Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2014

Μπροστά στη σταυρωμένη αγάπη...


PDFΕκτύπωσηE-mail
Ο Σταυρός, το σημαντικότατο και χαρακτηριστικότατο όλων των Χριστιανικών συμβόλων, έχει δύο στενά αλληλένδετες σημασίες. Αφενός είναι ο σταυρός του Χριστού, αυτό το αποφασιστικό όργανο με το οποίο ολοκληρώθηκε η επίγεια ζωή και διακονία του Χριστού. Είναι η ιστορία ενός φοβερού και τρομακτικού μίσους ενάντια σ’ Αυτόν που ολόκληρη η διδασκαλία Του επικεντρώθηκε στην εντολή της αγάπης, και που ολόκληρο το κήρυγμά Του ήταν μια κλήση σε αυτοθυσία στο όνομα της αγάπης. Ο Πιλάτος, ο Ρωμαίος κυβερνήτης στον οποίο μεταφέρθηκε ο Χριστός, αφού Τον συνέλαβαν, Τον εκτύπησαν και Τον έφτυσαν, λέει, «εν αυτώ ουδεμίαν αιτίαν ευρίσκω» (Ιωάν. 19, 4). Αυτό όμως προκάλεσε ένα ισχυρότερο ξέσπασμα: «Σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν!» φωνάζει το πλήθος. Έτσι ο σταυρός του Χριστού θέτει ένα αιώνιο πρόβλημα που σκοπεύει στο βάθος της συνείδησης: γιατί η καλωσύνη ξεσήκωσε όχι μόνο αντίθεση, αλλά και μίσος; Γιατί η καλωσύνη σταυρώνεται πάντοτε σ’ αυτόν τον κόσμο; Συνήθως αποφεύγουμε να δώσουμε απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα επιρρίπτοντας την ευθύνη σε κάποιον άλλο: αν ήμασταν εκεί, αν ήμουν εκεί εκείνη την τρομερή νύχτα, δε θα είχα συμπεριφερθεί όπως οι άλλοι. Αλλοίμονο όμως, κάπου βαθιά στη συνείδησή μας γνωρίζουμε πως αυτό δεν είναι αλήθεια. Ξέρουμε πως οι άνθρωποι που βασάνισαν, σταύρωσαν και μίσησαν τον Χριστό δεν ήταν κάποιου είδους τέρατα, κατεχόμενα από κάποιο ιδιαίτερο και μοναδικό κακό. Όχι, ήταν «όπως όλοι μας». Ο Πιλάτος προσπάθησε ακόμη και να υπερασπιστεί τον Ιησού, να μεταπείσει το πλήθος, προσφέρθηκε ακόμη και να απελευθερώσει το Χριστό ως κίνηση καλής θέλησης χάριν της εορτής, όταν κι αυτό απέτυχε, στάθηκε μπροστά στο πλήθος και ένιψε τα χέρια του, δείχνοντας τη διαφωνία του σ’ αυτό το φόνο.
Με λίγες πινελιές το ευαγγέλιο σχεδιάζει την εικόνα αυτού του παθητικού Πιλάτου, του τρόμου του, της γραφειοκρατικής του συνείδησης, της δειλής του άρνησης να ακολουθήσει τη συνείδησή του. Δε συμβαίνει όμως ακριβώς το ίδιο στη δική μας ζωή και στη ζωή γύρω μας; Δεν είναι αυτή η πιο κοινότυπη, η πιο τυπική ιστορία; Δεν είναι παρών συνεχώς μέσα μας κάποιος Πιλάτος; Δεν είναι αλήθεια πως όταν έρθει η στιγμή να πούμε ένα αποφασιστικό, αμετάκλητο όχι στο ψεύδος, στην αδικία, στο κακό και στο μίσος, ενδίδουμε στον πειρασμό να «νίψουμε τας χείρας μας»; Πίσω από τον Πιλάτο ήταν οι Ρωμαίοι στρατιώτες, οι οποίοι όμως υπερασπιζόμενοι τον εαυτό τους θα μπορούσαν να πουν: εκτελέσαμε απλώς διαταγές, μάς είπαν να «ουδετεροποιήσουμε» κάποιον ταραχοποιό που προκαλούσε αναστάτωση και αταξία, για ποιο πράγμα μιλάτε λοιπόν; Πίσω από τον Πιλάτο, πίσω από τους στρατιώτες ήταν το πλήθος, οι ίδιοι άνθρωποι που έξι μέρες πριν φώναζαν «Ωσαννά», καθώς υποδέχονταν θριαμβευτικά το Χριστό κατά την είσοδό του στην Ιερουσαλήμ, μόνο τώρα η κραυγή τους ήταν «Σταύρωσον αυτόν!» Έχουν όμως και γι’ αυτό μια εξήγηση. Δεν είναι οι ηγέτες τους, οι διδάσκαλοί τους και οι κυβερνήτες τους αυτοί που τους έλεγαν πως ο άνθρωπος αυτός ήταν ένας εγκληματίας που κατέλυσε τους νόμους και τις συνήθειες, και γι’ αυτό βάσει του νόμου, «πάντοτε βάσει του νόμου, πάντοτε σύμφωνα με το υπάρχον καταστατικό», πρέπει να πεθάνει...; Έτσι κάθε συμπαίκτης σ’ αυτό το τρομακτικό γεγονός είχε δίκαιο «από την πλευρά του», όλοι δικαιώθηκαν. Όλοι μαζί όμως δολοφόνησαν έναν άνθρωπο στον οποίον «ουδέν ευρέθη αίτιον». Η πρώτη σημασία του σταυρού συνεπώς είναι η κρίση του κακού, ή μάλλον της ψευδοκαλωσύνης αυτού του κόσμου, μέσα στον οποίο πανηγυρίζει αιώνια το κακό, και ο οποίος προωθεί τον τρομακτικό θρίαμβο του κακού πάνω στη γη. 
Αυτό μας μεταφέρει στη δεύτερη σημασία του σταυρού. Μετά το σταυρό του Χριστού ακολουθεί ο δικός μας σταυρός, για τον οποίο ο Χριστός είπε, «ει τις θέλει οπίσω μου έρχεσθαι,... αράτω τον σταυρόν αυτού καθ’ ημέραν και ακολουθείτω μοι» (Λουκ. 9, 23). Αυτό σημαίνει πως η επιλογή που είχε να κάνει ο καθένας εκείνη τη νύχτα –ο Πιλάτος, οι στρατιώτες, οι αρχηγοί, το πλήθος κι ο καθένας μέσα στο πλήθος – είναι μια επιλογή που τίθεται συνεχώς και σε καθημερινή βάση μπροστά μας. Εξωτερικά, η επιλογή έχει να κάνει με κάτι φαινομενικά ασήμαντο για μας, ή δευτερεύον. Για τη συνείδηση όμως τίποτε δεν είναι πρώτο ή δεύτερο, αλλά το καθετί μετράται αν είναι αληθινό ή ψεύτικο, καλό ή κακό. Το να σηκώνεις λοιπόν το σταυρό σου καθημερινά δεν είναι απλώς το να αντέχεις τα φορτία και τις μέριμνες της ζωής, αλλά πάνω απ’ όλα το να ζεις αρμονικά με τη συνείδησή σου, το να ζεις μέσα στο φως της κρίσεως της συνειδήσεως.
Ακόμη και σήμερα, με όλο τον κόσμο να κοιτάζει, ένας άνθρωπος στον οποίο «ουδέν ευρέθη αίτιον» μπορεί να συλλαμβάνεται, να βασανίζεται, να κτυπιέται, να φυλακίζεται ή να εξορίζεται. Όλα αυτά δε «επί τη βάσει του νόμου», χάριν της υπακοής και πειθαρχίας, όλα στο όνομα της τάξης, για το καλό όλων. Πόσοι Πιλάτοι δε νίπτουν τα χέρια τους, πόσοι στρατιώτες σε σπεύδουν να εκτελέσουν τις διαταγές της στρατιωτικής ιεραρχίας, πόσοι άνθρωποι υπάκουα, δουλόπρεπα δεν τους χειροκροτούν, ή τουλάχιστον δεν κοιτάζουν σιωπηλά το κακό που θριαμβεύει;
Καθώς μεταφέρουμε το σταυρό, καθώς τον προσκυνούμε, καθώς τον ασπαζόμαστε, ας σκεφτούμε τη σημασία του. Τι μάς λέει, σε τι μάς καλεί; Ας θυμηθούμε το σταυρό ως επιλογή από τη οποία κρέμονται τα πάντα στον κόσμο, και που χωρίς αυτόν όλα στον κόσμο γίνονται θρίαμβος του κακού και του σκότους. Ο Χριστός είπε, «εις κρίμα εγώ εις τον κόσμον τούτον ήλθον» (Ιωαν. 9, 39). Σ’ αυτή την κρίση, μπροστά στο δικαστήριο της σταυρωμένης αγάπης, της αλήθειας και της καλωσύνης δικάζεται ο καθένας μας. 
Από το βιβλίο «Εορτολόγιο- Ετήσιος Εκκλησιαστικός Κύκλος» του π. Αλεξάνδρου Σμέμαν 

Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2014

Η υποκρισία, του μοναχού Μωυσή Αγιορείτη,


Η υποκρισία
του μοναχού Μωυσή Αγιορείτη

από την εφημερίδα «Μακεδονία», 03/06/2012
Ο Χριστός δέχθηκε μετανοημένους αμαρτωλούς. Επετίμησε όμως τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους, που αυτοδικαιώνονταν και υποκρίνονταν ασύστολα.
Ο Χριστός δεν ανέχεται το ψεύδος, την απάτη και τον εγωισμό. Οι παραλείψεις, οι αδυναμίες συγχωρούνται εύκολα από τους νέους, αλλά δεν τους συγχωρείται η υποκρισία. Η υποκρισία σήμερα δυστυχώς καταλαμβάνει τα πάντα. Σπάνια ακούς όλη την αλήθεια. Άλλα λέει κάποιος και άλλα μυστικώς πραγματοποιεί. Αυτό ενοχλεί ιδιαίτερα τους νέους, που πάντα αναζητούν το ατόφιο, το γνήσιο και το αληθινό.
Το εκκλησιαστικό ύφος και ήθος έχει μερικές φορές προσμείξεις ανεπίτρεπτες, που σκανδαλίζουν τους πιστούς. Η προτίμηση του τυπικού και όχι της ουσίας, της ρηχότητος και όχι του βάθους, της επιφάνειας και όχι του πνεύματος δημιουργεί μία κατάσταση νοσηρή. Το εκκλησιαστικό ήθος το χαρακτηρίζει η άσκηση, η ταπείνωση και η πραγματική αγάπη. Η Ορθόδοξη Εκκλησία φυλάει ακέραια την ορθή πίστη, που οδηγεί στη μετάνοια, την προσευχή και την αγάπη στον Θεό και τον άνθρωπο.
Δυστυχώς, πολλοί άνθρωποι απομακρύνονται ηθελημένα από τις ευαγγελικές αρετές, αγνοούν ή αρνούνται τη θεϊκή τους καταγωγή. Σήμερα δεν χρειάζονται δικαστές υποκριτές αλλά ενάρετοι μυσταγωγοί για την εν Χριστώ ζωή, για την ανοδική πορεία προς νήψη, φωτισμό και θεογνωσία.
Πολλοί άνθρωποι σήμερα υποκρίνονται θεοσέβεια. Άλλοι λένε πως ο Θεός πέθανε ή κοιμάται. Εκδηλώνουν την προς τον Θεό αποστροφή τους. Θεωρούν ότι η Εκκλησία υποδουλώνει τον άνθρωπο και τον Θεό έχουν ως εκδικητή, σαδιστή, τιμωρό και εκμεταλλευτή. Μερικές φορές ορισμένοι ζηλωτές εκφοβίζουν, τρομοκρατούν και ενοχοποιούν τους ανθρώπους. Ο Θεός δεν τιμωρεί, γιατί δεν είναι κακός. Ο άνθρωπος αβίαστα ακολουθεί τον Χριστό και συνδέεται με τον Θεό της αγάπης. Η προαίρεση του ανθρώπου είναι αυτή που οδηγεί στον Θεό ή στον δαίμονα.
Ο Φαρισαίος προσευχόμενος επαίρεται. Ο Τελώνης στο ναό ταπεινώνεται ειλικρινά. Το Ευαγγέλιο συχνά μιλά για ανυποκρισία βίου, θυσιαστική αγάπη, ειρηνοποιό συμφιλίωση και καταλλαγή. Αν ο άνθρωπος παρασυρθεί από την πλεονεξία, είναι αξιολύπητος. Πληροφορούμεθα δολοφονίες από αλλοδαπούς, αυτοκτονίες από απελπισία, πείνα και φτώχεια. Όλα, δίχως την ενδυνάμωση του Θεού, μπορούν να συμβούν, αφού διώκεται ο Θεός και θεωρείται μη αρεστή η παρουσία του στη ζωή.
Η ελπίδα και η εμπιστοσύνη στο θείο θέλημα, που φαίνεται με την πιστή τήρηση στις ευαγγελικές επιταγές, η συνεχής προσευχή θωρακίζουν τον άνθρωπο από κάθε κακό. Η θρησκευτικότητα των Γραμματέων και των Φαρισαίων ήταν σαφώς υποκριτική. Διέβαλλαν τον Χριστό, γιατί τους χάλαγε τα σχέδια και προγράμματα. Απόγονοί τους κάποιοι εγχώριοι άρχοντες, που δυσκολεύονται να πουν όλη την αλήθεια, παρασύρουν τα πλήθη με φρούδες ελπίδες. Ο Χριστός δεν ήλθε στον κόσμο με δόξες, τιμές και μεγαλεία. Δεν υποστηρίχθηκε από οικονομικές ή πολιτικές δυνάμεις. Ήλθε πράος, πένης, ξένος, σεμνός και ταπεινός, γι’ αυτό οι Φαρισαίοι τον μισούσαν.
Η Εκκλησία δεν είναι για λίγους, μόνο για τους εκλεκτούς, αλλά για όλους. Ο Χριστός ήλθε στη Γη για να διδάξει με το λόγο και τη ζωή του, να διακονήσει τους πονεμένους, να θεραπεύσει τους ασθενείς, να οδηγήσει σε μετάνοια τους αμαρτωλούς, να σώσει όλους όσους θέλουν. Η Εκκλησία δεν είναι ένα φιλανθρωπικό κατάστημα κι ένας κοσμικός, συντηρητικός θεσμός που παπαγαλίζει κάποιες συντηρητικές αξίες. Η Εκκλησία είναι ο χώρος της παρουσίας της θείας χάριτος, της αγιότητος και της σωτηρίας.
Η υποκρισία μολύνει κάθε καλή πράξη. Η υποκρισία ευχαριστεί όσους είναι φίλαυτοι, φιλόδοξοι και φιλάρεσκοι. Η ανυποκρισία ξεγυμνώνει, καθαρίζει, ωραιοποιεί και τελειοποιεί κάθε φιλόθεο, φιλάγιο και φιλάρετο.
Το Άγιον Πνεύμα που εορτάζουμε ας φωτίσει όλους.