέρει τον Αιώνιο Λόγο μέσα της, και αυτός είναι ο μυστικός της οδηγός, ο σοφός σύμβουλος της, και ο φωτισμός της». Αυτός είναι η κορυφή της κλίμακας η οποία εξαφανίζεται μέσα στα ουράνια ύψη.

Ιστορία του Μοναχισμού Ευάγριος ο Ποντικός του Γεωργίου Φλωρόφσκυ


Επίτιμου καθηγητού της Ιστορίας της Ανατολικής Εκκλησίας του Πανεπιστημίου του Harvard


Πηγή: Απόσπασμα από το βιβλίο: "Οι Βυζαντινοί Ασκητικοί και Πνευματικοί Πατέρες". (Μετάφραση Παναγιώτη Κ. Πάλλη. Εκδόσεις Πουρναρά. Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 275-291).
(Τίτλος πρωτοτύπου: The Byzantine Ascetic and Spiritual Fathers. © BUCHERVERTRIEBSANSTALT. © 1992 Για την ελληνική γλώσσα Πουρναράς Παναγιώτης Καστριτσίου 12 Θεσσαλονίκη ISBN: 960-242-031-6).
Αν και εκείνες οι απόψεις του που ωριγένιζαν, αναθεματίσθηκαν από Οικουμενικές Συνόδους, ο Ευάγριος επηρέασε έντονα την ιστορία τού Μοναχισμού σε Ανατολή και Δύση.
Η Ζωή Του
Ανάμεσα στους ασκητές της Αιγύπτου τον τέταρτο αιώνα υπήρχαν λίγοι που ήταν συγγραφείς. Ο Ευάγριος ξεχωρίζει πολύ σε σχέση με το γενικό φόντο. Στην Αίγυπτο ο Ευάγριος ήταν νεοφερμένος. Γεννήθηκε περί το 345 ή το 346 στην πόλη Ίβηρα του Πόντου, ο πατέρας του Ευαγρίου ήταν «Χωρεπίσκοπος», ένας Επίσκοπος με περιορισμένη εξουσία. Το οικογενειακό υποστατικό του Αγ. Βασιλείου στα Άννισα ήταν πολύ κοντά στην Ίβηρα. Ο Άγ. Βασίλειος πήγε στα Άννισα να ζήσει την ασκητική ζωή. Στην επιστολή του 14 ο Άγ. Βασίλειος περιγράφει την περιοχή. Ο Ευάγριος ήταν γνωστός με τους μεγάλους Καππαδόκες στα νεανικά του χρόνια. Ο Άγ. Βασίλειος τον έκανε Αναγνώστη. Μερικοί νομίζουν ότι ο Άγ. Βασίλειος ήταν ο πρώτος που δέχτηκε τον Ευάγριο ως μοναχό - π. χ., ο Bousset, που κι αυτός νομίζει ότι ο Ευάγριος έφυγε από τη μοναστική κοινότητα του Αγ. Βασιλείου εξαιτίας μιας αισθήσεως απογοητεύσεως που δοκίμασε με την έμφαση του Βασιλείου σε κοινωνικές υποχρεώσεις. Φαίνεται ότι ο Ευάγριος ελκύστηκε περισσότερο από τη ζωή στην Κωνσταντινούπολη παρά από τη ζωή στο μοναστήρι του Αγ. Βασιλείου -πολύ πιθανόν λόγω της πνευματικής κινήσεως στην πρωτεύουσα.
Ο Άγ. Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός τον χειροτόνησε Διάκονο λίγο μετά το θάνατο του Αγ. Βασιλείου το 379 και τον πήρε στην Κωνσταντινούπολη μαζί του ως Αρχιδιάκονο. Εκεί ο Ευάγριος διακρίθηκε ως ιεροκήρυκας —έκανε κηρύγματα στην Κωνσταντινούπολη που του έδωσαν κάποια φήμη.
Ο Ευάγριος πάντα αισθανόταν φιλία προς τον Άγ. Γρηγόριο το Ναζιανζηνό, και αργότερα στη ζωή του μιλούσε ακόμα καλά γι’ αυτόν. Στο έργο του Πρακτικός (100), στην τελευταία συζήτηση για την ασκητική ζωή, ο Ευάγριος γράφει: «Αν το λαμπρό φως της δικαιοσύνης λάμπει επάνω μας… τότε θα ρουφήξουμε το κρασί του που ευφραίνει την καρδιά του ανθρώπου διαμέσου των προσευχών και της μεσιτείας του δικαίου Γρηγορίου, που με στερέωσε». Ο Άγ. Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός αισθάνονταν κοντά προς τον Ευάγριο, όπως μαρτυρείται από τη Διαθήκη του.
Ως πρόεδρος της Δεύτερης Οικουμενικής Συνόδου το 381, ο Άγ. Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός στηρίχθηκε πολύ στα χαρίσματα του Ευαγρίου. Όταν ο Άγ. Γρηγόριος παραιτήθηκε από τη σύνοδο και από το θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, ζήτησε από τον Ευάγριο να παραμείνει για να βοηθήσει το νέο επίσκοπο, το Νεκτάριο. Το Βιβλίο του Παραδείσου -«που ήταν οι Ιστορίες και οι Λόγοι των Μοναχών και ασκητών της Αιγυπτιακής Ερήμου» — ισχυρίζεται ότι ο Νεκτάριος εκτιμούσε το χαρακτήρα του Ευαγρίου και αισθάνονταν βαθειά αγάπη γι’ αυτόν -πράγματι, φαίνεται ότι όλοι αισθάνονταν το ίδιο για τον Ευάγριο. Έγινε γνωστός στην πρωτεύουσα ως ο «εκμηδενιστής της φλυαρίας των αιρετικών». Είναι προφανές ότι ο Ευάγριος έφθασε να γνωρίσει τους επιφανείς συνέδρους της Δεύτερης Οικουμενικής Συνόδου. Οποιαδήποτε επίδραση είχε πριν ασκήσει ο Άγ. Γρηγόριος Νύσσης επάνω στον Ευάγριο πιθανότατα ενισχύθηκε κατά τη συναναστροφή τους στη Δεύτερη Οικουμενική Σύνοδο.
Η Ιστορία των Μοναχών της Αιγύπτου διηγείται ότι ο Ευάγριος επέτρεψε στη νέα του θέση στην Κωνσταντινούπολη να τον αποσπάσει κάπως από τη θεωρητική ζωή, και χαιρόταν την «πολυτέλεια» και χρησιμοποιούσε δούλους για να τον περιποιούνται. Ύστερα ήρθε το σκάνδαλο. Ο Ευάγριος ερωτεύτηκε τη σύζυγο ενός αξιωματούχου στην Κωνσταντινούπολη. Το Βιβλίο του Παραδείσου διηγείται ότι την ώρα ενός θυελλώδους ονείρου ο Ευάγριος ορκίστηκε να εγκαταλείψει την πρωτεύουσα για να προστατεύσει την ψυχή του. Την επόμενη μέρα βρισκόταν πάνω σ' ένα πλοίο που πήγαινε στους Αγίους Τόπους. Χωρίς να χάσει χρόνο εγκαταστάθηκε στα Ιεροσόλυμα όπου έγινε φίλος με την Μελανία «την Πρεσβυτέρα».
Η ζωή της Μελανίας είναι ένα κεφάλαιο στην ιστορία του ασκητισμού. Γεννήθηκε στη Ρώμη το 342 από οικογένεια Πατρικίου, την οικογένεια Antonia, και είχε συγγενείς με επιρροή. Ήταν συγγενής με τον Paulinus της Nola —nostris sanguis propinquat. Στην ηλικία των δεκαέξι ετών παντρεύθηκε το Νομάρχη (Prefect) της Ρώμης, τον Valerius Maximus. Χήρεψε στην ηλικία των είκοσι δύο ετών, και αποφάσισε να αφιερώσει τη ζωή της στον αυστηρό ασκητισμό. Φαίνεται ότι έχασε δύο από τα παιδιά της περίπου τον ίδιο καιρό με το θάνατο του συζύγου της. Είχε ακόμα να φροντίσει το γιό της Publicola. Εμπιστεύθηκε τον Publicola σ' έναν παιδαγωγό, ξεπούλησε πολλά από τα πλούτη της, και έφυγε το 372 για την Αίγυπτο. Εκεί υποστήριξε τους μοναχούς που καταδιώκονταν από τους Αρειανούς. Το 378 η Μελανία επισκέφθηκε την Παλαιστίνη με τον Ρουφίνο και ίδρυσε δυο μοναστήρια στο Όρος των Ελεών. Το ίδιο έτος ο γιος της Publicola παντρεύθηκε την ευγενή Albina του γένους Ceionia. Από το γάμο αυτόν γεννήθηκε μια κόρη που είναι γνωστή ως Μελανία η «Νεωτέρα», η εγγονή της Μελανίας. Στα Ιεροσόλυμα η Μελανία και ο Ρουφίνος εμπλάκησαν στη λογομαχία με τον Ιερώνυμο για τον Ωριγενισμό, μια συμπλοκή που έκανε τον Ιερώνυμο να μιλήσει αρνητικά για τη Μελανία. Τα σχόλια του Ιερωνύμου για τη Μελανία έβλαψαν ιστορικά τη φήμη της. Ένα τέτοιο σχόλιο ήταν ότι το «όνομά της σημαίνει μαυρίλα και μαρτυρεί τη σκοτεινότητα της απιστίας της» cuius nomen nigredinis (melania) testatur perfidiae tenzbras. Περί το 400 η Μελανία γύρισε στην Ιταλία για να φροντίσει για την ασκητική εκπαίδευση της εγγονής της. Το 404 επισκέφθηκε τη Σικελία και την Ιππώνα. Στην Ιππώνα γνώρισε τον Άγ. Αυγουστίνο. Γύρισε στα Ιεροσόλυμα και προφανώς πέθανε εκεί περί το 409. Ήταν μια διανοούμενη κυρία, πολύ διαβασμένη, και ενδιαφέρθηκε πολύ για τα έργα του Ωριγένη. Έγινε επίσης ηγουμένη μιας ομάδος παρθένων.
Ο Ευάγριος έγινε αμέσως φίλος της Μελανίας και του Ρουφίνου, κι αυτή η φιλία κράτησε σ' όλη του τη ζωή. Αλλά και πάλι ο Ευάγριος είχε πάρει τη ζωή στα Ιεροσόλυμα λιγότερο σοβαρά, από ασκητική άποψη, από ό,τι είχε ορκιστεί. Ο Παλλάδιος αφηγείται ότι η καρδιά του Ευαγρίου σκλήρυνε σαν του Φαραώ. Όταν αρρώστησε με πυρετό, νόμισε πως ήρθε το τέλος του. Διατυπώθηκε ο ισχυρισμός ότι ήταν η Μελανία που ανακάλυψε την πνευματική αιτία της αρρώστιας του -την παράβαση του όρκου του. Αυτή μπόρεσε να τον κάνει να επαναβεβαιώσει τον όρκο του και να τον τηρήσει μπαίνοντας μέσα σ' ένα μοναστικό περιβάλλον. Το Βιβλίο του Παραδείσου αφηγείται ότι λίγες μέρες αργότερα ο πυρετός έπεσε και αυτός θεραπεύθηκε και δυνάμωσε.
Οι πηγές μας βρίσκουν ύστερα τον Ευάγριο στη Νιτρία με μια ομάδα μοναχών. Πήγε στην έρημο της Νιτρίας να καλλιεργήσει την ψυχή του ανάμεσα στους μοναχούς. Παρουσιάστηκε ως μετανοών αμαρτωλός που ζητούσε λύτρωση από τους πειρασμούς και τις αποπλανήσεις του. Έζησε στην Αίγυπτο δεκαεπτά χρόνια, πρώτα στο όρος της Νιτρίας και ύστερα στα κελιά. Η Μελανία είχε ζήσει προηγουμένως στη Νιτρία το 372 και είχε αγαπηθεί από τον Παμβώ. Το 383 έφθασε ο Ευάγριος. Συχνά διατυπώνεται η γνώμη ότι ήταν ο Ευάγριος που έφερε την Ωριγενιστική σκέψη στην Αίγυπτο. Τα ιστορικά γεγονότα δεν επιτρέπουν μια τέτοια άποψη, γιατί ο Άγ. Επιφάνιος βρήκε Ωριγενιστάς ανάμεσα στους μοναχούς της Αιγύπτου το 370. Είναι επίσης επέκταση της ιστορικής φαντασίας το να νομίζει κανείς ότι η Αλεξάνδρεια, ο τόπος των πρώτων δραστηριοτήτων του Ωριγένη, που ήταν τόσο κοντά στη Νιτρία — κάπου σαράντα μίλια χώριζαν τη Νιτρία από την Αλεξάνδρεια- και άλλα μοναστικά καθίσματα, μπορούσαν να μην ήταν η πηγή της Ωριγενιστικής σκέψεως ανάμεσα στους μοναχούς. Ο Ευάγριος είχε προφανώς διδαχθεί ή μάθει για τον Ωριγένη από τον Άγ. Βασίλειο, τον Άγ. Γρηγόριο το Ναζιανζηνό, και τον Άγ. Γρηγόριο Νύσσης. Στην Παλαιστίνη η γνώση του για τον Ωριγένη πιθανώς ενισχύθηκε λόγω της σχέσεώς του με τη Μελανία και το Ρουφίνο, το μεταφραστή αρκετών βιβλίων του Ωριγένη στα Λατινικά. Τώρα αυτός διαμορφώνει μια ισόβια φιλία και μοναστική σχέση με μια μοναστική κοινότητα που είχε ως ασχολία τη μελέτη του Ωριγένη. Ο Ευάγριος ήταν ίσως ο πρώτος που γράφει επί μακρόν συνδυάζοντας τη σοφία της ερήμου με τη σκέψη του Ωριγένη, αλλά δεν μπορούσε να είναι ο πρωτουργός της Ωριγενιστικής σκέψεως ανάμεσα στους μοναχούς της Αιγύπτου. Ανάμεσα στους μαθητές του Παμβώ, στους μοναχούς με τους όποιους ο Ευάγριος σχετίστηκε, περιλαμβάνονταν και οι «Μακροί αδελφοί», που ήταν μεταξύ εκείνων των Ωριγενιστών τους όποιους αργότερα εκδίωξε από την Αίγυπτο ο Πατριάρχης Θεόφιλος. Οι πηγές αναφέρουν ότι ο Αμμώνιος ο Παρώτης ήταν ο ηγέτης της ομάδος των μοναχών ύστερα από το θάνατο του Παμβώ· εκείνη η ομάδα αναφερόταν τότε ως ομάδα «του Αμμωνίου και του Ευαγρίου», και αργότερα ως «η ομάδα του Ευαγρίου». Και πάλι ήταν φανερή η ηγετική του ικανότητα.
Ο Ευάγριος δεν απομονώθηκε. Παρέμεινε σε στενή επαφή με τους «χωρικούς» κόπτες. Στην πραγματικότητα, ήταν πλησιέστερα προς τον Άγ. Μακάριο τον Μέγα τον Αιγύπτιο και τον Άγ. Μακάριο τον Αλεξανδρέα, έναν ιερέα της αυστηρής ομάδος ερημιτών στα Κελιά, μια κοινότητα μοναχών που βρίσκονταν περίπου δεκατρία μίλια νότια της Νιτρίας. Φαίνεται πως έγινε «μαθητής» του Αγ. Μακαρίου του Μεγάλου, τον οποίο θα επισκεπτόταν στη Σκήτη, και «μαθητής» επίσης του Αγ. Μακαρίου του Αλεξανδρέα. Ο Παλλάδιος γράφει ότι ο Ευάγριος μετοίκησε στα Κελιά όπου παρέμεινε δεκατέσσερα χρόνια ζώντας μια ζωή προσευχής και αυστηρής ασκήσεως. Πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του στην Αίγυπτο και πέθανε εκεί το 399 σε ηλικία πενήντα πέντε ετών.
Η Λαυσαϊκή Ιστορία περιέχει ένα κεφάλαιο για τον Ευάγριο. Η Συριακή μετάφραση της Λαυσαϊκής Ιστορίας περιέχει πρόσθετο υλικό. Από αυτές τις δυο πηγές δίνεται κάποια ένδειξη για το πώς ζούσε ο Ευάγριος. Στη Λαυσαϊκή Ιστορία ο Παλλάδιος γράφει ότι ο Ευάγριος ζούσε μια πολύ αυστηρή ζωή, ότι ζούσε με πενιχρές ποσότητες ψωμιού και λαδιού, ότι χρησιμοποιούσε αυστηρές μορφές ασκήσεως για να προφυλάξει την αγνότητά του, και ότι ο μεγαλύτερος πειρασμός του ήταν εκείνος της βλασφημίας. Ισχυριζόταν ότι πειραζόταν από δαίμονες που παρουσιάζονταν ως αντιπρόσωποι των αιρέσεων εκείνης της εποχής του Αρειανισμού, του Ευνομιανισμού, και του Απολλιναρισμού. Ο Παλλάδιος, φυσικά, παρουσιάζει πάντοτε τον Ευάγριο να θριαμβεύει πάνω στους πειρασμούς του. Ενώ ασχολείτο συνεχώς με την αυστηρή άσκηση, ο Ευάγριος δεν αμελούσε τη διανοητική ζωή, έγραφε βιβλία και εμπλεκόταν σε θεολογικές φιλονικίες. Κατά καιρούς ταξίδευε στην Αλεξάνδρεια και αντέκρουε τους αιρετικούς.
Αλλά η ζωή του Ευαγρίου στην Αίγυπτο δεν πέρασε χωρίς δυσκολίες. Η Συριακή μετάφραση διασώζει αυτές τις εκθέσεις των δυσκολιών του. Ένα επεισόδιο αποκαλύπτει ότι ο Ευάγριος σε μια από τις επισκέψεις του σ’ έναν «ασκητή δάσκαλο», πήρε την απάντηση - όταν ρώτησε την κοινή ερώτηση: Τι να κάνει για να σώσει την ψυχή του - να μην μιλά παρά μόνο αν ερωτηθεί. Ένα επεισόδιο τέτοιας φύσεως είναι διαφωτιστικό. Οι Κόπτες μοναχοί ήταν προφανώς φιλύποπτοι για τη μόρφωσή του και τους Ελληνικούς του τρόπους σκέψεως, για τη διανοητική του τάση. Μια συζήτηση γινόταν από μια ομάδα γερόντων των Κελιών. Ο Ευάγριος πρόσφερε τη γνώμη του και αποδοκιμάστηκε δριμύτατα: αν είχε μείνει στη χώρα του, θα ήταν σωστό να προσφέρει τη γνώμη του· «αλλά εδώ είσαι ένας ξένος». Η τάση είναι προφανής. Ό,τι έχει σημασία σ' αυτές τις αφηγήσεις είναι ότι ο Ευάγριος δέχεται τη συμβουλή και τις επιτιμήσεις των Κοπτών. Ο Σωκράτης στο βιβλίο του εκκλησιαστική Ιστορία (4,23) μας λέγει ότι η φήμη του Ευαγρίου για την αγιότητα και τις εν γένει ικανότητές του έφθασε στα αυτιά του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Θεοφίλου, ο οποίος θέλησε να χειροτονήσει τον Ευάγριο επίσκοπο Θμούεως. Ο Ευάγριος αρνήθηκε. Πολλοί επίσκοποι προέρχονταν από τις τάξεις των μοναχών. Αντίστροφα, οι μοναχοί είχαν ένα ρητό που έλεγε ότι αυτοί πρέπει να φυλάγονται από τις γυναίκες και τους Επισκόπους. Το ρητό «να προσέχουν τους Επισκόπους» σήμαινε ότι οι μοναχοί θα ‘πρεπε να αποφεύγουν κάθε αφορμή που θα τους αποσπούσε από τη μοναστική τους ζωή. Το να γίνει κανείς Επίσκοπος συνεπήγετο το ενδεχόμενο της «φιλοδοξίας» και της εμπλοκής στις κοσμικές υποθέσεις. Το Βιβλίο του Παραδείσου ισχυρίζεται ότι ο Ευάγριος στα τελευταία του χρόνια είχε βρει βαθειά ειρήνη και ότι οι πνευματικές του δυνάμεις αυξήθηκαν. Ήταν γνωστός ως «ο άνθρωπος της κατανοήσεως» και είχε φήμη ότι έκανε θαύματα και ότι είχε τη δωρεά της προφητείας. Η υγεία του άρχισε να χειροτερεύει στα τελευταία του χρόνια αλλά αυτός δεν μετρίασε την αυστηρή του άσκηση -παρά μόνο επέτρεψε στον εαυτό του να αντικαθιστά εκείνο τον καιρό τα ωμά λαχανικά με μαγειρεμένο φαγητό. Αισθάνθηκε ότι το τέλος του πλησίαζε. Το τελευταίο καταγραμμένο γεγονός της ζωής του είναι ότι ζήτησε να μεταφερθεί στην Εκκλησία κατά τα Επιφάνεια ώστε να μπορέσει να λάβει τη Θεία Ευχαριστία. Λέγεται ότι πέθανε μετά τη λήψη της Ευχαριστίας. Ήταν το 399. Ο θάνατός του πράγματι τον γλύτωσε από μια μεγάλη ταραχή. Προ του τέλους εκείνου του έτους (399) οι οπαδοί και σύντροφοι του Ευαγρίου, εκείνοι που αναφέρονται ως οι «Ωριγενιστές», εξορίστηκαν από την Αίγυπτο με διαταγή του Πατριάρχη Θεοφίλου. Μεταξύ αυτών ήταν και οι Μακροί αδελφοί, ο Παλλάδιος, ο Άγ. Ιωάννης ο Κασσιανός, και ο σύντροφος του Κασσιανού, ο Γερμανός. (Για μια εκτενή συζήτηση για την εξορία των Ωριγενιστών από την Αίγυπτο και τη συνάντηση αυτών με τους Ανθρωπομορφίτες, βλέπε τα άρθρα του π. Φλορόφσκυ «Οι Ανθρωπομορφίτες της Αιγυπτιακής Ερήμου» και «Θεόφιλος Αλεξανδρείας και ο Αβάς Απφύ της Pemdje» στον Τόμο IV της σειράς των εκλεκτών έργων του Γεωργίου Φλορόφσκυ). Πολλοί από εκείνους που εξορίστηκαν από την Αίγυπτο βρήκαν καταφύγιο στην Κωνσταντινούπολη κοντά στον Αγ. Ιωάννη το Χρυσόστομο. Αυτό ενίσχυε το μένος του Θεοφίλου κατά του Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, το τελικό αποτέλεσμα του οποίου ήταν ο θρίαμβος του Θεοφίλου και η εξορία, που οδήγησε στο θάνατο, του Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Εν τούτοις, αυτή ακριβώς η εξορία συνέβαλε πολύ στην εξάπλωση των ιδεών του Ευαγρίου. Ο Άγ. Ιωάννης ο Κασσιανός χειροτονήθηκε διάκονος από τον Άγ. Ιωάννη το Χρυσόστομο και του ανατέθηκε να φέρει επιστολή στον επίσκοπο Ρώμης υπέρ του Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Ο Κασσιανός βρήκε μια καινούρια ζωή στη Λατινική Δύση. Έγινε φίλος του Λέοντος, που επρόκειτο να γίνει ο Πάπας Λέων ο Μέγας. Του ζητήθηκε να πάει στη Νότια Γαλατία για να βάλλει μια τάξη στην εκεί χαοτική μοναστική κίνηση.
Στα βιβλία του Θεσμοί του Κοινοβίου και Διαλέξεις, ο Άγ. Ιωάννης ο Κασσιανός θέλησε να εξηγήσει στη Λατινική Δύση το μοναστικό ασκητισμό του Ευαγρίου, αν και σε μια ηπιώτερή του μορφή. Στον πρόλογό του στο έργο του Θεσμοί του κοινοβίου ο Άγ. Ιωάννης ο Κασσιανός γράφει: «Θα προσπαθήσω, όσο μπορώ, με τη βοήθεια του Θεού, να εξηγήσω πιστά μόνο τους θεσμούς και τους κανόνες των μοναστηριών τους, και ιδιαίτερα την πηγή και τις αιτίες των κυριότερων σφαλμάτων, που τα υπολογίζουν σε οκτώ, και τις θεραπείες γι’ αυτά σύμφωνα με τις παραδόσεις τους, αφού σκοπός μου είναι να πω λίγα λόγια όχι για τα θαύματα του Θεού, αλλά για τον τρόπο με τον οποίο θα μπορέσουμε να βελτιώσουμε το χαρακτήρα μας, και για την επίτευξη της τέλειας ζωής, σύμφωνα με αυτό που παραλάβαμε από τους παλαιότερους. Σ' αυτό, επίσης, θα προσπαθήσω να ικανοποιήσω τις οδηγίες σας, ώστε, αν υπάρχει, να βρω κάτι που έχει είτε αφαιρεθεί είτε προστεθεί σε κείνες τις χώρες που δεν είναι σύμφωνο με τον κανόνα που έχω δει να εφαρμόζεται στα μοναστήρια που ιδρύθηκαν από παλιά σ’ όλη την Αίγυπτο και την Παλαιστίνη, γιατί δεν πιστεύω πως ένα καινούριο μοναστήρι στη Δύση, στα μέρη της Γαλατίας θα μπορούσε να βρει κάτι πιο λογικό και τέλειο από όσο είναι εκείνα τα ήθη, στην τήρηση των οποίων τα μοναστήρια που έχουν ιδρυθεί από αγίους και με πνευματικό νου προικισμένους πατέρες από την αρχή του Αποστολικού κηρύγματος επιμένουν ακόμα ως τις μέρες μας. Θα επιχειρήσω, εν τούτοις, να κάνω αυτή τη διάκριση στο έργο μου — όπου βρίσκω κάτι στον κανόνα των Αιγυπτίων που, είτε λόγω της δριμύτητας του κλίματος, ή λόγω κάποιας δυσκολίας ή ποικιλίας των ηθών, είναι αδύνατο σ' αυτές τις χώρες, ή σκληρό και δύσκολο, θα το εξισορροπήσω σε κάποιο βαθμό με ήθη των μοναστηριών που ιδρύθηκαν σ' ολόκληρο τον Πόντο και τη Μεσοποταμία, γιατί, αν πρέπει να δίνεται η δέουσα προσοχή σε πράγματα που είναι δυνατά, υπάρχει η ίδια τελειότητα στην υπακοή αν και η δύναμη μπορεί να είναι άνιση».
Ο Κασσιανός έχει μεγάλη προκατάληψη στην περιγραφή που κάνει για τη μοναστική Αίγυπτο· έγραψε για να παρουσιάσει μια ορισμένη διδασκαλία πνευματικότητας, τη διδασκαλία του Ευαγρίου μέσα στην οποία εξακολουθούν να παραμένουν στοιχεία του Ωριγένη. Ο Chadwick έχει σωστά παρατηρήσει ότι «ο τίτλος του 'πατρός στην πνευματική γραμματεία μας', τον οποίον ο Henri Bremond επεφύλλαξε για τον Κασσιανό, θα έπρεπε να δοθεί στον Ευάγριο». Αλλά αυτός μεταφέρθηκε στη Λατινική Δύση διαμέσου του Αγ. Ιωάννου του Κασσιανού. Η φήμη του Κασσιανού στη Λατινική Δύση δοκιμάστηκε πολύ εξαιτίας της επιθέσεώς του κατά της διδασκαλίας του Αγ. Αυγουστίνου περί προορισμού και χάριτος. Εντούτοις, τα έργα του για την πνευματικότητα ήταν πολύ σπουδαία για να απορριφθούν. Το αποτέλεσμα ήταν αυτά να κυκλοφορήσουν σε λογοκριμένη κατάσταση. Στην Αφρική τα έργα του κυκλοφόρησαν σε μια αποκαθαρμένη μετάφραση. Στην Ιταλία ο Κασσιόδωρος (γεννήθηκε περί το 485 πέθανε περί το 580) προέτρεπε τους μοναχούς του στο Vivarium να διαβάζουν τα βιβλία του Κασσιανού «Θεσμοί» και «Διαλέξεις», αλλά ταυτόχρονα στο έργο του Institutiones Divinarum et Saecularium Litterarum (1,29), ένα έργο που στηρίζεται πολύ στο έργο του Αγ. Αυγουστίνου De Doctrina Christiana, προειδοποιεί τους μοναχούς του για την περί χάριτος θεολογία του Κασσιανού. Δύο φορές τον έκτο αιώνα ο Κασσιανός κινδύνεψε να καταδικαστεί. Στην πιο κρίσιμη περίπτωση το όνομά του μνημονεύθηκε μέσα σ' έναν κατάλογο ονομάτων που γράφτηκε από ένα άγνωστό πρόσωπο. Ακριβώς την ίδια εποχή ο Άγ. Βενέδικτος συνιστούσε στους μοναχούς του την ανάγνωση του Κασσιανού. Αυτός ο κατάλογος τελικά έγινε δεκτός στην Λατινική Εκκλησία τον ογδόου αιώνα ως κατάλογος που γράφτηκε από ένα Πάπα της Ρώμης — εισήχθη ακόμα και στη συλλογή του Γρατιανού. Η καταδίκη συνδέθηκε με την αντίθεση του Αγ. Ιωάννου του Κασσιανού προς τον Άγ. Αυγουστίνο. Όμως, τα έργα του επιζούν έστω και χωρίς το όνομά του. Πριν ο Κανόνας του Αγ. Βενεδίκτου γίνει κατ' ουσίαν ο Κανόνας της Λατινικής Δύσεως, τα τέσσερα πρώτα βιβλία των θεσμών του Κοινοβίου του Αγ. Ιωάννη του Κασσιανού χρησιμοποιούνταν ως κανόνας. Ακόμα και το ανώνυμο έργο Regula Magistri περιλάμβανε τους Θεσμούς. Κατ' αυτόν τον τρόπο η περί μοναστικής πνευματικότητας διδασκαλία του Κασσιανού βρήκε το δρόμο της στη Λατινική μοναστική σκέψη.
Ο Άγ. Ιερώνυμος στην επιστολή του 133 προς Κτησιφώντα (3) μιλά για δημοτικότητα των έργων του Ευαγρίου σε Λατινική μετάφραση. Σ’ αυτήν την επιστολή, που είναι μια επίθεση κατά των Πελαγιανικών ιδεών, ο Άγ. Ιερώνυμος αναγνωρίζει την ιδέα του Πελαγίου, ότι ένας άνθρωπος μπορεί να ζήσει χωρίς αμαρτία, στην περί απάθειας διδασκαλία του Ευαγρίου, μια διδασκαλία που ο Άγ. Ιερώνυμος χαρακτηρίζει ως ειδωλολατρική στην προέλευσή της. Ο Άγ. Ιερώνυμος βρίσκει τις διδασκαλίες του Ευαγρίου διεστραμμένες, πολύ περισσότερο λόγω της σχέσεως του Ευαγρίου με τη Μελανία και το Ρουφίνο -αναφέρεται σ' αυτούς τους τρεις ως ένα «ανόσιο τρίο». Οι Λατινικές μεταφράσεις του έργου του Ευαγρίου κυκλοφόρησαν ήδη λίγα χρόνια μετά το θάνατο του Ευαγρίου το 399. Στα τέλη του πέμπτου αιώνα τα έργα του Ευαγρίου μεταφράστηκαν και πάλι στα Λατινικά, αυτή τη φορά από τον Γεννάδιο τον Μασσαλιέα.
Οι διδασκαλίες του Ευαγρίου διαδόθηκαν στη Συρία, στην Αρμενία, και στην Περσία, όπου η επίδραση τους ήταν μεγάλη. Αργότερα ακόμα και ο Αραβικός Χριστιανικός κόσμος ήρθε σε επαφή με τα έργα του Ευαγρίου και στη συνέχεια έδωσε τα έργα του στην Αιθιοπική Εκκλησία. Τα έργα του Ευαγρίου μεταφράστηκαν πολύ νωρίς στη Συριακή γλώσσα. Η επίδραση του Ευαγρίου πάνω στον Περσικό μοναχισμό έχει τονιστεί από τον Guillaumont, ο οποίος ισχυρίζεται ότι τα έργα του Ευαγρίου έγιναν το «κύριο» βιβλίο του ασκητισμοί στη Χριστιανική Περσία -επιπλέον, διατυπώθηκε ακόμα ο ισχυρισμός ότι τα έργα του Ευαγρίου ήταν τόσο δημοφιλή μεταξύ των Χριστιανών μοναχών στην Περσία ώστε η επίδρασή τους συνεχιζόταν και μετά την κατάκτηση του Ισλάμ, και επηρέασαν ακόμα και τους Πέρσες Sufis!

Η καταδίκη του Ευαγρίου
Στην Πέμπτη Οικουμενική Σύνοδο (553) ο Ευάγριος καταδικάστηκε ως Ωριγενιστής, μαζί με τον Δίδυμο. Η καταδίκη επαναλήφθηκε από τις δυο επόμενες Οικουμενικές Συνόδους. Στον όρο της πίστεως που έδωσε η Έκτη Οικουμενική Σύνοδος (680/681) δηλώνεται: «και μαζί μ’ αυτές, στην τελευταία, δηλαδή την Πέμπτη αγία Σύνοδο που συγκλήθηκε σ’ αυτόν τον τόπον, κατά του Θεοδώρου Μοψουεστίας, Ωριγένους, Διδύμου, και Ευαγρίου». Ο πρώτος κανόνας της Εν Τρούλλω Συνόδου, της Πενθέκτης (692), επαναλαμβάνει την καταδίκη του Ευαγρίου: «Αναγνωρίζουμε επίσης ως εμπνευσμένες από το Πνεύμα τις ευσεβείς φωνές των εκατόν ογδόντα πέντε θεοφόρων πατέρων, οι οποίοι συνήλθαν σ’ αυτήν την αυτοκρατορική πόλη κατά τη βασιλεία του μακαριάς μνήμης Αυτοκράτορά μας Ιουστινιανού, και τις διδάσκουμε σ' αυτούς που έρχονται μετά από μας γιατί αυτοί συνοδικώς αναθεμάτισαν και καταράσθηκαν τον Θεόδωρο Μομψουεστίας (τον διδάσκαλο του Νεστορίου), και τον Ωριγένη, και τον Δίδυμο, και τον Ευάγριο, από τους οποίους όλοι επανέφεραν φανταστικούς ελληνικούς μύθους, και επανέφεραν πάλιν τις ανακυκλήσεις ορισμένων σωμάτων και ψυχών, και συνέχεαν τις μετεμψυχώσεις με τις περιπλανήσεις ή τα όνειρα του νου τους, και ασεβώς ύβριζαν την ανάσταση των νεκρών». Ο Ευάγριος έγραψε δια μακρών για τη διδασκαλία του Ωριγένη περί της προϋπάρξεως των ψυχών και για τη διδασκαλία περί της αποκαταστάσεως. Σ' αυτό ο Ευάγριος ήταν ακόμα πιο απρόσεκτος από τον Ωριγένη. Τα «Γνωστικά Κεφάλαια» του Ευαγρίου δόθηκε εντολή από τον Ιουστινιανό να καταστραφούν μετά την Πέμπτη Οικουμενική Σύνοδο. Το έργο επέζησε σε Συριακή μετάφραση. Το 1952 ο Guillaumont ανακάλυψε το αρχικό κείμενο των Γνωστικών Κεφαλαίων που δημοσιεύτηκε το 1958. Ο Chadwick χαρακτηρίζει την ανακάλυψη των έργων του Ευαγρίου ως «ρομαντικό κατόρθωμα της σύγχρονης έρευνας». Το «τελευταίο βήμα» σ’ αυτό το «ρομαντικό κατόρθωμα» υπήρξε «η δημοσίευση από τον Guillaumont ενός πιο αρχικού κειμένου της Συριακής μεταφράσεως αυτού του κύριου δογματικού έργου του, των Γνωστικών Κεφαλαίων πιο αρχικού, και πιο σπουδαίου, γιατί αυτό έδειχνε ότι η προηγουμένως γνωστή Συριακή μετάφραση είχε καθαρθεί από τα πιο πρόδηλα Ωριγενιστικά δόγματά της. Ανακαλύψαμε το πλήθος των έργων του προέχοντος Έλληνος διδασκάλου ανάμεσα στους πατέρες του ερήμου». Παρά ταύτα, όμως, ο Ευάγριος παραμένει ακόμα μια αινιγματική μορφή. Μια σύγκριση της Χριστολογίας του, όπως αυτή εκτίθεται στην επιστολή του Προς την Μελανία και όπως περιλαμβάνεται στα Γνωστικά Κεφάλαιά του, αποκαλύπτει το χάσμα που υπάρχει ανάμεσα στην Καππαδοκική Χριστολογία της επιστολής και στην Ωριγενιστική τάση στο ανακαλυφθέν έργο.
Παρ' όλες αυτές τις καταδίκες η επίδραση του Ευαγρίου έφερε μεγάλο αποτέλεσμα σε μεταγενέστερους ασκητικούς συγγραφείς, ιδιαίτερα στο Μάξιμο τον ομολογητή. Ο Άγ. Μάξιμος, φυσικά, ποτέ δεν είπε φανερά ότι διάβασε τον Ευάγριο -επιπλέον ο Άγ. Μάξιμος χαρακτηρίζει τον Ευάγριο ως «ασεβή». Ήταν ο Viller, που στο άρθρο του το 1930 με τον τίτλο «Aux sources de la spiritualite de saint Maxime. Les oeuvres d' Evagre le Pontique (Revue d' Ascetique et de Mystique, 11)μεγαλοποίησε την υπόθεση της εξαρτήσεως του Αγ. Μαξίμου από τον Ευάγριο -στην πραγματικότητα, ο Viller προσπάθησε να αποδείξει ότι ο Άγ. Μάξιμος στηρίχθηκε εξολοκλήρου στον Ευάγριο. Το εντελώς αντίθετο αληθεύει. Ο Άγ. Μάξιμος μπορεί να χρησιμοποιεί τον Ευάγριο αλλά μεταβάλλει ριζικά τη σκέψη του Ευαγρίου. Είναι επίσης σημαντικό να συγκρίνουμε τα Έργα του Ευαγρίου με το Ρωσσικό έργο Αγάπη της Καλωσύνης.

Τα  έργα του Ευαγρίου
Ο Ευάγριος έγραψε αφειδώς, συνήθως με τη μορφή «κεφαλαίων» ή «ρητών», συχνά πράγματι αφορισμούς. Τα έργα του Ευαγρίου διαδόθηκαν αμέσως ευρύτατα σε Ανατολή και Δύση. Ιδιαίτερα σπουδαίο είναι το έργο του με τον τίτλο «Μοναχικός» (ο Μοναχός), που αποτελείται από δυο μέρη. Το πρώτο μέρος είναι γνωστό ως ο Πρακτικός, που αποτελείται από εκατό «ρητά». Το δεύτερο μέρος είναι γνωστό ως ο Γνωστικός, που αποτελείται από πενήντα «ρητά». Ο Πρακτικός έχει φθάσει σε μας σε δυο Ελληνικές εκδόσεις, μία με 70, και η άλλη με εκατό «ρητά». Ο Γνωστικός επέζησε μόνο σε μια Συριακή μετάφραση. Εκτός από τον Μοναχικό, πρέπει να μνημονευθεί ο αντιρρητικός του πάνω σε οκτώ κύρια αμαρτήματα και Γνωστικά Προβλήματα. Το Ελληνικό πρωτότυπο του αντιρρητικού χάθηκε αλλά ολόκληρο το κείμενο επέζησε σε μια Συριακή και μια Αρμενική μετάφραση. Τα «Γνωστικά Προβλήματα», που κοινώς αναφέρονται ως οι Αιώνες, αποτελείται από εξακόσια «ρητά» που διαιρούνται σε έξι βιβλία από εκατό «ρητά» το καθένα. Το Ελληνικό πρωτότυπο χάθηκε αλλά το έργο επέζησε σε μια Συριακή και μια Αρμενική μετάφραση. Η περίφημη όγδοη επιστολή στη συλλογή των επιστολών του Αγ. Βασιλείου ανήκει στον Ευάγριο. Μερικά από τα έργα του Ευαγρίου διασώθηκαν κάτω από το όνομα του Νείλου Αγκύρας.

Η Θεολογική σκέψη του Ευαγρίου
Ακολουθώντας την οδό του Ωριγένους, ο Ευάγριος διακρίνει τρία στάδια στην πνευματική ζωή: Ενεργητική ζωή, φυσική ή θεωρητική ζωή, και θεολογική ζωή -δηλαδή, «γνώση» της Αγίας Τριάδος. Η τελευταία είναι το όριο της πνευματικής ανόδου. «Η βασιλεία του Θεού είναι γνώση της Αγίας Τριάδος ακόμα και στα Γνωστικά του Κεφάλαια η οποία εκτείνεται ανάλογα με την κατάσταση του νου και η οποία τον γεμίζει με μια ατέλειωτα μακάρια ζωή». Αυτή είναι η ύψιστη «κατάσταση» της ψυχής ή, μάλλον, η ύψιστη ηρεμία και σιωπή, ανώτερη από την ομιλία και τη διαίσθηση, η ακίνητη ιδιότητα και η ακινησία του νου «ένα μοναδικό και το ίδιο όραμα, και δεν υπάρχουν σ' αυτό άνοδοι και κάθοδοι».
Αυτό το όραμα, αυτή η γνώση είναι χωρίς εικόνες, ανώτερη από τις εικόνες («υπέρ τα είδη»). Αυτή είναι καθαρή προσευχή ή, μάλλον, η αφοσίωση της ψυχής στην καθαρή προσευχή και είναι απρόσιτη στις ανθρώπινες προσπάθειες. Δίδεται ως δώρο άνωθεν, ως χάρισμα. Η ψυχή είναι ικανή να δεχθεί αυτό το δώρο, γιατί είναι δημιουργημένη κατ' εικόνα Θεού. Είναι ακριβώς αυτή η ικανότητα να αντιλαμβάνεται την αγία Τριάδα που ο Ευάγριος θεωρεί ως ομοιότητα του πνεύματος προς τον Θεό όχι η άυλη φύση του. Αλλά αυτή λαμβάνεται ως δώρο.
Κατά την ευσεβή αφαρπαγή και έκσταση η ψυχή ξαφνικά φωτίζεται από ένα μόνο Τριαδικό φως. Και εδώ δεν υπάρχουν δάσκαλοι και μαθητές όλοι είναι ήδη θεοί («θέωσις»). Σ' αυτό το πνευματικό όριο οδηγεί η μακρά, κρημνώδης οδός της δοκιμασίας. Σ’ αυτήν υπάρχουν δυο στάδια: η «πράξη» και η «θεωρία». Η πράξη αρχίζει με την πίστη και τελειώνει με την «απάθεια» και την αγάπη. Η όλη σημασία της «πράξεως» βρίσκεται στην υπερνίκηση και εξάλειψη των παθών με άλλα λόγια, στην γαλήνευση της ψυχής, στην υπόταξη των άτακτων «κινήσεών» της στους νόμους της φύσεως.
Το πάθος είναι κι αυτό μια «κίνησις» ή περιπλάνηση του νου. Η «απάθεια» είναι «στάσις». Το πάθος είναι διάχυση ή διασκορπισμός, εξάρτηση από εξωτερικές εντυπώσεις, ενώ η «απάθεια» είναι ανεξαρτησία και σταθερότητα. «Δεν έχει απάθεια η ψυχή που δεν αιχμαλωτίζεται από πράγματα, αλλά η ψυχή που παραμένει ατάραχη και όταν ακόμα τα θυμάται. Η απάθεια είναι αταραξία και έλλειψη σύγχυσης και είναι αδύνατο να μιλήσεις για το απαθές πρόσωπο: αυτός υπομένει. Υπομένει αυτός που πάσχει, αυτός που είναι «πάσχων», ή παθητικός.
Οι «κινήσεις» γεννιούνται στα κατώτερα μέρη της ψυχής και από εκεί ανέρχονται «σκέψεις» ή διαθέσεις «λογισμοί». Αυτοί υπενθυμίζονται και υποβάλλονται από τους δαίμονες οι οποίοι περιτριγυρίζουν πάντα τον άνθρωπο. Ο Ευάγριος έχει πολλά να πει για τον αγώνα των σκέψεων και για δαιμονικές επιθέσεις. Ο πιο επικίνδυνος από όλους τους δαίμονες είναι ο δαίμονας της υπερηφάνειας και η σκέψη της ματαιοφροσύνης. Ο βαρύτερος από όλους είναι ο δαίμονας της αθυμίας, ο «μεσημβρινός δαίμων», ο οποίος κατατρώγεται με μονοτονία και προσπαθεί να αποσπάσει την προσοχή της ψυχής. Η ψυχή γιατρεύεται μέσω της τηρήσεως των εντολών — μέσω της ταπεινώσεως, της νηστείας, της ελεημοσύνης, και της προσευχής. «Ο νους δεν θα δει τους θεϊκούς τόπους μέσα του αν δεν ανυψωθεί πάνω από όλες τις σκέψεις τις σχετικές με την ύλη και τη δημιουργία. Αλλά δεν θα ανυψωθεί πιο πάνω αν δεν απεκδυθεί τα πάθη που τον συνδέουν με αισθησιακά αντικείμενα και τον προδιαθέτουν για σκέψεις γύρω από αυτά. Ο νους απεκδύεται τα πάθη με τη βοήθεια καλών έργων και σκέψεων με τη δύναμη της πνευματικής θεωρίας».
Το όριο της αναπτύξεως μιας ενεργούς ζωής είναι η απάθεια, και η απάθεια γεννά την αγάπη. Η αγάπη είναι η αρχή της γνωστικής ανόδου, η αρχή της «φυσικής» ζωής. Η απάθεια δεν είναι αναισθησία, ή έλλειψη αισθήσεως, ή αδιαφορία, όπως φαίνονταν στον φιλύποπτο Άγ. Ιερώνυμο. Απάθεια είναι η ανεξαρτησία της ψυχής -ανεξαρτησία ή ελευθερία από εξωτερικές ή αισθησιακές εντυπώσεις· κατά κανέναν τρόπο δεν είναι παθητικότητα. Είναι ακριβώς το να στρέφεται προς τα μέσα όλη η ενέργεια.
Η απάθεια φανερώνεται στην αγάπη. Και αγάπη είναι πρώτ' απ’ όλα η έλξη να γνωρίσεις τον Θεό. Η αγάπη και η «γνώσις» ενώνονται αδιάσπαστα. Η «γνώσις» έχει τη δική της συνοχή, μια συνοχή από «θεωρίες». Η ψυχή ελευθερώνεται από αισθησιακές αντιλήψεις. Αλλά ένας άλλος, ανώτερος κόσμος αποκαλύπτεται γι’ αυτήν ο κόσμος στα «φυσικά» του θεμέλια και βάθη. Η «φυσική» θεωρία του κόσμου είναι πρωτίστως γνώση της πρόνοιας και κρίσεως του Θεού —«πρόνοια και κρίσις». Με άλλα λόγια, είναι αντίληψη και γνώση του κόσμου όπως τον θέλησε και τον δημιούργησε ο Θεός.
Από τη θεωρία των ορατών πραγμάτων ο νους ανέρχεται στην θεωρία των αοράτων, τόσο ώστε να προσεγγίζει τη «θεολογία» στα ύψη. Μ’ αυτήν την «πνευματική γνώση» η ίδια η ψυχή μεταβάλλεται και μεταμορφώνεται. Ακόμα και το σώμα μεταβάλλεται -γίνεται «πνευματικό» και απαθές. Όλο το πρόσωπο αλλάζει μορφή και ανανεώνεται, πεθαίνει και ανασταίνεται, γίνεται καινούριο. Ο Ευάγριος το ονομάζει αυτό «μικρή ανάσταση». Αυτό είναι μια προειδοποίηση της μεγάλης κοινής αναστάσεως η οποία στους εκλεκτούς και τους δόκιμους αρχίζει ακόμα και τώρα.
Η πλήρης εξάρτηση του Ευαγρίου από τους Αλεξανδρινούς είναι ολοφάνερη. Το θρησκευτικό ιδεώδες του είναι το ίδιο με του Ωριγένη και ακόμα με του Κλήμεντος -το γνωστικό ιδεώδες, ένα θεωρητικό, αναχωρητικό ιδεώδες. Η εξάρτηση από τον Ωριγένη γίνεται αισθητή στην ίδια τη γλώσσα, στην εκλογή των λέξεων και των ορισμών.
Στα βιβλία του ο Ευάγριος περιγράφει όλη την οδό μιας πνευματικής ζωής, από την αρχή ως το τέλος. Λέγει πολλά όχι μόνο για το ιδεώδες του αλλά και για τον ασκητικό αγώνα. Είναι ο πρώτος στον οποίο βρίσκουμε την περιγραφή των οκτώ βασικών κακιών τις οποίες μεταγενέστεροι συγγραφείς αναπαράγουν μιμούμενοι αυτόν. Η θέση του Ευαγρίου στην ιστορία καθορίζεται από την επίδρασή του. Διαφύλαξε και ανανέωσε τις παραδόσεις των Αλεξανδρινών του τρίτου αιώνα για τις μεταγενέστερες γενεές. Η ιστορική επίδρασή του ήταν τεράστια σε Ανατολή και Δύση.

Η μοναστική διδασκαλία και η διδασκαλία περί έργων στις επιστολές του Παύλου του Γεωργίου Φλωρόφσκυ


Επίτιμου καθηγητού της Ιστορίας της Ανατολικής Εκκλησίας του Πανεπιστημίου του Harvard

Πηγή: Απόσπασμα από το βιβλίο: "Οι Βυζαντινοί Ασκητικοί και Πνευματικοί Πατέρες". (Μετάφραση Παναγιώτη Κ. Πάλλη. Εκδόσεις Πουρναρά. Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 39-73).
(Τίτλος πρωτοτύπου: The Byzantine Ascetic and Spiritual Fathers. © BUCHERVERTRIEBSANSTALT. © 1992 Για την ελληνική γλώσσα Πουρναράς Παναγιώτης Καστριτσίου 12 Θεσσαλονίκη ISBN: 960-242-031-6).
Ο Φλωρόφσκυ στο παρόν άρθρο έχει μαζέψει τα σημεία εκείνα στα οποία ο απόστολος Παύλος διδάσκει τις αρχές της μοναστικής πολιτείας. Παράλληλα, ξεκαθαρίζει το νόημα πλήθους χωρίων, πάνω στην έννοια των "έργων" και της συνεργείας Θεού και ανθρώπου στο μυστήριο της σωτηρίας. Και όλα αυτά με πρόθεση να "ευθυγραμμισθούν" με το ορθό νόημα της Αγίας Γραφής οι Προτεσταντικές ομάδες, που λόγω της όψιμης εμφάνισής τους στην ιστορία, παρανόησαν το αληθές νόημα του Ευαγγελίου.
Η ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ
Στην εισαγωγή της Προς Ρωμαίους επιστολής του ο Απ. Παύλος γράφει (1:4-5) ότι δια του Ιησού Χριστού «λάβαμε χάρη και αποστολή να κηρύξουμε υπακοή στην πίστη χάριν του ονόματος του» («δι ου ελάβομεν χάριν και αποστολήν εις υπακοήν πίστεως … υπέρ του ονόματος αυτού»). Η ιδέα της «υπακοής στην πίστη» έχει μια σημασία για τον Απ. Παύλο. Αυτή είναι κάτι πολύ περισσότερο από την απλή ομολογία και αναγνώριση μιας πίστεως που τέθηκε μέσα σε κάποιον από τον Θεό. Μάλλον, είναι μια πλούσια, πνευματική ιδέα, μια ιδέα που περιέχει μέσα της μια πλήρη πνευματική δραστηριότητα εκ μέρους του ανθρώπου -όχι με την έννοια ότι η δραστηριότητα αυτή θα κερδίσει τη χάρη του Θεού αλλ’ ότι ακριβώς η πνευματική δραστηριότητα είναι η ανταπόκριση στη χάρη του Θεού, εκτελείται με τη χάρη του Θεού, για να «πληρωθεί» (γεμίσει) από τη χάρη του Θεού· κι’ αυτή μπορεί να είναι ένα συνεχές πνευματικό «έργο», ένα έργο που δεν μπορεί ποτέ να παραμεληθεί, και που είναι τελείως ξένο προς τα «έργα» του Ιουδαϊκού νόμου.
Ο Απ. Παύλος γράφει (2:6) ότι ο Θεός θα αποδώσει στον καθένα σύμφωνα με τα έργα του («ος αποδώσει εκάστω κατά τα έργα αυτού»). Αν ο Απ. Παύλος ενδιαφέρονταν τόσο πολύ για τη λέξη «έργα», αν φοβόταν ότι οι Χριστιανοί αναγνώστες της επιστολής του ήταν ενδεχόμενο να ερμήνευαν τη λέξη «έργα» με κάποιον εντελώς διαφορετικό τρόπο από εκείνο που ο ίδιος ήθελε, θα ήταν ασφαλώς πιο προσεκτικός. Αλλά ο Απ. Παύλος διακρίνει καθαρά τα «έργα» του Ιουδαϊκού νόμου από τα «έργα» του Αγίου Πνεύματος που απαιτούνται από όλους τους Χριστιανούς. Γι’ αυτό, είναι δύσκολο να μην διακρίνουμε τις δυο αυτές προοπτικές, και είναι σημαντικό ότι η πρώτη Εκκλησία πάντα τις διέκρινε, γιατί αντιλήφθηκε τι ήθελε να πει ο Απ. Παύλος. Και αν -παρά τη διαύγεια της σκέψεως του αγ. Παύλου- υπήρξαν άλλες κατά καιρούς τάσεις στην Εκκλησία, αυτές ήταν να πέσουν οι Χριστιανοί όχι στη μονόπλευρη ερμηνεία του Λουθήρου, αλλά να πέσουν κάπως αυθόρμητα σ' έναν Ερωτικού τύπου αγώνα.
Αλλού (2:13) σημειώνει ο Απ. Παύλος: «οι ποιηταί του νόμου δικαιωθήσονται». Η έννοια των «ποιητών» ενέχει ενέργεια, δραστηριότητα. Και αλλού (5:2) γράφει: «έχουμε δια της πίστεως την είσοδο μας σ' αυτήν τη χάρη στην οποία στεκόμαστε» («την προσαγωγήν εσχήκαμεν (τη πίστει) εις την χάριν ταύτην εν ή εστήκαμεν»). Αυτή η ιδέα της «προσαγωγής εις την χάριν» είναι δυναμική και συνεπάγεται πνευματική δραστηριότητα εκ μέρους των ανθρώπων.
Ύστερα από την μακρά προκήρυξη της χάριτος του Θεού, του «ανίσχυρου» των «έργων του νόμου» σε σύγκριση προς τα «έργα» της νέας πραγματικότητας του Πνεύματος, ο Απ. Παύλος καταφεύγει στην παραδοσιακή πνευματική προτροπή (6:12 κ. έ. ): «Μη ουν βασιλεύεται η αμαρτία εν τω θνητώ ημών σώματι εις το υπακούειν ταις επιθυμίαις αυτού. μηδέ παριστάνετε τα μέλη υμών όπλα αδικίας τη αμαρτία». Η προτροπή προϋποθέτει ότι ο άνθρωπος έχει κάποια μορφή πνευματικής δραστηριότητας και ελέγχου πάνω στην εσωτερική του ύπαρξη. Αυτή η χρήση της λέξεως «όπλα» ανακαλεί στη μνήμη την ιδέα της μάχης, του πνευματικού πολέμου, την ίδια τη φύση της μοναστικής «δοκιμασίας».
Στο ίδιο κεφάλαιο (6:17) ο Απ. Παύλος γράφει: «χάρις δε τω Θεώ ότι ήτε δούλοι της αμαρτίας, υπηκούσατε δε εκ καρδίας εις αν παρεδόθητε τύπον διδαχής». Στο δεύτερο κεφάλαιο της Προς Ρωμαίους επιστολής (2:15) ο Απ. Παύλος γράφει για την γενική άποψη του «νόμου» που «είναι γραμμένος μέσα στις καρδιές» των ανθρώπων, μια σκέψη με βαθιές θεολογικές διασυνδέσεις — «οίτινες ενδείκνυνται το έργον του νόμου γραπτόν εν ταις καρδίαις αυτών». Όταν ο Απ. Παύλος χρησιμοποιεί την εικόνα της «καρδιάς», τονίζει τη βαθύτερη πλευρά της εσωτερικής ζωής των ανθρώπων, γιατί μ' αυτήν την έννοια χρησιμοποιούσαν οι Εβραίοι την εικόνα της «καρδίας». Όταν γράφει ότι αυτοί υπήκουσαν «εκ καρδίας» (6:17), αποδίδει κάποια μορφή πνευματικής δραστηριότητας στην «υπακοή», που πηγάζει από την «καρδιά». Και σε τι είχαν υπακούσει; Σε μια μορφή ή σ' έναν κανόνα διδασκαλίας ή δόγματος που τους δόθηκε -αυτό είναι η αποστολική παρακαταθήκη, το σύνολο της διδασκαλίας της πρώτης Εκκλησίας στο οποίο ανταποκρίθηκαν και υπήκουσαν. Και κάνοντας έτσι, έγιναν δούλοι της δικαιοσύνης («ελευθερωθέντες δε από της αμαρτίας εδουλώθητε τη δικαιοσύνη 6:18). Και ο «καρπός» της «υποδουλώσεώς τους στον Θεό» είναι ακριβώς ο «αγιασμός» τους, που οδηγεί στην αιώνια ζωή («δουλωθέντες δε τω Θεώ, έχετε τον καρπόν υμών εις αγιασμών, το δε τέλος ζωήν αιώνιον» (6:22). Από την αρχή ως το τέλος υπάρχει μια πορεία, από την αρχή ως το τέλος υπάρχει μια δυναμική πνευματική δραστηριότητα από μέρους του ανθρώπου. Ο Απ. Παύλος μιλά με μεγαλύτερη σαφήνεια για τη διάκριση ανάμεσα στο παλιό και το νέο (7:6): «Αλλά τώρα έχουμε ελευθερωθεί από το νόμο, επειδή πεθάναμε ως προς το νόμο που μας κρατούσε αιχμαλώτους, κι' έτσι υπηρετούμε στη νέα ζωή του Πνεύματος και όχι κάτω από τον παλιό γραπτό κώδικα», («νυνί δε κατηργήθημεν από του νόμου, αποθανόντες εν ω κατειχόμεθα, ώστε δουλεύειν εν καινότητι πνεύματος και ου παλαιότητι γράμματος»).
Ο Απ. Παύλος γράφει ότι «είμαστε παιδιά του Θεού, και αν είμαστε παιδιά, είμαστε και κληρονόμοι, κληρονόμοι μεν του Θεού, συγκληρονόμοι δε του Χριστού» (8:17). Αλλά όλα αυτά υπό μίαν προϋπόθεση, υπό έναν όρο, γιατί υπάρχει το σπουδαιότατο «είπερ» (αν πράγματι) «εσμέν τέκνα Θεού. Ει δε τέκνα, και κληρονόμοι- κληρονόμοι μεν Θεού, συγκληρονόμοι δε Χριστού, είπερ συμπάσχομεν ίνα και συνδοξασθώμεν». Το αν θα δοξασθούμε εξαρτάται από ένα ισχυρό «Εάν», κι' αυτό το «Εάν» μας οδηγεί στην πνευματική πραγματικότητα, την πνευματική πραγματικότητα του να «συμπάσχουμε». Αυτή η χρησιμοποίηση της λέξεως «συμπάσχομεν» προϋποθέτει την πραγματικότητα της ιδέας του «συμπάσχειν», και τα δύο προϋποθέτουν μια ενεργό, δυναμική πνευματική ενέργεια η δραστηριότητα εκ μέρους εκείνου που συμ-πάσχει, αλλιώς δεν υπάρχει κανένα νόημα στο «συν».
Στην Προς Ρωμαίους επιστολή (12:1) ο Απ. Παύλος χρησιμοποιεί γλώσσα που θα ήταν χωρίς νόημα αν ο άνθρωπος ήταν ένα απλό παθητικό αντικείμενο στην πορεία της λυτρώσεως, αν η εκ πίστεως δικαίωση ήταν μια ενέργεια που έλαβε χώρα μόνο στο επίπεδο του Θεού. «Σας παρακαλώ, λοιπόν, αδελφοί, για χάρη των οικτίρμων του Θεού, να προσφέρετε τους εαυτούς σας σαν θυσία ζωντανή και αγία, ευάρεστη στον Θεό κι' αυτή είναι η λογική σας λατρεία» («παρακαλώ ουν υμάς, αδελφοί, δια των οικτίρμων του Θεού, παραστήσαι τα σώματα υμών θυσίαν ζώσαν, αγίαν, ευάρεστον τω Θεώ, την λογικήν λατρείαν υμών»). Ο Απ. Παύλος ζητά από τους Χριστιανούς να «προσφέρουν», μια πραγματικότητα η οποία προϋποθέτει και απαιτεί την ανθρώπινη δραστηριότητα. Αλλά όχι απλώς να «προσφέρουν», αλλά να «προσφέρουν» το σώμα τους ως ζωντανή θυσία, ως θυσία αγία και αποδεκτή ή ευάρεστη στον Θεό. Κι' αυτό ο Απ. Παύλος θεωρεί πως είναι η «λογική λατρεία» μας. Η γλώσσα εδώ και η ιδέα μιλούν μόνες τους. Χρησιμοποιώντας την προστακτική, ο Αγ. Παύλος μας προστάζει: «Να μη συμμορφώνεσθε με το πνεύμα του κόσμου τούτου, αλλά να συμμορφώνεσθε με την ανακαίνιση του πνεύματος σας, ώστε να διακρίνετε ποιο είναι το θέλημα του Θεού, και τι είναι καλό, ευάρεστο και τέλειο» («και μη συσχηματίζεσθε τω αιώνι τούτω, αλλά μεταμορφούσθε τη ανακοινώσει του νοός, εις το δοκιμάζειν υμάς τι το θέλημα του Θεού, το αγαθόν και ενάρετον και τέλειον»). Αποσπασμένη από τα συμφραζόμενα και καθ' εαυτήν, αυτή η γλώσσα θα μπορούσε να παρερμηνευθεί ως Πελαγιανική γιατί εδώ είναι ο άνθρωπος που αναμορφώνει το πνεύμα, είναι ο άνθρωπος που προστάζεται να ενεργοποιήσει την πνευματική ζωή. Μια τέτοια ερμηνεία είναι, φυσικά, εσφαλμένη, αλλά φανερώνει τι μπορεί κανείς να κάνει στην ολότητα της θεολογικής σκέψεως του Απ. Παύλου, αν δεν αντιλαμβάνεται την ισορροπία, αν δεν καταλαβαίνει ότι η άποψη του Απ. Παύλου είναι βαθιά συνεργιστική. Ο συνεργισμός δεν σημαίνει ότι οι δυο ενέργειες είναι ίσες. Σημαίνει μάλλον ότι υπάρχουν δυο θελήσεις — η θέλησή του Θεού που προηγείται, συνοδεύει, και ολοκληρώνει κάθε τι που είναι καλό, θετικό, πνευματικό και λυτρωτικό, η θέληση που θέλησε ο άνθρωπος να έχει μια πνευματική θέληση, μια πνευματική συμμετοχή στη λυτρωτική πορεία, και η θέλησή του ανθρώπου η οποία πρέπει να ανταποκρίνεται, να συνεργάζεται, να «συμπάσχει». Στο χωρίο 12:9 ο Απ. Παύλος μας προτρέπει να «προσκολλούμεθα στο καλό «κολλώμενοι τω αγαθώ» και στο χωρίο 12:12 μας προτρέπει «να επιμένουμε στην προσευχή» «τη προσευχή προσκαρτερούντες». Μια τέτοια θέση ασφαλώς δεν αποκλείει τη μοναστική και ασκητική πνευματικότητα αλλά μάλλον την προϋποθέτει.

ΟΙ ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ (Α και Β)
Η αγαμία είναι μέρος της μοναστικής ζωής, και αυτή επίσης έχει την αρχή της στα κείμενα της Καινής Διαθήκης. Στην Α ' προς Κορινθίους επιστολή 7:1-11 ο Απ. Παύλος ενθαρρύνει και το γάμο και την αγαμία —και τα δυο είναι μορφές της Χριστιανικής πνευματικότητας, και ο Απ. Παύλος έχει πολλά να πει για το γάμο στις άλλες επιστολές του. Αλλά εδώ θέλει να πει ότι η αγαμία είναι μια μορφή πνευματικότητας για μερικούς, και επομένως δεν μπορεί να αποκλειστεί από τις μορφές πνευματικότητας μέσα στην Εκκλησία. Στο στίχο 7 ο Απ. Παύλος γράφει ότι θα ήθελε όλοι να είναι σαν κι' αυτόν «θέλω δε πάντας ανθρώπους είναι ως και εμαυτόν». Αλλά αντιλαμβάνεται ότι κάθε άνθρωπος έχει ιδιαίτερο δώρο από τον Θεό «αλλά έκαστος ίδιον έχει χάρισμα εκ Θεού, ο μεν ούτως, ο δε ούτως». «Επομένως λέγω στους αγάμους και στις χήρες ότι είναι καλό γι' αυτούς αν παραμείνουν όπως εγώ. Αλλά αν δεν μπορούν να μείνουν εγκρατείς, ας παντρευτούν» «λέγω δε τοις αγάμοις και ταις χήραις, καλόν αυτοίς εάν μείνωσιν ως καγώ. Ει δε ουκ εγκρατεύονται, γαμησάτωσαν». Στους στίχους 37-38 ο Απ. Παύλος συνοψίζει: «Εκείνος όμως που είναι σταθερός στην καρδιά του και έχει αποφασίσει να παραμείνει παρθένος, θα κάνει καλά. Έτσι, λοιπόν, και αυτός που παντρεύεται τη μνηστή (παρθένον) του, κάνει καλά, και αυτός που δεν παντρεύεται κάνει καλύτερα» «και τούτο κέκρικεν εν τη ιδία καρδία, τηρείν την εαυτού παρθένον, καλώς ποιήσει, ώστε και ο γαμίζων την εαυτού παρθένον καλώς ποιεί, και ο μη γαμίζων κρείσσον ποιήσει». Η μοναστική πρακτική της αγαμίας ακριβώς δεν απορρίπτεται από την Καινή Διαθήκη. Μάλλον, ακόμα και ενθαρρύνεται τόσο από τον Κύριό μας όσο και από τον Απ. Παύλο -και χωρίς κίνδυνο για τον έγγαμο βίο. Η απόφαση για την αγαμία δεν μπορεί να επιβληθεί με τη βία. Πρέπει, μάλλον, να προέλθει από την καρδιά του ανθρώπου. Και, πράγματι, αυτή δεν είναι για τον καθένα.
Η παρομοίωση της πνευματικής ζωής με αγώνα δρόμου ή με πόλεμο βρίσκεται σε ολόκληρη την Καινή Διαθήκη. Χωρίς να μειώνει τη βάση του θεολογικού του οράματος -δηλαδή, ότι είναι ο Θεός που αρχίζει τα πάντα- ο Απ. Παύλος γράφει στην Α ' Προς Κορινθίους επιστολή του 9:24-27 κατά έναν τρόπο, που, μόνος του και καθεαυτόν, θα φαίνονταν Πελαγιανικός, θα φαίνονταν πράγματι ότι όλη η ουσία της σωτηρίας εξαρτάται από τον άνθρωπο. Αλλά μέσα στο όλο πλέγμα της θεολογίας του δεν υπάρχει αντίφαση, γιατί υπάρχουν πάντα δύο θελήσεις στην πορεία της λυτρώσεως η Θεϊκή, η οποία κάνει την αρχή· και η ανθρώπινη, η οποία ανταποκρίνεται και, σ' αυτήν την ανταπόκριση, ενεργοποιείται μ' εκείνη τη χάρη που έχει λάβει. «Δεν ξέρετε ότι οι δρομείς στο στάδιο, τρέχουν μεν όλοι, αλλά ένας παίρνει το βραβείο; Να τρέχετε λοιπόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να νικήσετε. Καθένας που αγωνίζεται εγκρατεύεται σε όλα, εκείνοι μεν για να πάρουν στεφάνι φθαρτό, εμείς δε άφθαρτο. Εγώ τρέχω όχι άσκοπα, πυγμαχώ όχι σαν να γρονθοκοπώ τον αέρα, αλλά σκληραγωγώ το σώμα μου και το μεταχειρίζομαι σαν δούλο από φόβο μήπως, ενώ κήρυξα σε άλλους, εγώ ο ίδιος φανώ αδόκιμος» «ουκ οίδατε ότι οι εν σταδίω τρέχοντες πάντες μεν τρέχουσιν, εις δε λαμβάνει το βραβείον; ούτως τρέχετε ίνα καταλάβητε. πας δε ο αγωνιζόμενος πάντα εγκρατεύεται, εκείνοι μεν ουν ίνα φθαρτόν στέφανον λάβωσιν, Ημείς δε άφθαρτον. Εγώ τοίνυν ούτως τρέχω ως ουκ αδήλως, ούτως πυκτεύω ως ουκ αέρα δέρων, αλλ’ υπωπιάζω μου το σώμα και δουλαγωγώ, μήπως άλλοις κηρύξας αυτός αδόκιμος γένωμαι». Σ' αυτό το κείμενο συναντούμε τον αγώνα δρόμου -του πνευματικού δρόμου- και το βραβείο (τον «στέφανον») συναντούμε τη λεκτική και λογική διατύπωση: «ίνα καταλάβητε»: για να μπορέσετε να νικήσετε, μια διατύπωση που υπονοεί αβεβαιότητα και όχι βεβαιότητα. Βλέπουμε τον αγώνα αυτόν δρόμου ως πνευματική πάλη κατά την οποία «η εγκράτεια σε όλα» πρέπει να ασκείται. Και ύστερα ο Απ. Παύλος περιγράφει τη δική του πνευματική πάλη -χρησιμοποιεί με αυστηρότητα το σώμα του, το μεταχειρίζεται σαν να ήταν δούλος, και για ποιο σκοπό; για να μην αποτύχει («μη αδόκιμος γένωμαι»). Ολόκληρο αυτό το χωρίο είναι πολύ μοναστικό και ασκητικό κατά το περιεχόμενο του.
Παρά τη βεβαιότητα του Απ. Παύλου για την αντικειμενική πραγματικότητα της λυτρώσεως που ήρθε δια του Χριστού ως Θεϊκό δώρο, ο απόστολος δεν θεωρεί ότι ο δικός του πνευματικός προορισμός συμπεριλαμβάνεται μέσα σ' αυτήν την αντικειμενική λύτρωση, που είναι εδώ παρούσα, παρά μόνο αν ο ίδιος συμμετέχει σ' αυτήν -και μέχρι του τέλους του αγώνα δρόμου. Στο χωρίο 10:12 μας προειδοποιεί: «Αυτός που νομίζει πώς στέκεται, ας προσέξει μήπως πέσει» ώστε ο δοκών εστάναι βλεπέτω μη πέσει. Στο χωρίο 11:28 γράφει: «Ας εξετάζει ο άνθρωπος τον εαυτόν του … » «δοκιμαζέτω δε άνθρωπος εαυτόν». Στο τελευταίο αυτό χωρίο η «δοκιμή» ή η «εξέταση» λέγεται σε σχέση με τη Θεία Ευχαριστία, η οποία αναφέρεται τόσο αντικειμενικά ώστε αν ένας «τρώγει αυτόν τον άρτον» η «πίνει αυτό το ποτήριον» «του Κυρίου» «αναξίως», αυτός «θα είναι ένοχος του σώματος και του αίματος του Κυρίου» και θα «φέρει την καταδίκη στον εαυτό του» γι’ αυτό, συνεχίζει ο Απ. Παύλος, μερικοί είναι ασθενείς, άρρωστοι, και αρκετοί έχουν πεθάνει. Αλλά το ενδιαφέρον μας εδώ εστιάζεται στην «εξέταση του εαυτού μας», «σ' αυτούς που νομίζουν ότι στέκονται». Κι' αυτό πάλι είναι μια απαραίτητη πλευρά της μοναστικής και ασκητικής ζωής· δηλαδή, η συνεχής εξέταση της πνευματικής ζωής του μοναχού. Στη Β' Προς Κορινθίους επιστολή του (13:5), ο Απ. Παύλος τονίζει και πάλι την αυτοεξέταση: «Εξετάζετε τον εαυτό σας, αν στέκεστε στην πίστη· δοκιμάζετε τον εαυτό σας» «Εαυτούς πειράζετε ει εστέ εν τη πίστει, εαυτούς δοκιμάζετε».
Στο χωρίο 15:1-2 της Α' Προς Κορινθίους επιστολής ο Απ. Παύλος εισάγει ένα σημαντικό «εάν» και ένα «επίσης». «Σας υπενθυμίζω, αδελφοί, το ευαγγέλιο που σάς κήρυξα, και που επίσης παραλάβατε, στο οποίο και στέκεστε, δια του οποίου και σώζεστε, εάν το κρατάτε στερεά, όπως σας το κήρυξα» «γνωρίζω δε υμίν, αδελφοί, το Ευαγγέλιον ό ευηγγελισάμην υμίν, ό και παρελάβετε, εν ώ και εστήκατε, δι' ου και σώζεσθε, τίνι λόγω ευηγγελισάμην υμίν ει κατέχετε».
στην Α' Προς Κορινθίους επιστολή (14:15) ο Απ. Παύλος λέγει να προσευχόμαστε και με το πνεύμα και με το νου, κι' αυτή είναι μια σκέψη που διατρέχει δια μέσου της μοναστικής και ασκητικής γραμματείας. Η χρήση του νου στην προσευχή βρίσκει την πληρέστερη έκφραση της στην αμφίβολη χρήση του «νου» στη σκέψη του Ευαγρίου του Ποντικού. Το κείμενο, ακόμα και μέσα στα εν γένει συμφραζόμενα του κεφαλαίου, είναι σαφές. «Θα προσευχηθώ με το πνεύμα, και θα προσευχηθώ επίσης με το νου· θα ψάλω με το πνεύμα, και θα ψάλω επίσης με το νου» «προσεύξομαι τω πνεύματι, προσεύξομαι δε και τω νοΐ ψάλω τω πνεύματι, ψάλω δε και τω νοΐ».
Ο ύμνος του Απ. Παύλου προς την Αγάπη καλύπτει ολόκληρο το 13ο κεφάλαιο της Α' Προς Κορινθίους επιστολής. Παρά τις μεταγενέστερες ερμηνείες της λέξεως «πίστη» σ' αυτό το κεφάλαιο, ιδιαίτερα τις ερμηνείες που μπήκαν στη Χριστιανική σκέψη με τη Μεταρρύθμιση, δεν υπήρξε καμιά παρανόηση αυτού του «ύμνου της αγάπης» στην πρώτη Εκκλησία -πράγματι, στην ιστορία της Χριστιανικής σκέψεως ως τη Μεταρρύθμιση αυτός ο ύμνος κατανοήθηκε εντελώς άμεσα. Και ήταν μόνο διαμέσου μιας διαστροφής εξηγητικής μεθόδου η οποία επιβλήθηκε από μια ιδιαίτερη —και νέα — θεολογική κατανόηση, που αυτός ο «ύμνος της αγάπης» έπρεπε να κατανοηθεί με τις ποικίλες διαφορετικές σημασίες που αποδόθηκαν στη λέξη «πίστη». «Και αν κάποιος μιλά τις γλώσσες των ανθρώπων και των αγγέλων, και αν έχει τη δωρεά της προφητείας, και αν γνωρίσει όλα τα μυστήρια, και αν γνωρίζει όλη τη γνώση, και αν έχει όλη την πίστη «ώστε να μεταθέτει βουνά», και αν μοιράσει όλα τα υπάρχοντά του στους φτωχούς, και αν παραδώσει το σώμα του στην πυρά -και αν κάποιος έχει όλα αυτά, αλλά δεν έχει αγάπη, αυτός δεν είναι «τίποτα», είναι σαν «χαλκός ήχων η κύμβαλον αλαλάζον», και «ουδέν ωφελείται» «Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ήχων η κύμβαλον αλαλάζον. Και εάν έχω προφητείαν και ειδώ τα μυστήρια πάντα και πάσαν την γνώσιν, καν έχω πάσαν την πίστιν ώστε όρη μεθιστάνειν, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμί. Καν ψωμίσω πάντα τα υπάρχοντά μου, και εάν παραδώ το σώμα μου ίνα καυθήσομαι, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ωφελούμαι». Ο Απ. Παύλος δηλώνει καθαρά τι είναι η αγάπη. «Η αγάπη είναι μακρόθυμη, είναι γεμάτη από ευμένεια, δεν είναι ζηλότυπη, δεν καυχάται, δεν είναι υπερήφανη, δεν κάνει ασχήμιες, δεν ζητά το συμφέρον της, δεν ερεθίζεται, δεν λογαριάζει το κακό, δεν χαίρει για το κακό, αλλά συγχαίρει με την αλήθεια. Η αγάπη τα ανέχεται όλα, τα πιστεύει όλα, τα ελπίζει όλα, τα υπομένει όλα. Η αγάπη δεν θα παύσει ποτέ να υπάρχει· οι προφητείες θα καταργηθούν, οι γλώσσες θα παύσουν, η γνώση θα καταργηθεί… Τώρα παραμένουν η πίστη, η ελπίδα, η αγάπη, αυτές οι τρεις. Μεγαλύτερη όμως από αυτές είναι η αγάπη» «Η αγάπη μακροθυμεί, χρηστεύεται, η αγάπη ου ζηλοί, η αγάπη ου περπερεύεται, ου φυσιούται, ουκ ασχημονεί, ου ζητεί τα εαυτής, ου παροξύνεται, ου λογίζεται το κακόν, ου χαίρει επί τη αδικία συγχαίρει δε τη αληθεία· πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει. Η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει· είτε δε προφητείαι, καταργηθήσονται· είτε γλώσσαι, παύσονταν είτε γνώσις, καταργηθήσεται … νυνί δε μένει πίστις, ελπίς, αγάπη, τα τρία ταύτα· μείζων δε τούτων η αγάπη». Ο στόχος του μοναστικού και ασκητικού αγώνα, της «δοκιμασίας», είναι η αγάπη·να αγαπάς τον Θεό, να αγαπάς τους ανθρώπους, να αγαπάς όλα τα δημιουργήματα, να σε διαπερνά η αγάπη του Θεού, να συμμετέχεις στην αγάπη, που είναι ο Θεός και απορρέει από τον Θεό, και να ενώνεσαι με τον Θεό, με την αγάπη.
Συχνά τα μοναστικά βιβλία μιλούν για «επίτευξη» αυτής της αγάπης, σαν να ήταν αυτή ανθρώπινο έργο. Αλλά αυτό δεν εκφράζει όλο το νόημα της αγάπης μέσα στα μοναστικά βιβλία, ούτε ακόμα και σε κείνα που παρουσιάζουν τα πάντα σαν να ήταν μόνο αγώνας από την πλευρά του ανθρώπου μέσα στη «δοκιμασία». Αυτός ο τρόπος εκφράσεως χρησιμοποιείται γιατί είναι σύμφυτος με την πνευματική φύση. Αυτός ο τρόπος εκφράσεως λέγεται γιατί παραλληλίζεται μ' εκείνη την αποκτηθείσα γνώση -ότι ο Θεός είναι η πηγή των πάντων. Κι' όμως ο ίδιος ο Αγ. Παύλος χρησιμοποιεί συχνά γλώσσα που θα μπορούσε να προέρχεται άμεσα από μοναστικά κείμενα. Πράγματι, και οι δύο τρόποι εκφράσεως θα μπορούσαν να ληφθούν έξω από τα συμφραζόμενα τους, αλλά είναι αλήθεια ότι χρησιμοποιούνται και οι δύο γλώσσες η γλώσσα που αναφέρεται στον Θεό ως την πηγή, ως τον έχοντα την πρωτοβουλία, στη χάρη του Θεού, στη δωρεά όλης της πνευματικότητας· και η γλώσσα που επικεντρώνεται στη δραστηριότητα του ανθρώπου, στην ανταπόκριση του ανθρώπου στην αγάπη και το λυτρωτικό έργο του Θεού εν Ιησού Χριστώ και δια του Αγίου Πνεύματος. Όταν χρησιμοποιείται η μια γραμμή σκέψεως, αυτή δεν αρνείται καθόλου την άλλη γραμμή σκέψεως. Μάλλον, συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο, γιατί η μοναστική και ασκητική γραμματεία μπορεί τότε μόνο να μιλά για τη δραστηριότητα του ανθρώπου, αν προϋποτίθεται ότι ο Θεός έχει ολοκληρώσει το λυτρωτικό έργο εν Χριστώ και δια του Χριστού, ότι ο Θεός εργάζεται μέσα στον άνθρωπο δια του Αγίου Πνεύματος. Αλλιώς όλα όσα γράφονται είναι χωρίς σημασία, τώρα και αιωνίως. Η εντολή του Απ. Παύλου στη Α' Προς Κορινθίους επιστολή 14:1: «διώκετε την αγάπην, ζηλούτε δε τα πνευματικά» (επιδιώκετε την αγάπη και επιθυμείτε με ζήλο τα πνευματικά πράγματα) είχε ως άμεση απάντηση τη μοναστική και ασκητική πνευματικότητα.
Στη Β΄ Προς Κορινθίους επιστολή (2:91 ο Απ. Παύλος γράφει με το ίδιο ακριβώς πνεύμα με το οποίο θα έγραφε ένας ηγούμενος στους αρχάριους μοναχούς του: «εις τούτο γαρ και έγραψα, ίνα γνω την δοκιμήν υμών, ει εις πάντα υπήκοοί εστι» («γι’ αυτό σας έγραψα, για να σας δοκιμάσω και να δω αν υπακούετε σε όλα»). Η «υπακοή» είναι ένα σπουδαίο θέμα και μια πραγματικότητα στη μοναστική και ασκητική «δοκιμασία», και αυτό το ίδιο θέμα της υπακοής μνημονεύεται συχνά σ' όλη την Καινή Διαθήκη. Η μοναστική και ασκητική γραμματεία χρησιμοποιεί συχνά τους όρους «ευωδία» και «άρωμα» («οσμή»), και η πηγή τους πάλι είναι η Καινή Διαθήκη. Στη Β΄ Προς Κορινθίους επιστολή (2:14-15) ο Απ. Παύλος γράφει: «(ο Θεός) διαδίδει δι' ημών παντού την «οσμήν» της γνώσεώς του. Γιατί εμείς είμαστε 'ευωδία' του Χριστού στον Θεό μεταξύ εκείνων που σώζονται και εκείνων που χάνονται, για τούτους μεν 'οσμή' που από θάνατον οδηγεί σε θάνατον, για εκείνους δε 'οσμή' που από ζωή οδηγεί σε ζωή» «και την οσμήν της γνώσεως αυτού φανερούντι δι' ημών εν παντί τόπω· ότι Χριστού ευωδία εσμέν τω Θεώ εν τοις σωζομένοις και εν τοις απολλυμένοις, οις μεν οσμή θανάτου εις θάνατον, οις δε οσμή ζωής εις ζωήν».
Στη Β΄ Προς Κορινθίους επιστολή (3:18) ο Απ. Παύλος χρησιμοποιεί μια έκφραση που βρίσκεται συχνά στην ασκητική γραμματεία «από δόξης εις δόξαν». «Ημείς δε πάντες ανακεκαλυμμένω προσώπω την δόξαν Κυρίου κατοπτριζόμενοι την αυτήν εικόνα μεταμορφούμεθα από δόξης εις δόξαν, καθάπερ από Κυρίου Πνεύματος». (Όλοι δε εμείς με ακάλυπτο πρόσωπο, αντανακλώντας τη λαμπρότητα του Κυρίου, μεταμορφωνόμαστε ώστε να μοιάζουμε μ' αυτόν από λαμπρότητα σε λαμπρότητα· αυτό προέρχεται από τον Κύριο, το Πνεύμα»). Η Ελληνική λεκτική διατύπωση μέσα σε όλη την Καινή Διαθήκη δεν μπορεί να τονιστεί αρκετά, γιατί μεταφέρει μια δυναμική δραστηριότητα που σπάνια βρίσκεται σε άλλες γλώσσες και μεταφράσεις. Σ' αυτό το κείμενο η έμφαση βρίσκεται στην πορεία της «μεταμορφώσεως μας». Αλλού η έμφαση είναι συχνά στο ότι «εμείς εξακολουθούμε να σωζόμαστε» -μάλλον παρά στο ότι «είμαστε μεταμορφωμένοι» και «είμαστε σεσωσμένοι». Όταν τονίζεται η αντικειμενική φύση της λυτρώσεως, τότε η Ελληνική λεκτική διατύπωση είναι: «είμαστε σεσωσμένοι». Αλλά κυρίως, όταν τονίζεται η πορεία, τότε ο δυναμισμός εκφράζεται με τη λεκτική διατύπωση «εξακολουθούμε να σωζόμαστε». Σ' αυτό το κείμενο είναι σημαντικό ότι η αντικειμενική φύση εκφράζεται με το «έχουμε αποκαλυφθεί» («ανακεκαλλυμένω προσώπω»), ενώ η συνεχιζόμενη διαδικασία της συμμετοχής μας στην πνευματική πορεία της σωτηρίας εκφράζεται με το «μεταμορφούμεθα» (εξακολουθούμε να μεταμορφωνόμαστε)· Εδώ εκφράζεται ο δυναμισμός της συνεργίας.
Στη Β΄ Προς Κορινθίους επιστολή (4:16) ο Απ. Παύλος τονίζει πάλι το δυναμισμό και την πορεία της πνευματικής πραγματικότητας στον άνθρωπο. «Ο έσω ημών (άνθρωπος) ανακαινούται ήμερα και ήμερα» («η εσωτερική μας ζωή ανανεώνεται ημέρα με την ημέρα»). Η μοναστική ζωή προσπαθεί να ανταποκριθεί σ’ ένα τέτοιο κείμενο με τον ημερήσιο κανόνα της προσευχής, της μελέτης, της αυτοεξετάσεως, και της λατρείας ακριβώς για να προσπαθεί να «ανανεώνει» καθημερινά την «εσωτερική μας» πνευματική ζωή. Στο χωρίο 10:15 της ίδιας επιστολής τονίζεται η δυναμική πλευρά της αυξήσεως και μάλιστα με αναφορά στην «πίστη» και τον «κανόνα». «Ελπίδα δε έχοντες, αυξανομένης της πίστεως υμών, εν υμίν μεγαλυνθήναι κατά τον κανόνα ημών εις περισσείαν» («αλλά έχουμε την ελπίδα, καθώς αυξάνεται η πίστη σας, να αυξηθεί ακόμα περισσότερο μεταξύ σας σύμφωνα με τη σφαίρα ενεργείας που ο Θεός μας έδωσε»), Στο χωρίο 5:12 της ίδιας επιστολής ο Απ. Παύλος τοποθετεί και πάλι το εσωτερικό βάθος της πνευματικής ζωής του ανθρώπου στην «καρδιά», κάτι που ο Ανατολικός μοναχισμός θα αναπτύξει ακόμα και στη ζωή της προσευχής του «εν καρδία».
Ολόκληρο το 5ο κεφάλαιο της Β' Προς Κορινθίους επιστολής είναι ένα εξαιρετικά σπουδαίο κείμενο. Εδώ, όπως και αλλού, ο Απ. Παύλος χρησιμοποιεί μια γλώσσα που, όταν χρησιμοποιηθεί από άλλους, στενοχωρεί πάρα πολύ πολλούς λογίους που εργάζονται από την πλευρά της Μεταρρυθμίσεως -χρησιμοποιεί την ιδέα του να «είμαστε ευάρεστοι στον Θεό», κάτι που μερικοί λόγιοι βρίσκουν πώς είναι ενδεικτικό της απαιτήσεως του ανθρώπου να «κερδίσει» την ευαρέσκεια του Θεού. Άλλα όταν ο Απ. Παύλος χρησιμοποιεί αυτή τη γλώσσα, αυτή περνά σιωπηλά, περνά χωρίς αντίρρηση —ακριβώς γιατί ο Απ. Παύλος έχει σταθεροποιήσει τη θέση του ότι ο Θεός είναι η πηγή των πάντων. Αλλά και η μοναστική και η ασκητική γραμματεία προϋποθέτουν ότι ο Θεός κάνει την αρχή και είναι η πηγή των πάντων. Αλλά είναι στην ίδια τη φύση της καθημερινής πνευματικής ζωής στο μοναχισμό και στην ασκητική πνευματικότητα να τονίσει τη δραστηριότητα του ανθρώπου. Αυτό είναι ακριβώς τονισμός, όχι θεολογική θέση. «Γι’ αυτό και φιλοτιμούμεθα (να το κάνουμε σκοπό μας), είτε παραμένουμε στο σώμα, είτε φεύγουμε από το σώμα, να είμαστε ευάρεστοι σ' Αυτόν. Γιατί όλοι μας πρέπει να φανερωθούμε μπροστά στο δικαστήριο του Χριστού, για να πάρει ο καθένας ό,τι του αρμόζει για όσα έκανε με το σώμα του, είτε καλό είτε κακό. Επειδή, λοιπόν, ξέρουμε το φόβο του Κυρίου, προσπαθούμε να πείσουμε τους ανθρώπους… » «για και φιλοτιμούμεθα, είτε ενδημούντες είτε εκδημούντες, ευάρεστοι αυτώ είναι. Τους γαρ πάντας ημάς φανερωθήναι δει έμπροσθεν του βήματος του Χριστού, ίνα κομίσηται έκαστος τα δια του σώματος προς ό έπραξεν, είτε αγαθόν είτε κακόν. Ειδότες ουν τον φόβον του Κυρίου ανθρώπους πείθομεν … (5:9-11).
Στο χωρίο 11:15 της ίδιας επιστολής ο Απ. Παύλος γράφει ότι το «τέλος ενός ανθρώπου θα είναι ανάλογο προς τα έργα του» «ων το τέλος έσχαι κατά τα έργα αυτών». Δεν είναι επίσης η πρώτη φορά που η Καινή Διαθήκη χρησιμοποιεί τη λέξη «πράττειν», μια λέξη η οποία συστηματοποιείται στο μοναχισμό. Μετά από μια πλήρη έκθεση της πρωτοβουλίας του Θεού στο λυτρωτικό έργο του Χριστού (5:14-20), στην οποία ο Απ. Παύλος γράφει ότι: «όλα είναι εκ Θεού, ο οποίος, μας συμφιλίωσε με τον εαυτό του δια του Χριστού» («τα δε πάντα από του Θεού του καταλλάξαντος ημάς εαυτώ δια Χριστού»), ο Απ. Παύλος γράφει στο στίχο 21: «Συμφιλιωθείτε με τον Θεό» («καταλλάγητε τω Θεώ»). Επιπλέον, αυτός δεν χρησιμοποιεί μόνο το ρηματικό τύπο της προστακτικής αλλά πριν από αυτήν την προτροπή προσθέτει: «σας παρακαλούμε στο όνομα του Χριστού» («δεόμεθα υπέρ Χριστού»). Η γλώσσα του εδώ γίνετα. ακατανόητη, και μόνο αν υπάρχει πνευματική δραστηριότητα εκ μέρους του ανθρώπου είναι κατανοητή. Και το σπουδαιότερο είναι ότι ο Απ. Παύλος χρησιμοποιεί μια πολύ ενδιαφέρουσα διατύπωση σχετικά με τη «δικαιοσύνη του Θεού», γιατί γράφει ότι το λυτρωτικό έργο του Χριστού συνετελέσθη «για να γίνουμε εμείς δι' αυτού δικαιοσύνη Θεού» («ίνα ημείς γενώμεθα δικαιοσύνη Θεού εν αυτώ»). Το σημαντικό εδώ είναι ότι ο Απ. Παύλος γράφει «για να μπορέσουμε εμείς να γίνουμε» («ίνα Ημείς γενώμεθα») και όχι ότι «είμαστε ήδη» η «έχουμε ήδη γίνει» (δικαιοσύνη Θεού). Εδώ προφανώς υπονοείται ένας συνεργιστικός δυναμισμός. Αυτός τονίζεται περισσότερο στο χωρίο της ίδιας επιστολής 6:1: «Συνεργαζόμενοι δε μαζί του σάς παρακαλούμε να μη δεχθήτε μάταια τη χάρη του Θεού» («συνεργούντες δε και παρακαλούμεν μη εις κενόν την χάριν του Θεού δέξασθαι υμάς»). Και στη συνέχεια ο Απ. Παύλος παραθέτει από το χωρίο Ησαΐα 49:8, όπου λέγεται ότι ο Θεός «ακούει» και «βοηθεί» « επήκουσά σου και … εβοήθησά σοι».
Στο χωρίο της Β' Προς Κορινθίους επιστολής 6:4-10 ο Απ. Παύλος γράφει αυτό που θα μπορούσε να είναι ένας οδηγός για την πνευματική ζωή του μονάχου. «Σε όλα συστήνουμε τους εαυτούς μας σαν υπηρέτες του Θεού -με πολλή υπομονή, σε θλίψεις, σε ανάγκες, σε στενοχώριες, σε μαστιγώσεις, σε φυλακίσεις, σε ταραχές, σε κόπους, σε αγρυπνίες, σε νηστείες, με αγνότητα, με σύνεση, με μακροθυμία, με καλωσύνη, με Πνεύμα Άγιο, με αγάπη χωρίς υποκρισία, με το κήρυγμα της αλήθειας, με δύναμη Θεού· με τα όπλα της δικαιοσύνης, τα επιθετικά και τα αμυντικά, σε τιμή και ατίμωση, σε δυσφημίσεις και επαίνους … σαν να πεθαίνουμε και όμως ζούμε … σαν λυπημένοι και όμως πάντοτε χαρούμενοι, σαν φτωχοί και όμως κάνοντας πολλούς πλουσίους» («Εν παντί συνιστάνοντες εαυτούς ως Θεού Διάκονοι, εν υπομονή πολλή, εν θλίψεσιν, εν ανάγκαις, εν στενοχωρίαις, εν πληγαίς, εν φυλακαίς, εν ακαταστασίαις, εν κόποις, εν αγρυπνίαις, εν νηστείαις, εν αγνότητι, εν γνώσει εν μακροθυμία, εν χρηστότητι, εν πνεύματι αγίω, εν αγάπη ανυποκρίτω, εν λόγω αληθείας, εν δυνάμει Θεού δια των όπλων της δικαιοσύνης των δεξιών και αριστερών, δια δόξης και ατιμίας, δια δυσφημίας και ευφημίας … ως αποθνήσκοντες και Ιδού ζώμεν … ως λυπούμενοι αεί δε χαίροντες, ως πτωχοί πολλούς δε πλουτίζοντες»). Οι αγρυπνίες, η νηστεία, η αγνότητα, η γνώση αυτά φέρνουν στο νου τη μοναστική και ασκητική ζωή. Επιπλέον, ο Απ. Παύλος χρησιμοποιεί πάλι την εικόνα του πολέμου και αναφέρεται στα «όπλα της δικαιοσύνης». Η γλώσσα που χρησιμοποιεί σ' αυτήν την περικοπή ο Απ. Παύλος μπορεί να έχει νόημα μόνο αν ο άνθρωπος συμμετέχει συνεργιστικά στη λυτρωτική πορεία. Αν το δόγμα της «δικαιοσύνης» έχει στη σκέψη του Απ. Παύλου μόνο μια μονόπλευρη σημασία -δηλαδή σημαίνει μόνο τη «δικαιοσύνη του Θεού», η οποία είναι, φυσικά, η πηγή κάθε δικαιοσύνης, τότε γιατί να γίνεται λόγος για «όπλα της δικαιοσύνης» που τίθενται στα ανθρώπινα χέρια, τα δεξιά και τα αριστερά; Αν ο άνθρωπος θεωρείται «δίκαιος» μόνο εξαιτίας της «αντιπροσωπευτικής θυσίας» του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, γιατί είναι ανάγκη να γίνεται λόγος για «όπλα δικαιοσύνης», παρά μόνο γιατί υπάρχει μια δεύτερη πλευρά της λυτρωτικής πορείας, η οποία οντολογικά περιλαμβάνει την πνευματική συμμετοχή του ανθρώπου; Στο χωρίο Β΄ Κορινθίους 10:3-6 ο Απ. Παύλος συνεχίζει την αναφορά του στον «πόλεμο» και τονίζει και πάλι την «υπακοήν». «Γιατί αν και ζούμε στον κόσμο, δεν πολεμούμε κατά τρόπο κοσμικό. Διότι τα όπλα του πολέμου μας δεν είναι κοσμικά, αλλά έχουν θεία δύναμη για να γκρεμίζουν οχυρώματα. Γκρεμίζουμε επιχειρήματα και κάθε τι που υψώνεται με υπερηφάνεια κατά της γνώσεως του Θεού και πιάνουμε αιχμάλωτη κάθε σκέψη για να την κάνουμε να υπακούσει στον Χριστό» («Εν σαρκί γαρ περιπατούντες ου κατά σάρκα στρατευόμεθα· τα γαρ όπλα της στρατείας ημών ου σαρκικά, αλλά δυνατά τω Θεώ προς καθαίρεσιν οχυρωμάτων, λογισμούς καθαιρούντες και παν ύψωμα επαφόμενον καχά της γνώσεως του Θεού, και αιχμαλωτίζοντες παν νόημα εις την υπακοήν του Χριστού»).
Ο Απ. Παύλος γράφει στη Β' προς Κορινθίους επιστολή του (7:1) για καθαρισμό, για «τελειοποίηση στην αγιότητα» και για «φόβο Θεού». Αφού αναφέρθηκε πριν στις «υποσχέσεις» που έδωσε ο Θεός δια των Προφητών της Π. Δ., προτρέπει: «Ας καθαρίσουμε τους εαυτούς μας από κάθε μολυσμό σαρκός και πνεύματος τελειοποιούμενοι στην αγιωσύνη με φόβο Θεού». («Καθαρίσωμεν εαυτούς από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος, επιτελούντες αγιωσύνην εν φόβω Θεού»). Αυτή η προτροπή είναι ό,τι ακριβώς προσπαθεί να επιτύχει η μοναστική και ασκητική ζωή. Στο χωρίο 13:9 της ίδιας επιστολής ο Απ. Παύλος γράφει: «Προσευχόμαστε επίσης για την τελειοποίηση σας» («τούτο και ευχόμεθα, την υμών κατάρτισιν»). Για να «τελειοποιηθεί» κάποιος σημαίνει ότι βρίσκεται προηγουμένως σε ορισμένο επίπεδο κατώτερο της τελειότητας. Το κείμενο μαρτυρεί τη δυναμική φύση της πίστεως, της πνευματικής ζωής εν Χριστώ, της εγέρσεως και της πτώσεως, και τέλος της παλινορθώσεως.
Στη Β' προς Κορινθίους επιστολή (7:10) ο Απ. Παύλος μιλά με όρους εντελώς όμοιους με εκείνους που βρίσκονται στη μοναστική και ασκητική γραμματεία, αφού μιλά για «λύπη» που παράγει «μετάνοια» η οποία οδηγεί στη «σωτηρία». «Γιατί η λύπη όπως τη θέλει ο Θεός, παράγει μετάνοια, η οποία καταλήγει στη σωτηρία για την οποία κανένας δεν μετανοεί ποτέ» («Η γαρ κατά Θεόν λύπη μετάνοιαν εις σωτηρίαν αμεταμέλητον εργάζεται»). Ο Απ. Παύλος αντιπαραβάλλει αυτήν την «κατά Θεόν λύπην» προς την «λύπην του κόσμου» η οποία «κατεργάζεται θάνατον» («η δε του κόσμου λύπη θάνατον κατεργάζεται»), Το θέμα της «λύπης» και της «θλίψεως» κάποιου για τις αμαρτίες του -αυτή ακριβώς είναι «η κατά Θεόν λύπη» ή η «θεοσεβής λύπη»- είναι μια «σταθερά»1 στην πνευματική ζωή του μονάχου.
Ο Απ. Παύλος κλείνει το κυρίως κείμενο της Β' Προς Κορινθίους επιστολής του με μια τελική προτροπή: «Προχωρείτε στην τελειοποίηση, νουθετείτε ο ένας τον άλλον, έχετε το ίδιο φρόνημα, ειρηνεύετε, και ο Θεός της αγάπης και της ειρήνης θα είναι μαζί σας» («καταρτίζεσθε, παρακαλείσθε, το αυτό φρονείτε, ειρηνεύετε, και ο Θεός της αγάπης και της ειρήνης έσται μεθ' υμών» -13:11). Εδώ η έμφαση είναι και πάλι στην «τελειοποίηση». Η ακολουθία του λόγου του Απ. Παύλου αν ληφθεί καθεαυτήν και έξω από τα συμφραζόμενα — θα μπορούσε εύκολα να παρερμηνευθεί ότι σημαίνει πώς ο άνθρωπος προκαλεί την ενέργεια του Θεού, γιατί γράφει: «ειρηνεύετε και». Αυτό ακριβώς το «και» εισάγει την ενέργεια του Θεού. Ο Θεός «θα είναι μαζί σας», αν σεις «ειρηνεύετε» -κατ' αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε αυτό το κείμενο πολύ εύκολα να παρερμηνευθεί αν δεν είχαμε όλο το σώμα των έργων του Απ. Παύλου. Ό,τι θα μπορούσε να έχει συμβεί στη σκέψη του Απ. Παύλου είναι ό,τι συνήθως συμβαίνει στη σκέψη που εκφράζεται στη μοναστική και ασκητική γραμματεία.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ
Μαζί με την Προς Ρωμαίους επιστολή, η Προς Γαλατάς επιστολή του Απ. Παύλου είναι το άλλο από τα έργα του, στο οποίο παραπέμπουν συχνότατα οι θεολόγοι της Λουθηρανικής και Καλβινιστικής Μεταρρυθμίσεως και εκείνοι οι θεολόγοι που ακολούθησαν εκείνες τις θεολογικές παραδόσεις. Οι επιστολές αυτές, επίσης, είναι τα δύο έργα στα οποία παραπέμπει ο Αγ. Αυγουστίνος για να υποστηρίξει το δόγμα του για την υποχρεωτική χάρη και τον προορισμό. Αλλά και στην Προς Γαλατάς επιστολή συναντά κανείς το ίδιο πρόβλημα -δηλαδή, ότι υπάρχει μια δεύτερη σειρά σκέψεων η οποία, καθεαυτήν, θα μπορούσε να ερμηνευθεί με μια Πελαγιανική Έννοια. Το ζήτημα εδώ είναι, φυσικά, ότι και οι δύο απόψεις είναι μονόπλευρες, ότι η σκέψη του Απ. Παύλου είναι πολύ πλουσιότερη από όσο επιτρέπει οποιαδήποτε μονόπλευρη ερμηνεία, πολύ πιο ρεαλιστική και με τη δόξα του Θεού και με την τραγωδία της εμπειρίας του ανθρώπου στο κακό, στη φθορά, και στο θάνατο. Άλλα ο Απ. Παύλος εξυμνεί όχι μόνο τη δόξα του Θεού, τη δύναμη και πρωτοβουλία της χάριτος, αλλά και τη χαρά μιας αντικειμενικής λυτρώσεως στην οποία κάθε άνθρωπος πρέπει να συμμετάσχει για να ολοκληρωθεί η λύτρωση του ανθρώπου.
Στο πρώτο κεφάλαιο της Προς Γαλατάς επιστολής ο Απ. Παύλος χρησιμοποιεί στο στίχο 10 γλώσσα η οποία υπονοεί την αναζήτηση της εύνοιας του Θεού. «Ζητώ τώρα την εύνοια των ανθρώπων η του Θεού; Η μήπως ζητώ να γίνω αρεστός σε ανθρώπους;» («Άρτι γαρ ανθρώπους πείθω ή τον Θεόν; η ζητώ ανθρώποις αρέσκειν;»). Σ' ένα σημείο, Γαλατάς 4:9, ο Απ. Παύλος συλλαμβάνει τον εαυτόν του να πέφτει στην πολύ καταληπτή χρήση της ανθρώπινης γλώσσας: «Τώρα, όμως, αφού γνωρίσατε τον Θεό η μάλλον γνωριστήκατε από τον Θεό» («νυν δε γνόντες Θεόν, μάλλον δε γνωσθέντες υπό Θεού»). Η ανακρίβεια της γλώσσας συμβαίνει ακόμα και στον Απ. Παύλο.
Το δεύτερο κεφάλαιο της Προς Γαλατάς επιστολής μας διαφωτίζει το κεντρικό αμφισβητούμενο θέμα στη θεολογία του Απ. Παύλου. Σ' αυτό ο Απ. Παύλος μιλά για την υποκρισία του Απ. Πέτρου στην Αντιόχεια, γιατί ο Απ. Πέτρος έτρωγε μαζί με τους Εθνικούς ως τη στιγμή που έφθασαν από τα Ιεροσόλυμα οι της παρατάξεως της «περιτομής» («οι από Ιακώβου» -2:12). Από εκείνη τη στιγμή ο Απ. Πέτρος απομακρύνθηκε από τους Εθνικούς («αφώριζεν εαυτόν»), «επειδή φοβόταν «τους εκ περιτομής» («φοβούμενος τους εκ περιτομής»). Ο Απ. Παύλος προκαλεί ευθέως τον Απ. Πέτρο. Η όλη αμφισβήτηση γίνεται ανάμεσα στα «έργα του νόμου» και στα «έργα του Πνεύματος», ανάμεσα στους νόμους του Ιουδαϊσμού και στους πνευματικούς νόμους του Χριστού που είναι το άμεσο αποτέλεσμα του Θεϊκού λυτρωτικού έργου του. Μέσα σ' αυτό, λοιπόν, το πλαίσιο ο Απ. Παύλος φέρνει στη συζήτηση το δόγμα της δικαιώσεως. Στο στίχο 16 ο Απ. Παύλος γράφει: «Αλλ’ επειδή γνωρίζουμε ότι ο άνθρωπος δεν δικαιώνεται από τα έργα του νόμου αλλά από την πίστη στον Ιησού Χριστό, πιστέψαμε κι' εμείς στον Χριστόν Ιησούν, για να δικαιωθούμε από την πίστη στον Χριστό και όχι από τα έργα του νόμου, γιατί από τα έργα του νόμου κανένας άνθρωπος δεν θα δικαιωθεί» («ειδότες δε ότι ου δικαιούται άνθρωπος εξ έργων νόμου εάν μη δια πίστεως Ιησού Χριστού, και ημείς εις Χριστόν Ιησούν επιστεύσαμεν, ίνα δικαιωθώμεν εκ πίστεως Χριστού και ουκ εξ έργων νόμου, ότι εξ έργων νόμου ου δικαιωθήσεται πασά σαρξ»).
Στην Ελληνική διατύπωση που χρησιμοποιεί ο Απ. Παύλος διατηρείται ακόμα ένας δυναμισμός, γιατί λέγει: «Επιστεύσαμεν, ίνα δικαιωθώμεν εκ πίστεως». Η τελευταία αυτή έκφραση εμπεριέχει την έννοια της χρονικής ευρύτητας, την επαύξηση της πνευματικής ζωής η οποία αρχίζει να υπάρχει με την πίστη. Είναι μια πλούσια έκφραση και η πληρότητα και ο δυναμισμός της δεν πρέπει να ελαττωθεί από μια απλουστευτική ερμηνεία. Και μόνο η χρήση του «ίνα» («για να») έχει θεολογική σημασία, όπως και η έκφραση «δικαιωθώμεν». Ο Απ. Παύλος θα μπορούσε πολύ καλά να είχε γράψει ότι: πιστέψαμε και γι' αυτό δικαιωθήκαμε. Αλλά αυτό δεν είναι εκείνο που έγραψε. Η αντικειμενική πραγματικότητα της λυτρώσεως, η αντικειμενική πραγματικότητα της ανθρωπότητας που δικαιώθηκε από το Χριστό είναι ένα πράγμα. Η υποκειμενική πραγματικότητα κάθε επί μέρους ανθρώπου που συμμετέχει σ' αυτό το ήδη τελειωμένο λυτρωτικό έργο της δικαιώσεως, που είναι πραγματικά «δίκαιος» με τον Θεό, είναι μια άλλη διάσταση, μια διάσταση που απαιτεί όλη την πνευματική σύσταση του ανθρώπου και απευθύνεται σ’ αυτήν. Στο αμέσως επόμενο κείμενο ο Απ. Παύλος γράφει: «αν ζητώντας να δικαιωθούμε δια του Χριστού» («ει δε ζητούντες δικαιωθήναι εν Χριστώ»). Στο χωρίο 5:5 ο ίδιος μπορεί και γράφει: «Γιατί εμείς δια του Πνεύματος, βάσει της πίστεως, αναμένουμε τη δικαίωση για την οποία ελπίζουμε» («Ημείς γαρ πνεύματι εκ πίστεως ελπίδα δικαιοσύνης απεκδεχόμεθα»). Ποια είναι η οντολογική σημασία της «ελπίδας δικαιοσύνης», αν η «δικαιοσύνη» «αποδίδεται» σε μας σαν να ήταν μια νομική πράξη, κι' αν είναι η «παθητική δικαιοσύνη» του Θεού που μας «δικαιώνει»; όχι, η δράση του Απ. Παύλου είναι πολύ βαθύτερη. Η «ελπίδα δικαιοσύνης» είναι ακριβώς η ελπίδα μας να μετάσχουμε σ' εκείνη την αντικειμενική «δικαιοσύνη του Θεού» που τώρα μας δίνεται ελεύθερα από τον Θεό εν Χριστώ και δια του Χριστού. Αλλά «ελπίζουμε» γιατί υπάρχει «έργο» για μας να κάνουμε για να πιαστούμε από εκείνη τη δικαιοσύνη και να μετάσχουμε σ' αυτήν αιωνίως. Ο Θεός δημιουργεί μέσα στην ελευθερία του, Ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο με αυτήν την εικόνα της ελευθερίας. Ο Χριστός δέχεται το Σταυρό εν ελευθερία. Η ελευθερία είναι το θεμέλιο της δημιουργίας και της λυτρώσεως. Και η ελευθερία του ανθρώπου, όσο κι' αν έχει εξασθενίσει, μπορεί ακόμα να εμπνέεται από την ελεύθερη δωρεά της Χάριτος. Και μέσα σ' αυτήν την ελευθερία πρέπει ο άνθρωπος, όπως γράφει ο Απ. Παύλος στην Προς Φιλιππησίους επιστολή του (2:12), «με φόβο και τρόμο να κατεργάζεται τη σωτηρία του» («μετά φόβου και τρόμου την εαυτώ σωτηρίαν κατεργάζεσθε»). Δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί ότι η μοναστική και ασκητική πνευματικότητα το πήρε αυτό θα σοβαρά. Στην προς Γαλατάς επιστολή (5:1) ο Απ. Παύλος γράφει ότι «Ο Χριστός μας ελευθέρωσε για να είμαστε ελεύθεροι. Λοιπόν σταθήτε σταθεροί» («τη ελευθερία ημάς Χριστός ηλευθέρωσεν στήκετε ουν»).
Όλη η θεολογική σημασία όλων αυτών που έλαβαν χώρα κατά την έλευσή του Χριστού, στην Ενσάρκωση του Θεανθρώπου, στη ζωή του, στη διδασκαλία του, στο θάνατό του, στην ανάστασή του, στην ίδρυση της Εκκλησίας και στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας, στην Ανάληψή του, στην αποστολή από το Χριστό του Αγίου Πνεύματος, και στην Δευτέρα του Παρουσία και στην Κρίση όλα αυτά έχουν ριζικά μεταβάλει τον παλιό νόμο των έργων, κι' αυτό ήταν σαφές στην Πρώτη Εκκλησία. Είναι αλήθεια ότι ό,τι λέγει ο Απ. Παύλος για τα «έργα του νόμου» μπορούν να ταιριάζουν σε κάθε μορφή Χριστιανισμού που αποκλίνει από την ακρίβεια της ισορροπίας, που αποκλίνει από τα αυθεντικά «έργα του Πνεύματος», αντικαθιστώντας τα με μια μηχανική και μηχανιστική διάθεση. Και στην Προς Γαλατάς επιστολή 3:27 ο Απ. Παύλος συνδέει άμεσα την «εκ πίστεως δικαίωση» με το μυστήριο του βαπτίσματος. «Γιατί όλοι είστε υιοί Θεού δια της πίστεως στον Ιησού Χριστό· γιατί όσοι βαπτιστήκατε στο Χριστό, έχετε ενδυθεί το Χριστό» («πάντες γαρ υιοί Θεού εστε δια της πίστεως εν Χριστώ Ιησού όσοι γαρ εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε»). Μέσα σ' αυτά τα συμφραζόμενα ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στην «εκ πίστεως δικαίωση» και στο «εκ πίστεως βαπτιστήκατε στο Χριστό», και, γι' αυτό, «ενδυθήκατε το Χριστό»;
Ο Απ. Παύλος απευθύνεται στους Χριστιανούς, σ' αυτούς που έχουν βαπτιστεί, σ' αυτούς που έχουν αποδεχθεί την πίστη. Παρ' όλα όσα λέγει για την «δικαίωση εκ πίστεως», για την «ένδυση του Χριστού» δια του βαπτίσματος, για το ότι η αντικειμενική πλευρά της λυτρώσεως έχει ολοκληρωθεί, ο Απ. Παύλος μπορεί ακόμα να γράφει στην Προς Γαλατάς επιστολή (4:19) ότι «δοκιμάζει πόνους γέννας ως ότου μορφωθεί ο Χριστός μέσα τους» («ωδίνω μέχρις ου μορφωθή Χριστός εν υμίν»). Τι μπορεί αυτό να σημαίνει παρά ότι η λυτρωτική πορεία για τον άνθρωπο είναι πορεία αγώνος, πορεία εγέρσεως και πτώσεως, πορεία συνεχούς πνευματικού δυναμισμού; Στο χωρίο 5:7 της ίδιας επιστολής γράφει ότι «έτρεχαν καλά» και έρωτα «ποιος σας εμπόδισε;» («ετρέχετε καλώς· τις υμάς ενέκυψεν»;), επικαλούμενος και πάλι την εικόνα του αγώνα δρόμου.
Στην Προς Γαλατάς επιστολή (5:14) ο Απ. Παύλος επαναλαμβάνει την περί αγάπης εντολή του Χριστού, μια σκέψη όχι ξένη στον Απ. Παύλο, ιδίως αν κανείς σκεφθεί τον «ύμνο» του για την Αγάπη στην Α' Προς Κορινθίους επιστολή (κεφ. 13). «Γιατί όλος ο νόμος συνοψίζεται σε έναν λόγο: 'Να αγαπήσεις τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου'» («ο γαρ πας νόμος εν ενί λόγω πεπλήρωται, εν τω αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν»). Ύστερα διακρίνει τα «έργα του Πνεύματος» από τα «έργα της σαρκός», συνδέοντας ρητώς τα δεύτερα με τον παλιό νόμο. Και ύστερα προτρέπει πάλι και εντέλλεται από το ρεαλισμό της πνευματικής ζωής (5:25): «Αν ζούμε εν τω Πνεύματι, ας βαδίζουμε και κατά το Πνεύμα» («Ει ζώμεν Πνεύματι, Πνεύματι και στοιχώμεν»). Ποιο είναι το νόημα μιας τέτοιας προτροπής; Αυτή έχει ένα νόημα που βασίζεται στο ρεαλισμό, μόνο αν το «να ζούμε εν τω Πνεύματι» αναφέρεται σε ολόκληρο το αντικειμενικό έργο, το λυτρωτικό έργο του Χριστού που ήδη έχει ολοκληρωθεί και είναι διαθέσιμο στους ανθρώπους, σε μια λύτρωση η οποία τους περιβάλλει με τη ζωή της Εκκλησίας μέσα στην οποία ζουν, άλλα μια λύτρωση στην οποία αυτοί τρέπει ενεργά να μετέχουν, στην οποία πρέπει να «βαδίζουν» αν πρόκειται να κερδίσουν και να κάνουν κτήμα τους το τελικό έργο της λυτρώσεως, την ένωση του ανθρώπου και του Θεού εν αγάπη, εν αγαθότητι, εν αληθεία. Το ρήμα «βαδίζω» εκφράζει προφανώς δραστηριότητα, κίνηση προς ένα τέρμα. Στην προς Γαλάτας επιστολή (6:2) ο Απ. Παύλος συνδέει την εντολή της αγάπης και του «βαδίσματος» εν Πνεύματι με «τον νόμον του Χριστού». «Και έτσι θα εκπληρώσετε το νόμο του Χριστού» («και ούτως αναπληρώσετε τον νόμον του Χριστού»). Η ίδια η έκφραση «ο νόμος του Χριστού» και της «εκπληρώσεως» εκείνου «του νόμου» έχει θεολογική σημασία, γιατί «ο νόμος του Χριστού» αναφέρεται σε όλα όσα παρέχονται στην Εκκλησία δια του Χριστού. Η μοναστική και ασκητική ζωή είναι ακριβώς μια τέτοια προσπάθεια να εκπληρώσει αυτόν τον «νόμον του Χριστού». Η τελευταία σκέψη του στην Προς Γαλατάς επιστολή του (6:16) είναι: «Ειρήνη και έλεος σ' εκείνους που θα βαδίσουν μ' αυτόν τον κανόνα» («και όσοι τω κανόνι τούτω στοιχήσουσιν, ειρήνη επ’ αυτούς και έλεος»). Η «καινούρια δημιουργία» («η καινή κτίσις»), για την οποία μιλά ο Απ. Παύλος (6:15), είναι και τα δύο: και μια ήδη ολοκληρωθείσα λυτρωτική πραγματικότητα και, για μας ως άτομα με πνευματική ελευθερία, μια πραγματικότητα που πρέπει να «διαμορφωθεί», μια πραγματικότητα που μπορεί να έρθει μόνο διαμέσου μιας πορείας, όταν η υποκειμενική πραγματικότητα κάθε προσώπου «διαμορφωθεί» σύμφωνα με την αντικειμενική πραγματικότητα της «καινούριας δημιουργίας» που δημιουργήθηκε από τον Κύριο μας Ιησού Χριστό.

Η ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ
Στην Προς Εφεσίους επιστολή του (1:14) ο Απ. Παύλος χρησιμοποιεί άκρως ενδιαφέρουσα γλώσσα σχετικά με την «σωτηρίαν» μας «εν Χριστώ», στον οποίον πιστέψαμε και ύστερα σφραγιστήκαμε με το Άγιο Πνεύμα, «το οποίο είναι» αρραβώνας της κληρονομιάς μας μέχρι την απολύτρωση του λαού» («ος εστίν αρραβών της κληρονομίας ημών, εις απολύτρωσιν της περιποιήσεως»). Η έννοια εδώ είναι σαφής: η σφραγίδα του Αγίου Πνεύματος είναι η «προκαταβολή» για την μετέπειτα κληρονομιά της οποίας γινόμαστε κύριοι όταν εμείς την αποκτήσουμε. Αυτό το κείμενο είναι δυναμικό. Το ότι η κατοχή μιας τέτοιας κληρονομιάς απαιτεί να βαδίσουμε σε «καλά έργα» είναι σαφές στο χωρίο 2:10 αυτής της επιστολής; «Γιατί είμαστε δικό του έργο, δημιουργημένοι εν Χριστώ Ιησού για έργα αγαθά, που ο Θεός προετοίμασε για να αποτελέσουν τον τρόπο της ζωής μας». («Αυτού γαρ εσμεν ποίημα, κτισθέντες εν Χριστώ Ιησού επί έργοις αγαθοίς, οις προητοίμασεν ο Θεός ίνα εν αυτοίς περιπατήσωμεν»). Στην Προς Εφεσίους επιστολή του (6:11) ο Απ. Παύλος χρησιμοποιεί και πάλι την εικόνα του πολέμου και της ενδύσεως της «πανοπλίας του Θεού» («ενδύσασθε την πανοπλίαν του Θεού»). Στα χωρία 5:8 και 5. 75 χρησιμοποιείται πάλι το «περιπατείτε»: «ως τέκνα φωτός περιπατείτε»· «βλέπετε ουν ακριβώς πώς περιπατείτε». Στο χωρίο 5:9 γράφει ότι «ο καρπός του φωτός (είναι) σε κάθε καλωσύνη και δικαιοσύνη και αλήθεια  («ο γαρ καρπός του φωτός εν πάση αγαθωσύνη και δικαιοσύνη και αληθεία»)2. Είναι το «περπάτημα μέσα στο φως» που παράγει «τον καρπόν» που είναι «κάθε καλωσύνη, δικαιοσύνη και αλήθεια» και αυτό περιγράφεται ως «δοκιμασία του τι είναι ευάρεστο στον Κύριο» («δοκιμάζοντες τι εστίν ευάρεστον τω Κυρίω»).
Στην Προς Εφεσίους επιστολή (5:14) ο Απ. Παύλος παραθέτει, προφανώς από έναν ύμνο της Πρώτης Εκκλησίας, ένα κείμενο που έχει μέσα του ένα κεντρικό θέμα των μοναχών: «σήκω επάνω συ που κοιμάσαι» («έγειρε ο καθεύδων»!. Και για ποιο σκοπό έπρεπε κάποιος να εγερθεί; Στο χωρίο 5:1 μας προστάζει «να γίνουμε μιμητές του Θεού» («γίνεσθε ουν μιμηταί του Θεού»). Στο χωρίο 4:23 ο Απ. Παύλος γράφει ότι πρέπει «να ανανεωνόμαστε ως προς το πνεύμα του νου μας» («ανανεούσθαι δε τω πνεύματι του νοός υμών») και «να ντυθούμε το νέο άνθρωπο» («και ενδύσασθαι τον καινόν άνθρωπον»). Στο χωρίο 4:1 μας παρακαλεί «να βαδίσουμε αντάξια προς την κλήση που πήραμε» («αξίως περιπατήσαι της κλήσεως ης εκλήθητε»). Στο χωρίο 4:15 μας προτρέπει «να αυξήσουμε εις αυτόν (το Χριστό) από κάθε άποψη» («αυξήσωμεν εις αυτόν τα πάντα»). Στο χωρίο 6:18 ο Απ. Παύλος τονίζει τη σπουδαιότητα της προσευχής. «Να εμμένετε στην προσευχή και στη δέηση, προσευχόμενοι πάντοτε» («δια πάσης προσευχής και δεήσεως, προσευχόμενοι εν παντί καιρώ). Όλα αυτά είναι πλευρές της μοναστικής και ασκητικής ζωής.

Η ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ
Η Προς Φιλιππησίους επιστολή περιέχει πολλές εκφράσεις που σχετίζονται άμεσα με μια ενεργό πνευματική ζωή. Στο χωρίο 1:25 μιλά για «πρόοδο και χαρά στην πίστη» («προκοπήν και χαράν της πίστεως»)· Στο χωρίο 1:27 μίλα για «ζωή άξια προς το ευαγγέλιο του Χριστού» («Μόνον αξίως τον ευαγγελίου του Χριστού πολιτεύεσθε»). «Στέκεσθε σταθεροί με ένα πνεύμα, με μια ψυχή αγωνιζόμενοι μαζί για την πίστη του ευαγγελίου» («στήκετε εν ενί πνεύματι, μια ψυχή συναθλούντες τη πίστει του ευαγγελίου»). Να, ο «αγώνας» («συν-αθλούντες»), που τόσο δεν αρέσει στον Nygren.
Για τον Απ. Παύλο, ζητείται από μας όχι μόνο να πιστεύουμε αλλά και να υποφέρουμε, να πάσχουμε. Στο χωρίο 1:29 γράφει: «ου μόνον το εις αυτόν πιστεύειν αλλά και το υπέρ αυτού πάσχειν». Και το χαρακτηρίζει αυτό ως «αγώνα», ως «δοκιμασία». Στο χωρίο 2:16 μιλά για την πιθανότητα «να τρέχει κανείς και να κοπιάζει ματαίως» («ότι ουκ εις κενόν έδραμον ουδέ εις κενόν εκοπίασα»). Στο χωρίο 3:8 ο Απ. Παύλος λέγει ότι προσπαθεί «να κερδίσει τον Χριστό» («ίνα Χριστόν κερδίσω») κι αυτό το λέγει μέσα στα συμφραζόμενα της «δικαιοσύνης του νόμου» που αντιτίθεται στη «δικαιοσύνη που στηρίζεται στην πίστη» («δικαιοσύνην επί τη πίστει»). Το χωρίο 3:11-16 είναι από τα πιο ενδιαφέροντα κείμενα: «… με την ελπίδα να φθάσω στην επανάσταση των νεκρών. Όχι ότι πέτυχα ήδη τον σκοπό μου η ότι έχω ήδη γίνει τέλειος, αλλά τρέχω μήπως κάνω δικό μου εκείνο, για το οποίο και ο Ιησούς Χριστός με έκανε δικόν του. Αδελφοί, εγώ δεν έχω ακόμη για τον εαυτό μου την ιδέα ότι το έχω κάνει δικό μου. Αλλά ένα πράγμα κάνω: λησμονώ τα παλιά και προχωρώντας προς εκείνα που είναι μπροστά, τρέχω προς το τέρμα, προς το βραβείο της επουράνιας κλήσεως του Θεού δια Ιησού Χριστού. Όσοι, λοιπόν, είμαστε τέλειοι, ας σκεφτόμαστε κατ' αυτόν τον τρόπο … Μόνο, εκεί όπου φθάσαμε, ας ακολουθούμε τον ίδιο κανόνα» («ει πώς καταντήσω εις την εξανάστασιν την εκ νεκρών. Ουχ ότι ήδη έλαβον ή ήδη τετελείωμαι, διώκω δε ει και καταλάβω, εφ' ω και κατελήμφθην υπό Χριστού Ιησού. Αδελφοί, Εγώ εμαυτόν ούπω λογίζομαι κατειληφέναι· εν δε, τα μεν οπίσω επιλανθανόμενος τοις δε έμπροσθεν επεκτεινόμενος, κατά σκοπόν διώκω εις το βραβείον της άνω κλήσεως του Θεού εν Χριστώ Ιησού. Όσοι ουν τέλειοι, τούτο φρονώμεν … . Πλην εις ο εφθάσαμεν, τω αυτώ στοιχείν»). Εδώ ο Απ. Παύλος μιλά και για τα δύο: και για το ότι «κατέλαβε ο ίδιος τον Χριστό» και για το ότι «κατελήφθη από τον Χριστό». Η συνεργιστική δραστηριότητα είναι προφανής και ρεαλιστική. Όλη η γλώσσα της περικοπής δηλώνει και υπογραμμίζει τη δραστηριότητα του Θεού και τη δραστηριότητα του ανθρώπου, την αντικειμενική πραγματικότητα μιας επιτευχθείσης λυτρώσεως και την πορεία του ανθρώπου να «φθάσει» στο τέρμα, να «επεκταθεί μπροστά» προς τον τελικό σκοπό, ένα σκοπό που δεν μπορεί να επιτευχθεί αν ο άνθρωπος δεν γίνει πνευματικά δραστήριος. Οι Ελληνικοί ρηματικοί τύποι «ει καταντήσω» και «ει καταλάβω» δεν είναι χωρίς σημασία.
Στην Προς Φιλιππησίους επιστολή (4:8-9), ο Απ. Παύλος μίλα γενικά, όπως κάνει και στο κεφάλαιο της Προς Ρωμαίους επιστολής του: «Όσα είναι αληθινά, όσα σεμνά, όσα δίκαια, όσα αγνά, όσα αγαπητά, όσα έχουν καλή φήμη, οποιαδήποτε αρετή η οποιοσδήποτε έπαινος, αυτά να σκέφτεστε» («όσα εστίν αληθή, όσα σεμνά, όσα δίκαια, όσα αγνά, όσα προσφιλή, όσα εύφημα, ει τις αρετή και ει τις έπαινος, ταύτα λογίζεσθε»). Αυτές οι ιδιότητες -το αληθινό, το δίκαιο, το αγνό, το αγαπητό δεν είναι ιδιότητες που ανατράπηκαν από την νέα δημιουργία που έγινε με την Ενσάρκωση ου Θεανθρώπου, δεν δημιουργήθηκαν ούτε ανατράπηκαν από τη Χριστιανική σκέψη. Είναι, μάλλον, μέσα στην ίδια την υφή της ανθρώπινης φύσεως και υπάρξεως, είναι πράγμα ο που κάθε συνείδηση γνωρίζει κατά αυθόρμητο τρόπο. Εκείνο, όμως, που έκανε ο Χριστιανισμός είναι ότι άνοιξε ένα καινούριο δρόμο στον άνθρωπο για να μετάσχει στο αληθινό, το δίκαιο, το αγνό κατά ένα καινούριο τρόπο και με μια καινούρια δύναμη δια του Χριστού. Αυτά πλέον δεν υπάρχουν ως ιδεώδη, ως το απόλυτο, αλλά είναι υπαρξιακά και οντολογικά προσιτά στην ανθρώπινη φύση διαμέσου της λυτρώσεως. Ο Απ. Παύλος μιλά εδώ σχεδόν μια πλατωνική γλώσσα, κι' όμως αυτή είναι πλήρως Χριστιανική.

Η ΠΡΟΣ ΚΟΛΟΣΣΑΕΙΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ
στην Προς Κολοσσαείς επιστολή του Απ. Παύλου (1:22-23 και 29) απεικονίζεται ο ρεαλισμός της συνεργίας. «Αλλά τώρα ο Θεός με το σάρκινο σώμα του Χριστού σας συμφιλίωσε δια του θανάτου του, για να σας παρουσιάσει ενώπιόν του αγίους, χωρίς καμιά κηλίδα και κατηγορία, αρκεί να εξακολουθήσετε να μένετε στην πίστη θεμελιωμένοι και σταθεροί, χωρίς να μετακινείστε από την ελπίδα που προσφέρεται στο ευαγγέλιο που ακούσατε» («νυνί δε αποκατήλλαξεν εν τω σώματι τής σαρκός αυτού δια του θανάτου, παραστήσαι υμάς αγίους και άμωμους και ανεγκλήτους κατενώπιον αυτού, ει γε επιμένετε τη πίστει τεθεμελιωμένοι και εδραίοι και μη μετακινούμενοι από της ελπίδος του ευαγγελίου ου ηκούσατε»). Υπάρχει τώρα η αντικειμενική συμφιλίωση αλλά για να μετάσχει κάποιος σ' αυτήν πρέπει να βρεθεί άγιος, άμωμος, άμεμπτος, και όλο αυτό στηρίζεται πάνω στο σημαντικό «Εάν» «ει γε επιμένετε τη πίστει».
Στο στίχο 29 συναντούμε τις ιδέες της «ωριμότητας», («τελειότητας») του «κόπου», και του «αγώνος» ή της «δοκιμασίας» «για να παρουσιάσουμε κάθε άνθρωπο τέλειον εν Χριστώ. Για τον σκοπό αυτόν και κοπιάζω αγωνιζόμενος με την ενέργεια του, που ενεργεί μέσα μου με δύναμη» («… ίνα παραστήσωμεν πάντα άνθρωπον τέλειον εν Χριστώ· εις ό και κοπιώ αγωνιζόμενος κατά την ενέργειαν αυτού την ενεργουμένην εν εμοί εν δυνάμει»). Στο χωρίο 1:10 της ίδιας επιστολής ο Απ. Παύλος εκφράζει την ίδια ιδέα της «αξίας», της «ευαρεστήσεως» του Θεού, της «καρποφορίας σε κάθε καλό έργο», και της «αυξήσεως στη γνώση του Θεού» «Περιπατήσαι αξίως του Κυρίου εις πάσαν αρεσκείαν, εν παντί εργω αγαθώ καρποφορούντες και αυξανόμενοι τη επιγνώσει του Θεού». Αλλά η ίδια η δύναμη προέρχεται από την ισχύν της δόξας του Θεού. «Να δυναμωθήτε με όλη τη δύναμη, σύμφωνα με την ένδοξη παντοδυναμία του» («εν πάση δυνάμει δυναμούμενοι κατά το κράτος της δόξης αυτού»). Στην Προς Κολοσσαείς επιστολή τον (2:6-7) ο Απ. Παύλος εκφράζει επίσης τις δύο πνευματικές θελήσεις και δραστηριότητες στην πορεία της λυτρώσεως. «όπως λοιπόν παραλάβατε τον Χριστό Ιησούν, τον Κύριον, έτσι να ζήτε εν Αυτώ, ριζωμένοι και οικοδομούμενοι σ' αυτόν, και σταθεροί στην πίστη όπως διδαχθήκατε» («ως ουν παρελάβετε τον Χριστόν Ιησούν τον Κύριον, εν Αυτώ περιπατείτε, ερριζωμένοι και εποικοδομούμενοι εν Αυτώ και βεβαιούμενοι τη πίστει καθώς εδιδάχθητε»).
Το βάθος της ιδέας της συνεργίας δεν βρίσκεται μόνο στο «συναποθνήσκειν» και στο «συμπάσχειν» με τον Χριστό, αλλά και στο «συνεγείρεσθαι» μαζί του. Στην Προς Κολοσσαείς επιστολή του (3:1) ο Απ. Παύλος γράφει: «Αν λοιπόν έχετε αναστηθεί μαζί με τον Χριστό, να ζητάτε τα άνω» («ει συνηγέρθητε τω Χριστώ, τα άνω ζητείτε»). Ο Απ. Παύλος συνεχίζει να χρησιμοποιεί πολλές επιτακτικές προτροπές στο 3ο κεφάλαιο. «Νεκρώσατε λοιπόν ό,τι γήινο είναι μέσα σας, δηλαδή την πορνεία, την ακαθαρσία, το πάθος, την κακή επιθυμία και την πλεονεξία, που είναι ειδωλολατρία» («Νεκρώσατε ουν τα μέλη υμών τα επί της γης, πορνείαν, ακαθαρσίαν, πάθος, επιθυμίαν κακήν, και την πλεονεξίαν ήτις εστίν ειδωλολατρία» -στ. 5). «Αποβάλλετε τώρα κι' εσείς όλα αυτά … . » («νυνί δε απόθεσθε και υμείς τα πάντα» -στ. 8). Και ύστερα ακολουθεί η εντολή στο χωρίο 4:2 να επιμένουν στην προσευχή και την αγρυπνία «τη προσευχή προσκαρτερείτε, γρηγορούντες».

ΟΙ ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ (Α και Β)
Στην Α' Προς Θεσσαλονικείς επιστολή ο Απ. Παύλος συνεχίζει αυτή τη δεύτερη άποψη της λυτρωτικής πορείας αναφερόμενος στο «έργον της πίστεως», εκφράζοντας ενδιαφέρον μήπως «ο κόπος του πάει χαμένος» (3:5), προτρέποντας τους «να μένουν σταθεροί» (3:8), και να «ενδυθούν τον θώρακα της πίστεως και της αγάπης» (5:8), και προστάζοντας τους να τα δοκιμάζουν όλα, αλλά να κρατούν ό,τι είναι καλό, και να απέχουν από κάθε είδος κακού (5:21-22). Στο χωρίο 3:10 ο Απ. Παύλος γράφει: «προσευχόμαστε με θέρμη νύχτα και μέρα … να συμπληρώσουμε ό,τι λείπει στην πίστη σας» «νυκτός και ημέρας υπερεκπερισσού δεόμενοι … και καταρτίσαι τα υστερήματα της πίστεως υμών».
Γιατί χρειάζεται να συμπληρωθούν τα υστερήματα της πίστεως, αν η πίστη «μόνον» είναι το μόνο κριτήριο της σωτηρίας, όπως γίνεται δεκτό από μερικές σχολές θεολογίας που εδράζονται στην παράδοση της Μεταρρυθμίσεως; Στο χωρίο 4:4-5 ο Απ. Παύλος γράφει με ενδιαφέρον: «γιατί αυτό είναι το θέλημα του Θεού: ο αγιασμός σας … να ξέρει ο καθένας σας να έχει το σώμα του σε αγιασμό και τιμή» «τούτο γαρ εστίν θέλημα του Θεού, ο αγιασμός υμών … ειδέναι έκαστον υμών το εαυτού σκεύος κτάσθαι εν Αγιασμώ και τιμή». Ο στόχος εδώ της πνευματικής ζωής εν Χριστώ είναι ο αγιασμός, και οι λέξεις εδώ που έχουν σημασία είναι «να ξέρει ο καθένας πώς να έχει» αυτό το «σκεύος» (το σώμα). Μια τέτοια γλώσσα εκφράζει το δυναμισμό μιας συνεργιστικής πορείας της λυτρώσεως. Στο χωρίο 5:9 ο Απ. Παύλος χρησιμοποιεί την έκφραση «για την απόκτηση της σωτηρίας» «εις περιποίηση σωτηρίας». Στη Β' Προς Θεσσαλονικείς επιστολή, 2:14 ο Απ. Παύλος χρησιμοποιεί την έκφραση «για να αποκτήσετε τη δόξα του Κυρίου μας» «εις περιποίησιν δόξης του Κυρίου ημών». Στη Β' Προς Θεσσαλονικείς επιστολή, 1:11 ο Απ. Παύλος προσεύχεται στον Θεό αυτοί να κριθούν άξιοι της κλήσεως του και να εκπληρώσει με τη δύναμη του κάθε καλή επιθυμία και έργον πίστεως» «ίνα υμάς αξιώση της κλήσεως ο Θεός ημών και πλήρωση πάσαν ευδοκίαν αγαθωσύνης και έργον πίστεως εν δυνάμει».

ΟΙ ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ (Α1 και Β)
Στην Α' Προς Τιμόθεον επιστολή (1:5-6) διαβάζουμε: «Ο σκοπός της παραγγελίας είναι η αγάπη που πηγάζει από καθαρή καρδιά, από καλή συνείδηση και από ειλικρινή πίστη, από τις οποίες μερικοί εξέκλιναν και παρασύρθηκαν σε μάταιες συζητήσεις», («το δε τέλος της παραγγελίας εστίν αγάπη εκ καθαράς καρδίας και συνειδήσεως αγαθής και πίστεως ανυπόκριτου, ων τινες αστοχήσαντες εξετράπησαν εις ματαιολογίαν»). Στο χωρίο 1:18-19 η εικόνα του πολέμου χρησιμοποιείται και πάλι. «Αυτήν την παραγγελία σου εμπιστεύομαι, τέκνο Τιμόθεε, προς φύλαξη … . ώστε να διεξάγεις τον καλόν αγώνα σύμφωνα με αυτά, με πίστη και καλήν συνείδηση, την οποία μερικοί απέρριψαν και ναυάγησαν ως προς την πίστη» («ταύτην την παραγγελίαν παρατίθεμαί σοι, τέκνον Τιμόθεε, … . ίνα στρατεύω εν αυταίς την καλήν στρατείαν, έχων πίστιν και αγαθήν συνείδησιν, ην τινες απωσάμενοι περί την πίστιν εναυάγησαν»).
Στην Α' Προς Τιμόθεον επιστολή (2:1-3) περιέχεται η ίδια ένταση πνευματικής δραστηριότητας με εκείνη που βρίσκεται μέσα στη μοναστική και ασκητική γραμματεία: «Παρακαλώ, λοιπόν, πρώτα απ’ όλα, να κάνετε δεήσεις, προσευχές, παρακλήσεις, ευχαριστίες για όλους τους ανθρώπους, για τους βασιλείς και όλους εκείνους που είναι σε υψηλές θέσεις, για να ζούμε ήρεμο και ήσυχο βίο με κάθε ευσέβεια και σεμνότητα. Τούτο είναι καλό και ευπρόσδεκτο ενώπιον του Σωτήρος μας Θεού, ο οποίος θέλει όλοι οι άνθρωποι να σωθούν και να λάβουν γνώση της αληθείας» («Παρακαλώ ουν πρώτον πάντων ποιείσθαι δεήσεις, προσευχάς, εντεύξεις, ευχαριστίας, υπέρ πάντων ανθρώπων, υπέρ βασιλέων και πάντων των εν υπεροχή όντων, ίνα ήρεμον και ησύχιον βίον διάγωμεν εν πάση ευσέβεια και σεμνότητι. Τούτο καλόν και αποδεκτόν ενώπιον του σωτήρος ημών Θεού, ος πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν»). Η ίδια έμφαση συνεχίζεται στο χωρίο 4:7-10, ιδιαίτερα στις εκφράσεις «γύμναζε τον εαυτό σου» («γύμναζε δε σεαυτόν»), και «γι' αυτό κοπιάζουμε και αγωνιζόμαστε» («εις τούτο γαρ κοπιώμεν και αγωνιζόμεθα»).
Στην Α' Προς Τιμόθεον επιστολή (6:11-12) τονίζεται και πάλι ο «αγώνας», να «κρατηθεί» εκείνο που έχει αντικειμενικά ολοκληρωθεί στη λύτρωση, «αγωνίζου τον καλό αγώνα της πίστεως, κράτησε την αιώνιο ζωή» («αγωνίζου τον καλόν αγώνα της πίστεως, επιλαβού της αιωνίου ζωής»). Και στον προηγούμενο στίχο προστάζεται ο Χριστιανός να «επιδιώκει τη δικαιοσύνη, την ευσέβεια, την πίστη την αγάπη, την υπομονή, την πραότητα» («Δίωκε δε δικαιοσύνην, ευσέβειαν, πίστιν, αγάπην, υπομονήν, πραϋπαθίαν»)3. Ποια πνευματική έννοια μπορεί να έχει η «επιδίωξη της δικαιοσύνης», αν δεν δηλώνει πραγματικά ότι, ενώ η «δικαιοσύνη του Θεού» επικράτησε εν Χριστώ Ιησού, εμείς πρέπει να αγωνιζόμαστε ακόμα δραστήρια σ' έναν πνευματικό αγώνα για να «κρατήσουμε» αυτήν τη «δικαιοσύνη»; Ήδη στην Α' Προς Τιμόθεον επιστολή (5:9) είναι σαφές ότι οι «χήρες» μιας ορισμένης ηλικίας είχαν μια ιδιαίτερη θέση μέσα στην πνευματική ζωή της Εκκλησίας. «Μια χήρα ας καταγραφεί … . » («χήρα καταλεγέσθω»). Να καταγραφεί μέσα σε τι; Πρόκειται προφανώς για μια ειδική δραστηριότητα μέσα στην πνευματική ζωή της Εκκλησίας στην οποία οι χήρες έπαιρναν μέρος, για μια ιδιαίτερη ήδη μορφή πνευματικής δραστηριότητας στην πρώτη ζωή της Εκκλησίας.
Στη Β' Προς Τιμόθεον επιστολή (1:6), και η αντικειμενική πραγματικότητα της δωρεάν λυτρώσεως, και η υποκειμενική, ατομική εργασία που είναι αναγκαία για να «κρατήσει» κανείς αυτό το λυτρωτικό έργο, είναι ολοφάνερα παρούσες. «Σου υπενθυμίζω να αναζωπυρώνεις τη φλόγα του χαρίσματος του Θεού, που είναι μέσα σου» («Αναμιμνήσκω σε αναζωπυρείν το χάρισμα του Θεού, ό εστίν εν σοι»). Για τη συνεργία της λυτρώσεως γίνεται λόγος στο χωρίο 2:11-12 με το πολυσήμαντο «εάν». «Γιατί, εάν συναποθάνομε μαζί του, θα συζήσουμε επίσης μαζί του· Εάν υπομένουμε, θα συμβασιλεύσουμε επίσης μαζί του». («Ει γαρ συναπεθάνομεν, και συζήσομεν ει υπομένομεν, και συμβασιλεύσομεν»). Στο χωρίο 2:21 η αγιότητα είναι συνέπεια της αυτοκαθάρσεως. «Εάν, λοιπόν, καθαρίσει κανείς τον εαυτό του … . θα γίνει σκεύος αξιόλογο, αγιασμένο» («Εάν ουν τις εκκαθάρη εαυτόν . . έσται σκεύος εις τιμήν, ηγιασμένον»). Στο χωρίο 2:22 προτρεπόμαστε να «αποστρεφόμαστε τις νεανικές επιθυμίες» και «να επιδιώκουμε τη δικαιοσύνη, την πίστη, την αγάπη, την ειρήνη» και η «επίκληση του Κυρίου» να γίνεται «με καθαρή καρδιά» «τας δε νεωτερικάς επιθυμίας φεύγε, δίωκε δε δικαιοσύνην, πίστιν, αγάπην, ειρήνην μετά των επικαλουμένων τον Κύριον εκ καθαρής καρδίας»). Στο χωρίο 4:7 η οδός της σωτηρίας παρουσιάζεται και πάλι ως αγώνας. «Έχω αγωνιστεί τον καλόν αγώνα, έχω τελειώσει τον δρόμο, έχω τηρήσει την πίστη» («τον αγώνα τον καλόν ηγώνισμαι, τον δρόμον τετέλεκα, την πίστιν τετήρηκα»).

Η ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ
Η Προς Εβραίους επιστολή περιέχει πάρα πολλές σκέψεις πάνω και στις δύο πλευρές της λυτρώσεως -στο έργο του Θεού, και στον πνευματικό αγώνα από μέρους του ανθρώπου. Στο χωρίο 3:14 η γλώσσα είναι εντυπωσιακή. «Γιατί έχουμε γίνει μέτοχοι του Χριστού, εάν πραγματικά διατηρήσουμε την αρχική εμπιστοσύνη μας σταθερή ως το τέλος» («μέτοχοι γαρ του Χριστού γεγόναμεν, εάνπερ την αρχήν της υποστάσεως μέχρι τέλους βεβαίαν κατάσχωμεν»). Στο χωρίο 4:1 η ιδέα είναι παρόμοια. «Ας φοβόμαστε, λοιπόν, μήπως, ενώ παραμένει ακόμα η υπόσχεση να εισέλθουμε στην ανάπαυση του, φανεί κανείς από σας ότι την στερήθηκε» («φοβηθώμεν ουν μήποτε καταλειπομένης επαγγελίας εισελθείν εις την κατάπαυσιν αυτού δοκή τις εξ υμών υστερηκέναι»). Η ιδέα της «εισόδου εις εκείνην την ανάπαυση» συνεχίζεται στο χωρίο 4:11. «Ας δείξουμε, λοιπόν, σπουδήν να εισέλθουμε εις εκείνη την ανάπαυση, για να μην πέσει κανείς στο ίδιο παράδειγμα απειθείας» («Σπουδάσωμεν ουν εισελθείν εις εκείνην την κατάπαυσιν, ίνα μη εν τω αυτώ τις υποδείγματι πέση της απείθειας»). Στο χωρίο 6:1 γίνεται λόγος για «την αρχήν» της πορείας, που συνοδεύεται από την προτροπή «ας φερόμαστε προς την τελειότητα» («επί την τελειότητα φερώμεθα»). Κατά το χωρίο 6:11 πρέπει κανείς να δείχνει προθυμία για την «εκπλήρωση της ελπίδος μας μέχρι τέλους» («ενδείκνυσθαι σπουδήν προς την πληροφορία της ελπίδος άχρι τέλους»).
Οι ίδιες προτροπές σε υποτακτική έγκλιση βρίσκονται σε ολόκληρη την Προς Εβραίους επιστολή. Στο χωρίο 10:22-23 λέγεται: «ας προσερχόμαστε με ειλικρινή καρδιά» και «ας είμαστε σταθεροί και ασάλευτοι στην ομολογία της ελπίδος μας» («προσερχώμεθα μετά αληθινής καρδίας … κατέχωμεν την ομολογίαν της ελπίδος ακλινή»). Στο χωρίο 11:1 προτείνεται ένας ορισμός της πίστεως. «Πίστη δε είναι η πραγματική ύπαρξη εκείνων που ελπίζουμε και η βεβαιότητα εκείνων που δεν βλέπουμε» («Εστί δε πίστις ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων»). Αυτός ο ορισμός της πίστεως συχνά απορρίπτεται πολύ εύκολα. Είναι μια βαθειά ιδέα, ιδιαίτερα αν μελετηθεί στο πρωτότυπο ελληνικό κείμενό της. Η πίστη είναι η «βάση», η «πραγματικότητά της περιέχει την απόδειξη, τη μαρτυρία της ουράνιας βασιλείας. Ολόκληρο το ενδέκατο κεφάλαιο αποκαλύπτει ότι η «πίστη» ήταν ενεργός κάτω από τον «παλιό νόμο», αν και η πίστη του Χριστού και εν Χριστώ είναι βαθύτερης οντολογικής σημασίας ακριβώς γιατί είναι το θεμέλιο για μια καινούρια πραγματικότητα που δεν ήταν δυνατή κάτω από τον «παλιό νόμο». Μετά από μια μακρά έκθεση παραδειγμάτων της «πίστεως» κάτω από τον «παλιό νόμο», η Προς Εβραίους επιστολή, στο χωρίο 12:1, προβαίνει σε μια προτροπή η οποία αφορά στην ίδια την πνευματική δραστηριότητα της καινούριας πίστεως. «Ας αποτινάξουμε κάθε βάρος και την αμαρτία που εύκολα μας εμπλέκει, και ας τρέξουμε με υπομονή το αγώνισμα του δρόμου που είναι μπροστά μας» («όγκον αποθέμενοι πάντα και την ευπερίστατον αμαρτίαν, δι' υπομονής τρέχωμεν τον προκείμενον ημίν αγώνα»). Η πραγματικότητα της «παιδείας» (της «διαπαιδαγωγήσεως») τονίζεται στην Προς Εβραίους επιστολή, ιδιαίτερα στο χωρίο 12:7. «Υπομένετε την διαπαιδαγώγησή σας» («εις παιδείαν υπομένετε»), Και το ότι μπορεί κάποιος να «εκπέσει από τη χάρη του Θεού» γίνεται σαφές από το χωρίο 12:15 «Προσέχετε μήπως κανείς εκπέσει από τη χάρη του Θεού» («επισκοπούντες μη τις υστερών από της χάριτος του Θεού»).

Σημειώσεις

1. Σταθερά: Είναι μια έννοια αμετάβλητη (σταθερή). Ο όρος είναι παρμένος από τη Φυσική και τα Μαθηματικά, όπου σημαίνει μια αμετάβλητη ποσότητα, ένα αμετάβλητο αριθμό ή φυσικό μέγεθος. (Σ. τ. Μ.).
2. Ο π. Φλορόφσκυ χρησιμοποιεί σε όλα τα αγιογραφικά χωρία που παραθέτει το κείμενο της Κ. Δ. Της κριτικής εκδόσεως του Eberhard Nestle. (Σ. τ. Μ.)
3. Α' Τιμ. 6:11. Ο π. Φλορόφσκυ παίρνει τα χωρία της Κ. Δ. Από την κριτική έκδοση του Eberhard Nestle. Γι’ αυτό και διαφέρουν σε μερικά σημεία από το χρησιμοποιούμενο στην Εκκλησία μας κείμενο. (Σ. τ. Μ.)